Νέα ανησυχητικά σημάδια για την πορεία του πληθωρισμού και της ιδιωτικής κατανάλωσης καταγράφει η ελληνική οικονομία, καθώς η αναζωπύρωση της ενεργειακής κρίσης και οι γεωπολιτικές εντάσεις συνεχίζουν να τροφοδοτούν το κύμα ακρίβειας.
Σύμφωνα με την τελευταία ανάλυση «7 ΗΜΕΡΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» της Eurobank, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα, όπως αποτυπώνεται από τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, επιταχύνθηκε περαιτέρω τον Μάιο του 2026 στο 4,9%, από 4,6% τον Απρίλιο, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 38 μηνών.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς ο ελληνικός πληθωρισμός κινείται πλέον κατά 1,7 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, επιβεβαιώνοντας ότι οι πληθωριστικές πιέσεις στη χώρα παραμένουν ισχυρότερες σε σχέση με τους ευρωπαίους εταίρους.

Παράλληλα, από τον Φεβρουάριο του 2026, πριν από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στον Περσικό Κόλπο, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα έχει αυξηθεί κατά 1,7 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι ανόδου 1,3 ποσοστιαίων μονάδων στην Ευρωζώνη.
Από τα καύσιμα στις υπηρεσίες
Η ανάλυση της Eurobank επισημαίνει ότι το νέο κύμα ανατιμήσεων δεν περιορίζεται πλέον στην ενέργεια και τα καύσιμα, αλλά μεταδίδεται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία.
Αρχικά, τη μεγαλύτερη συμβολή στην άνοδο των τιμών είχαν οι μεταφορές, καθώς η αύξηση του ενεργειακού κόστους επηρέασε άμεσα τα καύσιμα και τις μετακινήσεις. Στη συνέχεια, οι πιέσεις μεταφέρθηκαν στη στέγαση, το ηλεκτρικό ρεύμα, το φυσικό αέριο και τα λοιπά καύσιμα, ενώ τον Μάιο οι σημαντικότερες αυξήσεις καταγράφηκαν στην ομάδα των ξενοδοχείων, καφέ και εστιατορίων.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που, σύμφωνα με τους αναλυτές της τράπεζας, αντανακλά όχι μόνο τις άμεσες επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ αλλά και τις έμμεσες συνέπειες που εμφανίζονται με χρονική υστέρηση, καθώς το αυξημένο κόστος παραγωγής, μεταφοράς και λειτουργίας μετακυλίεται σταδιακά στις τελικές τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.


Η εικόνα αυτή αποτελεί ένδειξη ότι οι πληθωριστικές πιέσεις αποκτούν ευρύτερη βάση και δεν περιορίζονται πλέον σε μεμονωμένες κατηγορίες αγαθών.
Ο κίνδυνος ενός νέου πληθωριστικού κύκλου
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον κίνδυνο των λεγόμενων «δευτερογενών επιδράσεων» της ενεργειακής κρίσης.
Όπως σημειώνει η Eurobank, εάν νοικοκυριά και επιχειρήσεις αρχίσουν να θεωρούν ότι ο υψηλός πληθωρισμός θα παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε ενδέχεται να αναθεωρήσουν προς τα πάνω τις προσδοκίες τους για τις μελλοντικές τιμές. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι εργαζόμενοι θα διεκδικήσουν υψηλότερες μισθολογικές αυξήσεις προκειμένου να αντισταθμίσουν την απώλεια αγοραστικής δύναμης, ενώ οι επιχειρήσεις θα μετακυλήσουν το αυξημένο κόστος στις τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών τους.
Έτσι δημιουργείται ένας νέος κύκλος ανατιμήσεων, ο οποίος καθιστά τον πληθωρισμό πιο επίμονο και δυσκολότερο να αντιμετωπιστεί.
Για τον λόγο αυτό, καθοριστικής σημασίας θεωρείται η αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής και η δυνατότητα των κεντρικών τραπεζών να διατηρούν υπό έλεγχο τις πληθωριστικές προσδοκίες.
Τα νοικοκυριά γίνονται πιο απαισιόδοξα
Η επιδείνωση του πληθωριστικού περιβάλλοντος αποτυπώνεται ήδη στο κλίμα των καταναλωτών.
Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης στην Ελλάδα υποχώρησε τον Μάιο του 2026 στις -52,2 μονάδες, από -42,7 μονάδες έναν χρόνο νωρίτερα, καταγράφοντας την τρίτη χαμηλότερη επίδοση των τελευταίων 40 μηνών.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί αυξημένους κινδύνους για την πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία αποτελεί τον βασικότερο πυλώνα της ελληνικής οικονομίας.
Παρά τη σημαντική βελτίωση σε σχέση με την περίοδο της κρίσης χρέους, όταν η ανεργία είχε εκτιναχθεί στο 28,3% τον Ιούλιο του 2013, τα ελληνικά νοικοκυριά εμφανίζονται ολοένα και πιο επιφυλακτικά απέναντι στις οικονομικές τους προοπτικές.
Σήμερα, η ανεργία έχει περιοριστεί στο 9,5% του εργατικού δυναμικού, με τους ανέργους να ανέρχονται σε 452.300 άτομα, έναντι σχεδόν 1,37 εκατομμυρίων στο αποκορύφωμα της κρίσης. Ωστόσο, η βελτίωση στην αγορά εργασίας δεν αρκεί για να αντισταθμίσει πλήρως τις επιπτώσεις της παρατεταμένης ακρίβειας στο διαθέσιμο εισόδημα.
Η κατανάλωση χάνει δυναμική
Η σταδιακή επιδείνωση του κλίματος αποτυπώνεται πλέον και στα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας.
Τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών για το πρώτο τρίμηνο του 2026 δείχνουν ότι ο ρυθμός αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης επιβραδύνθηκε αισθητά στο 0,7% σε ετήσια βάση, έναντι 2,3% το τέταρτο τρίμηνο του 2025.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι η συνεχής άνοδος των τιμών περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, τα οποία βλέπουν τις ονομαστικές αυξήσεις των εισοδημάτων τους να εξανεμίζονται από το αυξημένο κόστος ζωής.
Οι επιχειρήσεις αντέχουν περισσότερο
Σε αντίθεση με τα νοικοκυριά, οι επιχειρήσεις εμφανίζονται μέχρι στιγμής πιο ανθεκτικές απέναντι στη νέα ενεργειακή αναταραχή.
Οι δείκτες εμπιστοσύνης στη βιομηχανία και τις κατασκευές διατηρούνται σε σχετικά υψηλά επίπεδα, συμβάλλοντας στη διατήρηση του δείκτη οικονομικού κλίματος πάνω από τις 100 μονάδες, δηλαδή κοντά στον μακροχρόνιο μέσο όρο του.
Η απόκλιση μεταξύ επιχειρηματικής και καταναλωτικής εμπιστοσύνης αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της τρέχουσας συγκυρίας. Σύμφωνα με την Eurobank, η διαφοροποίηση αυτή ενδέχεται να συνδέεται με τις αναδιανεμητικές επιδράσεις του πληθωρισμού, καθώς τα νοικοκυριά επηρεάζονται άμεσα από τη διάβρωση του πραγματικού εισοδήματος, ενώ ορισμένες επιχειρήσεις διαθέτουν μεγαλύτερη δυνατότητα προσαρμογής ή μετακύλισης του αυξημένου κόστους.
Πηγή: ot.gr




