Η κατάρρευση του φιλόδοξου προγράμματος FCAS (Future Combat Air System), που για χρόνια αποτελούσε το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό αμυντικό εγχείρημα στον τομέα της πολεμικής αεροπορίας, δεν σηματοδοτεί το τέλος των ευρωπαϊκών φιλοδοξιών για την ανάπτυξη ενός μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς. Αντίθετα, φαίνεται πως ανοίγει έναν νέο κύκλο διαβουλεύσεων και συμμαχιών, με τη Γερμανία και την Ισπανία να εξετάζουν πλέον το ενδεχόμενο μιας στενότερης συνεργασίας για το επόμενο μεγάλο αεροναυπηγικό πρόγραμμα της ηπείρου.
Ο Γερμανός υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους, εμφανίστηκε θετικός απέναντι στις πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται από τη γερμανική και την ισπανική αμυντική βιομηχανία, αποφεύγοντας ωστόσο να δεσμευτεί για άμεσες αποφάσεις. Από τη Διεθνή Έκθεση Αεροναυπηγικής και Διαστήματος του Βερολίνου (ILA), υπογράμμισε ότι η Ευρώπη χρειάζεται νέες ιδέες και νέες συνεργασίες, αλλά ξεκαθάρισε πως απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση πριν ληφθούν οριστικές αποφάσεις.
Η τοποθέτηση του Πιστόριους αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς έρχεται λίγες ημέρες μετά την ουσιαστική διάλυση του FCAS, ενός προγράμματος που επρόκειτο να αποτελέσει τη ναυαρχίδα της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας. Το σχέδιο είχε σχεδιαστεί ώστε να αντικαταστήσει σταδιακά τα σημερινά μαχητικά αεροσκάφη της Ευρώπης και να προσφέρει στην ήπειρο τεχνολογική αυτονομία απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία και την Κίνα.
Ωστόσο, οι βαθιές διαφωνίες μεταξύ της γαλλικής αεροναυπηγικής βιομηχανίας και των γερμανικών εταίρων οδήγησαν το πρόγραμμα σε αδιέξοδο. Στο επίκεντρο της σύγκρουσης βρέθηκαν ζητήματα κατανομής τεχνογνωσίας, βιομηχανικού ελέγχου, πνευματικών δικαιωμάτων και ηγετικού ρόλου στο πρόγραμμα. Η αδυναμία γεφύρωσης αυτών των διαφορών κατέστησε αδύνατη τη συνέχιση του εγχειρήματος με την αρχική του μορφή.
Η αποτυχία αυτή έχει ιδιαίτερη γεωπολιτική βαρύτητα. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη επενδύει μαζικά στην αμυντική της ενίσχυση εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, της αυξανόμενης διεθνούς αστάθειας και της ανάγκης στρατηγικής αυτονομίας, η απουσία ενός κοινού προγράμματος μαχητικού αεροσκάφους δημιουργεί σημαντικό κενό στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, γερμανικές και ισπανικές εταιρείες επιδιώκουν να διαμορφώσουν μια νέα αρχιτεκτονική συνεργασίας. Οκτώ μεγάλες γερμανικές επιχειρήσεις του αμυντικού και αεροδιαστημικού τομέα ανακοίνωσαν ότι είναι έτοιμες να συμμετάσχουν ενεργά στην ανάπτυξη ενός νέου ευρωπαϊκού συστήματος αεροπορικής μάχης. Αντίστοιχα, έξι κορυφαίες ισπανικές εταιρείες εξέφρασαν την πρόθεσή τους να συμβάλουν στη δημιουργία ενός μαχητικού έκτης γενιάς που θα αντικαταστήσει τα Eurofighter και τα Tornado, αεροσκάφη τα οποία βασίζονται σε τεχνολογίες των δεκαετιών του 1970 και του 1980.
Στο νέο αυτό σχήμα πρωταγωνιστικό ρόλο φιλοδοξούν να διαδραματίσουν εταιρείες όπως η Airbus Defence and Space, η Indra, η ITP Aero και η Sener από την ισπανική πλευρά, καθώς και η MTU Aero Engines, η Hensoldt, η Diehl Defence και άλλοι μεγάλοι γερμανικοί όμιλοι. Το γεγονός ότι η Airbus συμμετέχει ενεργά και στις δύο χώρες θεωρείται από πολλούς αναλυτές στοιχείο που θα μπορούσε να διευκολύνει τη δημιουργία ενός κοινού βιομηχανικού πλαισίου.
Ο στόχος είναι εξαιρετικά φιλόδοξος. Το νέο αεροσκάφος θα πρέπει να ενσωματώνει τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, προηγμένα συστήματα αισθητήρων, δυνατότητες συνεργασίας με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, δικτυοκεντρική επιχειρησιακή λειτουργία και χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας που θα το καθιστούν ανταγωνιστικό απέναντι στα αμερικανικά και κινεζικά προγράμματα της επόμενης γενιάς.
Παρά την αισιοδοξία που εκφράζουν οι βιομηχανίες, το Βερολίνο εμφανίζεται επιφυλακτικό. Ο Πιστόριους τόνισε ότι η κυβέρνηση θα εξετάσει προσεκτικά ποιοι εταίροι μπορούν να συνεργαστούν, με ποιο κόστος, σε ποιο χρονοδιάγραμμα και με ποια συμμετοχή της γερμανικής βιομηχανίας. Πρόκειται για μια ξεκάθαρη ένδειξη ότι η Γερμανία επιθυμεί να διασφαλίσει ισχυρό βιομηχανικό αποτύπωμα και σημαντικά οικονομικά οφέλη πριν δεσμευτεί σε οποιοδήποτε νέο πολυεθνικό πρόγραμμα.
Η συζήτηση για το μέλλον της ευρωπαϊκής αεροπορικής ισχύος αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς εξελίσσεται παράλληλα με το βρετανοϊταλοϊαπωνικό πρόγραμμα GCAP, το οποίο επίσης στοχεύει στην ανάπτυξη μαχητικού έκτης γενιάς. Η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί μπροστά σε δύο ανταγωνιστικά προγράμματα, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατακερματισμό πόρων, αλλά και σε έναν νέο ανταγωνισμό για την τεχνολογική πρωτοκαθεδρία.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η μάχη για το ποιος θα σχεδιάσει το ευρωπαϊκό μαχητικό του μέλλοντος μόλις ξεκινά. Και αυτή τη φορά, μετά το τέλος του FCAS, οι ισορροπίες στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία ενδέχεται να αλλάξουν ριζικά.
Πηγή: in.gr




