Το δώμα της Τράπεζας της Ελλάδος δεν είναι απλώς μια ταράτσα με θέα. Είναι ένα από τα σημεία της Αθήνας που συνδέεται με την οικονομική και νομισματική ιστορία της χώρας. Η Ακρόπολη στέκει απέναντι, σχεδόν στο ίδιο ύψος με το βλέμμα, και ο χρόνος μοιάζει να κινείται πιο αργά.
Εκεί μας υποδέχεται ο Γιάννης Στουρνάρας, ο οποίος σε λίγες ημέρες ξεκινά επισήμως την τρίτη συνεχόμενη εξαετή θητεία του στην κεντρική τράπεζα της χώρας, καταγράφοντας ένα ρεκόρ. Θα είναι ο πρώτος διοικητής με τρεις συνεχόμενες θητείες, γεγονός πρωτόγνωρο για τον θεσμό.
Αυτός όμως δεν είναι ο μοναδικός λόγος που κάνει τον Γιάννη Στουρνάρα να χαμογελά. Πριν από 45 ημέρες έγινε για δεύτερη φορά παππούς και ξεκινώντας το γεύμα μας με τον διοικητή σηκώνουμε τα ποτήρια μας για να του ευχηθούμε για την τρίτη θητεία και το δεύτερο εγγόνι.
Ο Γιάννης Στουρνάρας δεν αντιμετωπίζει την Τράπεζα της Ελλάδος ως έναν οργανισμό που διοικεί. Τη βλέπει ως έναν ζωντανό οργανισμό με μνήμη. Και αυτή η μνήμη τον ταξιδεύει αμέσως πίσω. Στον Κυριάκο Βαρβαρέσο. Στον Ξενοφώντα Ζολώτα. Ο Βαρβαρέσος ήταν ο άνθρωπος που έσωσε τα αποθέματα χρυσού της χώρας στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και το όνομά του συνδέθηκε με τις πιο κρίσιμες οικονομικές εξελίξεις μιας ολόκληρης εποχής. Απέναντί του, ο Ζολώτας, ο οποίος διετέλεσε τρεις φορές διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, αλλά όχι συνεχόμενα όπως συμβαίνει τώρα με τον Γιάννη Στουρνάρα.
Με την κουβέντα να φτάνει στη δική του διαδρομή στο μέγαρο της Πανεπιστημίου, του ζητάμε με μία λέξη να χαρακτηρίσει τις δύο πρώτες θητείες του στην Τράπεζα της Ελλάδος. Η πρώτη θητεία ήταν «η δύσκολη» καθώς συνδέεται με τα χρόνια διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η δεύτερη ήταν «η ανέμελη». «Η τρίτη;». Χαμογελά. «Ελπίζω να είναι το ίδιο ανέμελη. Ελπίζω…», μας λέει περισσότερο ως ευχή παρά ως πρόβλεψη. Και αυτό γιατί ξέρει καλά ότι στην οικονομία τίποτα δεν χαρίζεται.
Η κουβέντα επιστρέφει ξανά στο παρελθόν. Στην εποχή των Μνημονίων, όταν ο διοικητής καθόταν στην καρέκλα του υπουργού Οικονομικών, και στη χρονιά που τον «σημάδεψε». Το 2015. Θυμάται τις συγκρούσεις. Τις επιθέσεις. Την αμφισβήτηση. Την πίεση. «Η πρώτη θητεία ήταν πολύ δύσκολη», επαναλαμβάνει. Οι διαπραγματεύσεις, τα capital controls, τα σενάρια εξόδου από το ευρώ, οι συζητήσεις για παράλληλο νόμισμα, η σύγκρουση με την κυβέρνηση της εποχής.
Πίσω από κάθε πρότασή του διακρίνεται η ένταση εκείνης της περιόδου. «Επρεπε να κρατηθεί η χώρα στο ευρώ», μας υπογραμμίζει, ενώ αναφερόμενος στο πρώτο εξάμηνο του 2015, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε για πρώτη φορά την εξουσία και κλήθηκε να διαπραγματευτεί με τους θεσμούς, σημειώνει πως η αίσθηση που είχε ήταν ότι «οι άνθρωποι ήταν εντελώς απροετοίμαστοι και άσχετοι και δεν ήξεραν τι είναι το ευρώ και τι κάνει η κεντρική τράπεζα».
