Του Τάσου Δασόπουλου
Αν και τα τελευταία μηνύματα από τη Μέση Ανατολή είναι αισιόδοξα και ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κάνει λόγο για συμφωνία με το Ιράν ακόμα και μέσα στο Σαββατοκύριακο, η πραγματικότητα στο πεδίο είναι ότι ο λογαριασμός της κρίσης έχει μεγαλώσει αισθητά.
Η υπόλοιπη Ευρώπη και ειδικότερα οι Βόρειες χώρες, θα πρέπει να γεμίσουν ξανά τις δεξαμενές τους ενόψει του χειμώνα και της πτώσης της θερμοκρασίας. Η αγορά τεράστιων ποσοτήτων φυσικού αερίου, σε τιμές υψηλότερες έως και 50% από τις περσινές, θα χτυπήσει εκτός από τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και το κόστος παραγωγής της βιομηχανίας και άρα τις τιμές των εξαγόμενων προϊόντων. Αυτό σημαίνει περαιτέρω επιβράδυνση για την οικονομία, ενώ για τα νοικοκυριά θα υπάρξουν μέτρα στήριξης μόνο για τους οικονομικά ευάλωτους και μόνο για τις χώρες που έχουν το δημοσιονομικό περιθώριο, όπως συμφωνήθηκε και στο χθεσινό Eurogroup στο Λουξεμβούργο.
Στην ίδια συνεδρίαση αναβλήθηκε και το ξεκαθάρισμα για το πώς θα μπορεί να υλοποιηθεί από τα κράτη μέλη της Ένωσης, η ρήτρα διαφυγής για την ενέργεια, την οποία ανακοίνωσε πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, λέγοντας κατ αρχάς ότι το δημοσιονομικό περιθώριο που θα δημιουργηθεί θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για την επιτάχυνση επενδύσεων οι οποίες θα οδηγήσουν στην ταχύτερη απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Προβλήματα και για Ελλάδα
Στην Ελλάδα, οι υψηλές τιμές της ενέργειας από την κρίση στη Μέση Ανατολή θα έχουν μεγαλύτερο κόστος αρχικά στον πληθωρισμό. Και αυτό γιατί η Ελλάδα είναι από τις περισσότερο εξαρτημένες χώρες της ΕΕ σε εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, ενώ ως εσωτερική αγορά αντιμετωπίζει πολλές και σοβαρές στρεβλώσεις τις οποίες δεν τις έχει αντιμετωπίσει πλήρως από την προηγούμενη ενεργειακή κρίση του 2022.
Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο η Ελλάδα έφτασε να εμφανίζει πληθωρισμό 4,9% σε όρους εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή τον Μάιο, ήτοι τον τρίτο υψηλότερο πληθωρισμό στην ΕΕ η οποία παρουσίασε μέσο πληθωρισμό 3,2% για τον ίδιο μήνα.
Το γεγονός αυτό, θα αυξήσει τις κοινωνικές πιέσεις για έκτακτα μέτρα στήριξης συμπιέζοντας τα δημοσιονομικά περιθώρια της κυβέρνησης η οποία θέλει να ανακοινώσει στην φετινή προεκλογική ΔΕΘ, ένα γενναίο πακέτο μόνιμων μέτρων το οποίο θα εφαρμοστεί το 2027.
Ο δεύτερος μεγάλος φόβος αφορά το ΑΕΠ. Η Ελλάδα έχει ήδη αναθεωρήσει καθοδικά την ανάπτυξη για φέτος από το 2,4% στο 2%. Πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι στο πρώτο τρίμηνο του χρόνου η οικονομία αναπτύχθηκε 2%, δηλαδή ακριβώς όσο είναι και ο ετήσιος στόχος. Ωστόσο το πρώτο τρίμηνο επηρεάστηκε μόνο για κάποιες μέρες του Μαρτίου από τις υψηλές τιμές της ενέργειας. Στα υπόλοιπα τρία τρίμηνα του χρόνου, θα καταγραφεί πλήρως η επίδραση των υψηλών τιμών ενέργειας. Αυτό, μπορεί να οδηγήσει σε νέα αναθεώρηση προς τα κάτω της ανάπτυξης για το 2026.
Τέλος, μια συνέπεια που θα αντιμετωπίσει η Ελλάδα λόγω της γενικής αβεβαιότητας, θα είναι και η αναστολή επενδύσεων κατοίκων και μη κατοίκων Οι επενδύσεις, εκτός από το γενικότερο κλίμα θα επηρεαστούν και από την αύξηση του κόστους χρήματος, η οποία ξεκίνησε με την χθεσινή απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζα να αυξήσει τα επιτόκια της κατά 25 μονάδες βάσης χωρίς να μπορεί κανείς να είναι σίγουρος πότε θα σταματήσει.
Πηγή: capital.gr





