Για χρόνια, αρχηγός της CIA το είχε χαρακτηρίσει «ανίκανο», το αμερικανικό Κογκρέσο ζήτησε προσωπικές κυρώσεις κατά του αρχηγού του στρατού του και ο Ντόναλντ Τραμπ Τραμπ έγραφε ότι «δεν έδωσε στις ΗΠΑ τίποτε άλλο παρά ψέματα και εξαπάτηση». Όλη αυτή η στοχοποίηση αφορούσε το… Πακιστάν. Πως είναι δυνατόν, όμως, σήμερα, το Ισλαμαμπάντ να ανέτρεψε αυτή την εικόνα επηρεάζοντας τις εξελίξεις στη διαμάχη ΗΠΑ-Ιράν και όχι μόνο;
Μια διαδικασία χάραξης πολιτικής που επιβραβεύει το λόμπινγκ, την εμπορική εγγύτητα, τον δημόσιο έπαινο και τα προσωπικά παρασκηνιακά κανάλια θα προσελκύσει κυβερνήσεις που είναι επιδέξιες σε αυτές τις τακτικές και το Πακιστάν απέδειξε ότι είναι, σύμφωνα με τον Αζήμ Ιμπραχίμ, διευθυντή της αμερικανικής δεξαμενής σκέψης New Lines Institute.
Όπως αναφέρει ο ειδικός στις στρατηγικές σπουδές, το Πακιστάν έμαθε γρήγορα «τη γλώσσα της διπλωματίας του Τραμπ και τη μίλησε πιο άπταιστα από τους αντιπάλους του».
Ήταν τελικά ο ίδιος ο αρχηγός του στρατού Ασίμ Μουνίρ, που ενώ παλιά κινδύνευε με κυρώσεις από τις ΗΠΑ, τελικά ηγήθηκε της επιτυχημένης προσπάθειας για την αλλαγή της θέσης του Ισλαμαμπάντ στην Ουάσιγκτον και τη μετατροπή της γεωγραφικής θέσης του Πακιστάν σε διπλωματικό πλεονέκτημα.
Όπως σημειώνει ο Ιμπραχίμ, ο Μουνίρ κατάλαβε ότι ο Τραμπ προτιμά να κάνει διπλωματία με πρόσωπα που θεωρεί ικανά να λαμβάνουν άμεσες αποφάσεις και όχι με διάχυτες, δυσκίνητες γραφειοκρατίες εξωτερικής πολιτικής.
«Παρουσίασε έτσι τον εαυτό του ως το κέντρο βάρους, ως μια πειθαρχημένη στρατιωτική προσωπικότητα προσανατολισμένη στον έλεγχο και ως εκείνον τον ισχυρό άνδρα που έως το τέλος του 2025 είχε κερδίσει από τον Τραμπ τον χαρακτηρισμό «ο αγαπημένος μου στρατάρχης»».
Λόμπι και συμφωνίες
Το πρώτο βήμα ήταν μια επίσκεψη στον Λευκό Οίκο, η οποία φέρεται να απαίτησε δαπάνη εκατομμυρίων δολαρίων σε εταιρείες δημοσίων σχέσεων της Ουάσιγκτον φιλικές προς τον Τραμπ, αμέσως μετά την πρόταση κυρώσεων του Μαρτίου. Ο Μουνίρ, μόλις είχε προαχθεί σε στρατάρχη, εξασφάλισε τη συνάντησή του με τον Τραμπ για τις 18 Ιουνίου 2025.
Εξάλλου πριν τη συνάντηση το Πακιστάν Πακιστάν βοήθησε στη σύλληψη ανώτερου στελέχους του Ισλαμικού Κράτους, το οποίο οι Αμερικανοί αξιωματούχοι θεωρούσαν υπεύθυνο για τη βομβιστική επίθεση στο αεροδρόμιο της Καμπούλ το 2021.
Ακόμη σημαντικότερο σύμφωνα με τον διευθυντή του New Lines Institute ήταν ότι, μετά τον σύντομο πόλεμο με την Ινδία τον Μάιο του 2025, η ηγεσία του Πακιστάν είχε τη στρατηγική διορατικότητα να αποδώσει στον Τραμπ τα εύσημα για την επίτευξη της εκεχειρίας. Μάλιστα, τον πρότεινε εκείνη τη χρονιά για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.
Ταυτόχρονα, υπογραμμίζει ο ειδικός στην ανάλυσή του, το Ισλαμαμπάντ προώθησε επίσης προτάσεις για έρευνες πετρελαίου, αγροτική πρόσβαση, κρίσιμα ορυκτά και συνεργασία στον τομέα των κρυπτονομισμάτων.