Στην ερώτηση γιατί πολεμήθηκε τόσο πολύ, μας απαντάει ότι αυτό ξεκίνησε από τότε που ήταν υπουργός Οικονομικών αλλά κυρίως «με θεωρούσαν ως πιο πολύ πολιτικό και λιγότερο τεχνοκράτη. Πίστευαν ότι έπρεπε να είχε ακολουθηθεί μια διαφορετική πολιτική. Αυτό κατέρρευσε. Κατέρρευσε με μεγάλο κρότο. Απεδείχθη ότι όχι απλώς δεν υπήρχε άλλος δρόμος, αλλά και οι λίγοι μήνες που προσπάθησαν αυτοί να τον ακολουθήσουν παραλίγο να ρίξουν τη χώρα στα βράχια». «Φτάσαμε, όντως, τόσο πολύ κοντά στο να καταρρεύσει η χώρα;», τον ρωτάμε. «Απόλυτα», μας απαντά μονολεκτικά.
Σε πολλούς εκείνη την περίοδο επικρατούσε η αίσθηση ότι πίσω από την πολεμική του ΣΥΡΙΖΑ στον κεντρικό τραπεζίτη υπήρχαν όχι μόνον πολιτικά, αλλά και προσωπικά ελατήρια. Ισως επειδή ένας υπουργός της κυβέρνησης Σαμαρά βρισκόταν πλέον σε θέση – κλειδί και, ταυτόχρονα, λειτουργούσε εκτός κυβερνητικού ελέγχου. Ή, ακόμη, επειδή δεν ήταν εύκολο στην τότε κυβέρνηση να τη… βγει από αριστερά σε έναν τεχνοκράτη με μακρά διαδρομή στον προοδευτικό χώρο και με πατέρα τον γραμματέα Κεντρικής Ελλάδας του ΕΑΜ.
Δεν θα διαφωνήσει με την προσέγγιση. «Υπήρχε η εντύπωση ότι αν εγώ έφευγα και ερχόταν κάποιος άλλος, θα μπορούσαν να κινηθούν διαφορετικά. Αλλά, ναι, πιστεύω ότι υπάρχουν και προσωπικά θέματα που έρχονται από παλιά. Δεν είχαν ξεκινήσει από την περίοδο που ήμουν υπουργός Οικονομικών. Δεν θέλω να τα πω τώρα…».
Το επιχείρημα, πάντως, ότι στην κυβέρνηση Τσίπρα τον έβλεπαν ή τον παρουσίαζαν ως «άνθρωπο της τρόικας» το διαγράφει σχεδόν αυτομάτως. «Κούνια που τους κούναγε… Κανείς άλλος δεν διαπραγματεύτηκε τόσο σκληρά όσο εγώ και η δική μου ομάδα τότε», είναι η δική του αντίδραση.
Υπήρξε κάποια στιγμή σε εκείνη την τεταμένη περίοδο που φοβήθηκε πραγματικά ότι θα μπορούσε η χώρα να βγει από το ευρώ; Οτι μια έξοδος θα μπορούσε να προκύψει έστω και ως ατύχημα; «Το φοβήθηκα ακόμα και όταν είχαν διώξει τον κ. Βαρουφάκη», λέει. «Είχα πληροφόρηση από τη Γαλλία για τη συνομιλία που είχε κάνει ο πρόεδρος Πούτιν με τον πρόεδρο Ολάντ τότε. Το οποίο μετά βέβαια αποκαλύφθηκε και στο βιβλίο του, που ο Πούτιν είχε πει “μου ζήτησαν να τυπώσω δραχμές γιατί δεν μπορούν να το κάνουν στην Τράπεζα της Ελλάδος”. Αρα ζητήθηκε αυτό από τον Πούτιν. Τώρα το τι λένε… Επίσης, γνωρίζω πολύ καλά ότι ακόμα και όταν είχε φύγει ο κ. Βαρουφάκης, φλερτάρανε με το παράλληλο νόμισμα.
Ο κ. Δραγασάκης μού είχε στείλει τότε τον κ. Δημήτρη Παπαδημητρίου, τον οποίο τον έκαναν μετά και υπουργό Ανάπτυξης, που ήταν ο γκουρού του παραδείγματος. Και του είπα “κύριε Παπαδημητρίου, μα για ποιο παράλληλο νόμισμα μιλάτε; Legal tender είναι το ευρώ. Ποιος θα δεχτεί παράλληλο νόμισμα; Η Εφορία; Οι τράπεζες; Μη χάνετε τον χρόνο σας. Παράλληλο νόμισμα σημαίνει πως εάν νομοθετηθεί θα μας βγάλουν από το ευρώ”…».
