Του Χάρη Φλουδόπουλου
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις των τελευταίων δεκαετιών. Το υψηλό ενεργειακό κόστος, ο διεθνής ανταγωνισμός από τις ΗΠΑ και την Ασία, οι απαιτήσεις για απανθρακοποίηση και οι τεράστιες επενδύσεις που απαιτεί η πράσινη μετάβαση δημιουργούν ένα σύνθετο περιβάλλον, που δοκιμάζει την αντοχή ακόμα και των ισχυρότερων βιομηχανικών κλάδων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Eurelectric παρουσίασε στο Power Summit 2026 στο Ελσίνκι μια νέα μελέτη, η οποία υποστηρίζει ότι ο εξηλεκτρισμός μπορεί να αποτελέσει το βασικό εργαλείο για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Η μελέτη βασίστηκε σε στοιχεία από 61 εταιρείες και 30 πραγματικά έργα που υλοποιούνται σε ολόκληρη την Ευρώπη και επιχειρεί να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα γιατί ορισμένες επενδύσεις εξηλεκτρισμού προχωρούν με επιτυχία, ενώ άλλες καθυστερούν ή εγκαταλείπονται. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η μετάβαση δεν εξαρτάται μόνο από την ύπαρξη καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας ή από τη διαθεσιμότητα τεχνολογιών, αλλά από τον συντονισμό ανάμεσα στις εταιρείες ηλεκτρισμού, τις βιομηχανίες, τα δίκτυα, τις αγορές και τους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς.
Στο επίκεντρο της μελέτης βρίσκεται το νέο μοντέλο συνεργασίας που η Eurelectric ονομάζει “Power Couples”. Πρόκειται για ολοκληρωμένα σχήματα συνεργασίας μεταξύ εταιρειών ηλεκτρισμού και βιομηχανικών καταναλωτών, μέσα από τα οποία οι δύο πλευρές μοιράζονται επενδύσεις, υποδομές, κινδύνους, αλλά και τα οφέλη που προκύπτουν από τη βελτιστοποίηση της κατανάλωσης και της παραγωγής ενέργειας.
Η λογική είναι απλή, αλλά ιδιαίτερα αποτελεσματική. Ένας μεγάλος βιομηχανικός καταναλωτής μπορεί να υπογράψει μακροχρόνια συμβόλαια αγοράς πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας, προσφέροντας προβλεψιμότητα στον παραγωγό. Παράλληλα, μια άλλη εγκατάσταση μπορεί να προσαρμόζει τη λειτουργία της ανάλογα με τις διακυμάνσεις των τιμών, παρέχοντας ευελιξία στο σύστημα. Σε άλλες περιπτώσεις αξιοποιείται η απορριπτόμενη θερμότητα από βιομηχανικές μονάδες, μειώνοντας τόσο το ενεργειακό κόστος όσο και τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Τα μοντέλα αυτά υποστηρίζονται από εργαλεία όπως τα PPAs, οι υπηρεσίες “Heat as a Service” και “Energy as a Service”, καθώς και από σχήματα μικτής δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης.
Η Eurelectric παρουσιάζει χαρακτηριστικά παραδείγματα συνεργασιών σε τρεις τομείς που θεωρούνται καθοριστικοί για την επόμενη ημέρα της ευρωπαϊκής οικονομίας: τις βιομηχανίες χαμηλής και μέσης θερμοκρασίας, τις ενεργοβόρες βιομηχανίες και τα data centers. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος των μεγάλων κέντρων δεδομένων, τα οποία εξελίσσονται σε στρατηγικούς καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας και μπορούν να στηρίξουν νέες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές, αποθήκευση και δίκτυα. Ταυτόχρονα, κλάδοι όπως η χαλυβουργία, η μεταλλουργία, το αλουμίνιο, τα χημικά και το τσιμέντο αναζητούν λύσεις ηλεκτρικής θέρμανσης, αντλιών θερμότητας και νέων τεχνολογιών που θα τους επιτρέψουν να περιορίσουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Διαβουλεύσεις
Η πρωτοβουλία της Eurelectric δεν προέκυψε σε θεωρητικό επίπεδο. Αντίθετα, αποτέλεσε προϊόν εκτεταμένων διαβουλεύσεων με την ευρωπαϊκή ενεργοβόρο βιομηχανία. Η ένωση των ευρωπαϊκών εταιρειών ηλεκτρισμού πραγματοποίησε σειρά επαφών με εκπροσώπους της χαλυβουργίας, της μεταλλουργίας, της βιομηχανίας αλουμινίου και του κλάδου τσιμέντου, προκειμένου να καταγραφούν τα πραγματικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις στην προσπάθεια εξηλεκτρισμού των παραγωγικών τους διαδικασιών.