«Είτε αυτές οι συμφωνίες αποδώσουν είτε όχι, το Πακιστάν έδωσε στον Τραμπ αυτό που αγαπά περισσότερο: την εικόνα της επιτυχημένης ειρηνοποίησης και της σύναψης συμφωνιών» τονίζει ο Ιμπραχίμ, σημειώνοντας όμως ότι «το Νέο Δελχί δεν έπαιξε αυτό το παιχνίδι» ενώ το Πακιστάν έγινε καλύτερο στο να λειτουργεί μέσα στο πολιτικό ύφος του Τραμπ.
Το Ισλαμαμπάντ παρουσίασε στον Τραμπ μια προσωπικότητα, τον Μουνίρ, που φαινόταν ικανός να φέρει αποτελέσματα και που είχε τη σπάνια ευκαιρία να γευματίσει απευθείας μαζί του. Έτσι δημιουργήθηκε μια απευθείας γραμμή με τον Λευκό Οίκο.
Το Πακιστάν μπορεί να βοηθήσει τις δύο πλευρές
Έτσι, όταν η δεύτερη φάση του πολέμου με το Ιράν το 2026 δημιούργησε την ανάγκη για διαύλους επικοινωνίας, το Πακιστάν είχε ήδη δημιουργήσει μεγάλο μέρος της υποδομής που καθιστούσε τον ρόλο του αξιόπιστο.
«Διέθετε λειτουργική γραμμή επικοινωνίας με τον κύκλο του Τραμπ. Διατηρούσε σχέσεις με την Τεχεράνη. Δεν αναγνώριζε το Ισραήλ. Είχε δεσμούς με τη Σαουδική Αραβία, την Κίνα, την Τουρκία, την Αίγυπτο και το Κατάρ, χώρες που είχαν ισχυρούς λόγους να αποφύγουν έναν ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο».
«Αρχικά, ο ρόλος του Πακιστάν ήταν εκείνος του αγγελιοφόρου. Η εκεχειρία του Απριλίου όμως αναβάθμισε τον ρόλο του σε διαμορφωτή ατζέντας, με ένα σχέδιο που συνέταξε το Πακιστάν στις 6 Απριλίου για τον τερματισμό των εχθροπραξιών και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ να παραδίδεται στην Τεχεράνη και την Ουάσιγκτον. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το Πακιστάν ήταν το μοναδικό κανάλι επικοινωνίας στις συνομιλίες.
Όταν οι διαπραγματεύσεις κινδύνευσαν να καταρρεύσουν έπειτα από ιρανικό πλήγμα σε σαουδαραβική πετροχημική εγκατάσταση», ο Μουνίρ ηγήθηκε μιας ολονύχτιας προσπάθειας Πακιστανών αξιωματούχων, η οποία περιλάμβανε επαφές με τον Τραμπ, τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς, τον απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ, τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, ανώτερα στελέχη των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, Σαουδάραβες αξιωματούχους και άλλους. Λίγα λεπτά πριν ο Τραμπ ανακοινώσει δημόσια τη συμφωνία, φέρεται να συνομιλούσε τηλεφωνικά με τον Μουνίρ.
Πλέον το Πακιστάν, εκτιμά ο Ιμπραχίμ, βρίσκεται στη καλύτερη θέση για να βοηθήσει και τις δύο πλευρές να αποφύγουν την ταπείνωση μιας υποχώρησης σχετικά με την άρση των κυρώσεων, τα παγωμένα ιρανικά κεφάλαια, το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν και το ζήτημα του κατά πόσο ο Λίβανος θα μπορούσε να συνδεθεί με τη συμφωνία.
Κατάφερε να γίνουν ανεκτά από τις ΗΠΑ η μη αναγνώριση του Ισραήλ από το Πακιστάν και η δίωξη του πρώην πρωθυπουργού Ιμράν Χαν (συμμάχου των ΗΠΑ), όπως επίσης το Ιράν ανέχεται τις συμμαχίες του Πακιστάν στον Κόλπο.
«Μέσα σε έναν χρόνο, το Πακιστάν έδειξε τελικά τις δυνατότητες της μεγάλης στρατηγικής του στο σταυροδρόμι του Ιράν, των ΗΠΑ, της Κίνας, του Κόλπου, του Αφγανιστάν και της Ινδίας. Ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ επαίνεσε μάλιστα τον εποικοδομητικό ρόλο του Πακιστάν μετά την επιστροφή του Μουνίρ από την Τεχεράνη» καταλήγει ο ειδικός στη στρατηγική.
Πηγή: in.gr