Για την ερώτηση σχετικά με την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα με ένα νέο κόμμα ήταν ήδη προετοιμασμένος: «Δεν θέλω να κάνω πολιτική. Καμία κρίση. Αφήστε το…». Κατανοητό, αλλά θα επιμένουμε διά της πλαγίας, επιδιώκοντας μια σύγκριση ανάμεσα στην περίοδο του 2015 και στο σήμερα και ρωτώντας εάν θεωρεί πως ο πρώην πρωθυπουργός έχει αλλάξει ρότα… «Δεν θέλω να κάνω κανένα σχόλιο. Κανένα. Αυτό που θέλω να ελπίζω είναι ότι θα γίνει σεβαστή η θυσία που έγινε αυτά τα χρόνια τα δύσκολα και μέχρι τώρα…».
Ο Στουρνάρας επιμένει στη μεγάλη εικόνα και στους αριθμούς. «Αυτή τη στιγμή έχουμε πάρει το μεγαλύτερο δάνειο που έχει δοθεί ποτέ στην οικονομική ιστορία σε χώρα. Περίπου 280 δισ. ευρώ με τους καλύτερους όρους που έχουν δοθεί ποτέ. Αυτό δεν είναι ένα δώρο στην παρούσα γενιά. Είναι ένα δώρο για πολλές γενιές και είναι δώρο το οποίο το πήραμε μετά από θυσίες, σκληρά μνημόνια, σκληρές πολιτικές, μεγάλο αγώνα. Με φίλους και εχθρούς. Ομως το θέμα είναι ότι η Ελλάδα πλέον έχει λύσει το πρόβλημα του χρέους της, της ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών, για πάρα πολλά χρόνια. Μόνο αν αυτοκτονήσουμε και αρχίσουμε πάλι να χορεύουμε καρσιλαμάδες και να κάνουμε ταρζανιές και αρχίσουμε να μη σεβόμαστε τις δεσμεύσεις μας, δεν θα μπορούμε να συνεχίσουμε. Αλλωστε, αν το κάνουμε αυτό, σημαίνει ότι θα προδώσουμε τις επόμενες γενιές…».
Οταν η συζήτηση στρέφεται στη σχέση του με τις κυβερνήσεις, επιμένει περισσότερο στον ρόλο του θεσμού παρά στον δικό του. Η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας δεν είναι για εκείνον μια θεωρητική έννοια. Είναι όρος επιβίωσης. Το λέει σχεδόν αυτονόητα. Οπως αυτονόητο θεωρεί ότι ο διοικητής οφείλει να λέει την αλήθεια ακόμη κι όταν αυτή ενοχλεί. «Η δουλειά μας είναι να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους». «Ο ρόλος μου δεν είναι να κάνω πολιτική. Είναι να επισημαίνω τα προβλήματα», λέει.
Για τις εκλογές
Αυτός ο σεβασμός στα όρια του θεσμικού του ρόλου φαίνεται και όταν η κουβέντα έρχεται στις επόμενες εθνικές εκλογές. Δεν θέλει να μιλήσει για πρόσωπα ούτε για κυβερνητικά σενάρια. Επιμένει όμως σε μια σταθερή κυβέρνηση με ορίζοντα τετραετίας γιατί, όπως σημειώνει, «μόνο δύο χώρες στην Ευρώπη, και ουσιαστικά μία, κυβερνώνται χωρίς κυβερνήσεις πολιτικές. Είναι το Βέλγιο και η Ιταλία. Και η Ιταλία, τελευταία, όχι. Το Βέλγιο μόνο. Καμία άλλη χώρα». Επίσης, για όποια κυβέρνηση προκύψει από τις εκλογές, έχει το δικό του τρίπτυχο οδηγιών ή συμβουλών: «Συνέχιση των μεταρρυθμίσεων – δημοσιονομική υπευθυνότητα – χρηματοπιστωτική σταθερότητα».