Από τις συζητήσεις αυτές προέκυψε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον συμπέρασμα: οι ίδιες οι βιομηχανίες δεν αμφισβητούν πλέον τον εξηλεκτρισμό ως στρατηγική επιλογή. Αντιθέτως, τον θεωρούν τη μοναδική ρεαλιστική οδό για τη μείωση των εκπομπών και τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητάς τους σε ένα περιβάλλον όπου η απαίτηση για καθαρή παραγωγή γίνεται ολοένα και ισχυρότερη. Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στο υψηλό κόστος των απαιτούμενων επενδύσεων και στη δυσκολία χρηματοδότησής τους.
Για τον λόγο αυτό η Eurelectric προωθεί και την ιδέα δημιουργίας μιας ευρωπαϊκής “Electrification Bank”, στα πρότυπα της Hydrogen Bank, ώστε μέρος των εσόδων από το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών να κατευθυνθεί στη χρηματοδότηση επενδύσεων εξηλεκτρισμού της βιομηχανίας.
Ο πρόεδρος της Eurelectric και επικεφαλής της Fortum, Markus Rauramo, υπογράμμισε ότι ο εξηλεκτρισμός δεν αποτελεί πλέον απλώς εργαλείο επίτευξης των κλιματικών στόχων, αλλά βασική προϋπόθεση για την επιβίωση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Όπως ανέφερε, η Ευρώπη δεν μπορεί να στηρίξει την παραγωγική της βάση εάν δεν καταφέρει να δημιουργήσει ένα οικοσύστημα στο οποίο η βιομηχανία, οι εταιρείες ηλεκτρισμού και οι διαχειριστές δικτύων θα σχεδιάζουν από κοινού τις επενδύσεις τους.
Ακόμα πιο αποκαλυπτική ήταν η αναφορά του στις συνομιλίες που είχαν προηγηθεί με εκπροσώπους της ενεργοβόρου βιομηχανίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι χαλυβουργίες, οι βιομηχανίες αλουμινίου, οι μεταλλουργίες και οι παραγωγοί τσιμέντου δεν αμφισβητούν πλέον την αναγκαιότητα του εξηλεκτρισμού. Εκείνο που ζητούν είναι μηχανισμοί που θα επιτρέψουν τη χρηματοδότηση της μετάβασης και θα μειώσουν το επενδυτικό ρίσκο.
Από την πλευρά της, η αντιπρόεδρος της Eurelectric και διευθύνουσα σύμβουλος της ENGIE, Catherine MacGregor, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στη δημιουργία των λεγόμενων “Power Couples”, δηλαδή των στρατηγικών συνεργασιών μεταξύ εταιρειών ηλεκτρισμού και βιομηχανικών καταναλωτών. Όπως εξήγησε, οι επενδύσεις εξηλεκτρισμού αποδίδουν όταν ο σχεδιασμός της αγοράς, οι ενεργειακές υποδομές και τα χρηματοδοτικά εργαλεία αναπτύσσονται ταυτόχρονα και με κοινό στόχο. Σε διαφορετική περίπτωση, ακόμα και ώριμες τεχνολογικά λύσεις δυσκολεύονται να προχωρήσουν. Η ίδια σημείωσε ότι ο εξηλεκτρισμός αποτελεί σήμερα τον ακρογωνιαίο λίθο τόσο της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας όσο και της ενεργειακής μετάβασης της Ευρώπης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η επισήμανσή της ότι η συνεργασία μεταξύ βιομηχανίας και εταιρειών ηλεκτρισμού δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στη σχέση προμηθευτή και πελάτη. Αντίθετα, απαιτείται κοινός σχεδιασμός, μακροχρόνιες συμφωνίες και από κοινού ανάπτυξη υποδομών, ώστε να μειωθεί το κόστος ενέργειας και να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής απέναντι στους διεθνείς ανταγωνιστές της.
Πηγή: capital.gr