Η συζήτηση για τον εκλογικό ορίζοντα γνωρίζει κι ο ίδιος καλά ότι έχει φουντώσει στην πολιτική αγορά. Εκλογές το φθινόπωρο ή την άνοιξη, λοιπόν; Εχει καμία σημασία για την Τράπεζα της Ελλάδος; «Θα προτιμούσα για λόγους θεσμικούς να είναι την άνοιξη. Να κρατάμε τις τετραετίες…», είναι το δικό του μήνυμα.
Κι εδώ έρχεται το ερώτημα για τον δικό του ρόλο στην περίπτωση που το εκλογικό αποτέλεσμα οδηγήσει σε αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης, σε αναζήτηση συνεργασιών και κάποια κόμματα στην… πόρτα του, όπως έγινε τον Νοέμβριο του 2011 με τον Λουκά Παπαδήμο. Είναι πρόδηλο ότι έχει ακούσει για τα σενάρια που κυκλοφορούν από καιρό και η απάντηση ότι δεν ενδιαφέρεται για άλλους ρόλους δεν συνοδεύεται από κάποιο δισταγμό. «Ο Γιάννης Στουρνάρας θα τους πει ότι είναι πολύ πιο χρήσιμος ως διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως απεδείχθη στο πρόσφατο παρελθόν. Οπότε αφήστε τον εκεί…», διαμηνύει. Και η κατακλείδα έχει πιο προσωπικό χαρακτήρα: «Το κάστρο μου είναι η Τράπεζα της Ελλάδος. Αν, ο μη γένοιτο, χρειαστεί να ξαναδοθεί μάχη, θα πρέπει να δοθεί από εδώ».
Η κουβέντα επιστρέφει στην οικονομία. Στην οικονομία που ακουμπά την καθημερινότητα. Στην ακρίβεια, στο Στεγαστικό, στο Δημογραφικό.
Ο Γιάννης Στουρνάρας δεν ωραιοποιεί την κατάσταση. Αναγνωρίζει ότι η καθημερινότητα παραμένει δύσκολη, αλλά επιμένει πως η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε μια θέση που πριν από δέκα χρόνια ελάχιστοι θα πίστευαν ότι θα κατακτούσε.
Στο μέτωπο της ακρίβειας «η απάντηση δεν είναι να μειώσεις τη ζήτηση», λέει ο κεντρικός τραπεζίτης, αλλά «να αυξήσεις την προσφορά». Για τον ίδιο, η αντιμετώπιση της ακρίβειας περνά μέσα από περισσότερες επενδύσεις, άρση των εμποδίων στην αγορά και μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την προσφορά αγαθών και υπηρεσιών.
Το στεγαστικό πρόβλημα το χαρακτηρίζει ίσως τη μεγαλύτερη κοινωνική πρόκληση και το συνδέει με το δημογραφικό. Αναφέρεται στις δυσκολίες μιας νέας οικογένειας με δύο παιδιά, στην προσπάθεια να συνδυαστούν εργασία και οικογενειακή ζωή. «Οταν τα νέα παιδιά δεν μπορούν να αποκτήσουν σπίτι, πώς θα κάνουν οικογένεια;». Η λύση, όπως λέει, βρίσκεται στην ενεργοποίηση των χιλιάδων κλειστών κατοικιών, σε ένα μείγμα κινήτρων και αντικινήτρων, αλλά κυρίως σε μια διαφορετική φιλοσοφία δημόσιας πολιτικής. «Δεν λύνεις πρόβλημα προσφοράς με επιδοτήσεις στη ζήτηση», λέει με έμφαση.
Προβληματισμό εκφράζει και για την πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με τον νόμο Κατσέλη, λαμβάνοντας υπόψη ότι μια λανθασμένη ερμηνεία αυτής της απόφασης ενέχει σημαντικό κόστος για το Δημόσιο και τους φορολογουμένους μέσω των εγγυήσεων του «Ηρακλή». Χωρίς να αμφισβητεί την ανάγκη κοινωνικής προστασίας των ευάλωτων δανειοληπτών, θεωρεί ότι η απόφαση μπορεί να ανοίξει έναν νέο κύκλο δικαστικών διεκδικήσεων. «Δεν πρέπει να επιστρέψουμε στην κουλτούρα του “δεν πληρώνω”», είναι το μήνυμα που εκπέμπει, ζητώντας να δοθούν σαφείς διευκρινίσεις για το εύρος εφαρμογής της απόφασης.
Πηγή: tanea.gr



