Η Διάσκεψη της Βόννης ξεκίνησε με προειδοποιήσεις ότι ο χρόνος τελειώνει για το κλίμα, καθώς ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες συγκρούονται ξανά για τη χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης.
Με φόντο τις ολοένα συχνότερες ακραίες θερμοκρασίες, τις πλημμύρες, τις ξηρασίες και την αυξανόμενη ανησυχία για την πορεία του πλανήτη, η ετήσια Διάσκεψη της Βόννης για την Κλιματική Αλλαγή διεξήχθη στη Γερμανία, στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα προς τις κυβερνήσεις του κόσμου: δεν υπάρχει πλέον χρόνος για καθυστερήσεις.
Η συνάντηση, που φιλοξενείται στην έδρα της Γραμματείας του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή και θα διαρκέσει έως τις 18 Ιουνίου, αποτελεί τον βασικό προπαρασκευαστικό σταθμό για την COP31, την επόμενη μεγάλη παγκόσμια διάσκεψη για το κλίμα που θα πραγματοποιηθεί τον Νοέμβριο στην Αττάλεια της Τουρκίας υπό την κοινή προεδρία Τουρκίας και Αυστραλίας.
Το κλίμα των εργασιών ήταν από την πρώτη στιγμή ιδιαίτερα πιεστικό. Ο εκτελεστικός γραμματέας του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή, Σάιμον Στιλ, έστειλε ένα αυστηρό μήνυμα προς όλες τις πλευρές, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει περιθώριο για επιστροφή σε παλαιές συζητήσεις ή επαναδιαπραγμάτευση δεσμεύσεων που έχουν ήδη αναληφθεί.
Όπως υπογράμμισε, ο κόσμος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πολλαπλή κρίση. Οι ακραίες θερμοκρασίες προκαλούν χιλιάδες θανάτους, οι συνέπειες του Ελ Νίνιο επιβαρύνουν την παγκόσμια οικονομία και ενισχύουν τον πληθωρισμό, ενώ οι γεωπολιτικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή δημιουργούν νέες πιέσεις στις αγορές ενέργειας και στα δημόσια οικονομικά πολλών χωρών.
Ο Στιλ συνέδεσε ευθέως την ενεργειακή αστάθεια με τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Όπως ανέφερε, κάθε χώρα που εξακολουθεί να στηρίζει την ανάπτυξή της στο πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τον άνθρακα ουσιαστικά εισάγει πληθωρισμό και οικονομική αβεβαιότητα, ενώ ταυτόχρονα εξάγει την ενεργειακή της ασφάλεια και την πολιτική της αυτονομία.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Τούρκος υπουργός Περιβάλλοντος, Αστικοποίησης και Κλιματικής Αλλαγής, Μουράτ Κουρούμ, ο οποίος ως πρόεδρος της επερχόμενης COP31 δεσμεύθηκε ότι θα παρουσιάσει συγκεκριμένο οδικό χάρτη με στόχους και μέτρα για την επιτάχυνση της κλιματικής δράσης.
Την αισιοδοξία του εξέφρασε και ο Αυστραλός υπουργός Κλιματικής Αλλαγής και Ενέργειας Κρις Μπόουεν, υποστηρίζοντας ότι πλέον υπάρχει ευρεία συναίνεση γύρω από τις βασικές λύσεις: περισσότερες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μεγαλύτερη ηλεκτροκίνηση, μικρότερη εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και ταχύτερη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Ωστόσο, πίσω από τις δηλώσεις περί κοινής κατεύθυνσης, οι παλιές αντιπαραθέσεις παραμένουν έντονες. Οι αναπτυσσόμενες χώρες επανέφεραν με έμφαση το ζήτημα της χρηματοδότησης. Εκπροσωπώντας την ομάδα G77 και την Κίνα, η Ουρουγουάη ζήτησε από τις ανεπτυγμένες οικονομίες να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους για χρηματοδότηση έργων προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, μεταφορά τεχνολογίας και ενίσχυση των θεσμικών δυνατοτήτων των φτωχότερων κρατών.
Αντίστοιχα, οι χώρες του μπλοκ BASIC – Βραζιλία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική – υπογράμμισαν ότι η μεγαλύτερη εκκρεμότητα στις διεθνείς διαπραγματεύσεις παραμένει η ανεπαρκής οικονομική συμβολή των ανεπτυγμένων χωρών.
Η συζήτηση αυτή δεν είναι καινούργια. Εδώ και χρόνια οι αναπτυσσόμενες οικονομίες επισημαίνουν ότι οι πλούσιες χώρες ευθύνονται ιστορικά για το μεγαλύτερο μέρος των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και συνεπώς οφείλουν να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο του οικονομικού βάρους της μετάβασης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω της κυπριακής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ, επιχείρησε να διατηρήσει ισορροπίες, επαναλαμβάνοντας τη δέσμευσή της στους στόχους της Συμφωνίας των Παρισίων και αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την ανάγκη αύξησης της χρηματοδότησης προς τις πλέον ευάλωτες χώρες.
Παρά τις διαβεβαιώσεις αυτές, η ανησυχία παραμένει έντονη κυρίως μεταξύ των φτωχότερων κρατών του πλανήτη. Οι 44 λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες προειδοποίησαν ότι οι σημερινές πολιτικές δεν επαρκούν για να συγκρατήσουν την αύξηση της θερμοκρασίας στον στόχο του 1,5 βαθμού Κελσίου σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα.
Η προειδοποίηση αυτή συμμερίζονται και οι μεγαλύτερες περιβαλλοντικές οργανώσεις. Το WWF κάλεσε τις κυβερνήσεις να επιταχύνουν δραστικά τις προσπάθειες, επισημαίνοντας ότι η παγκόσμια κοινότητα δεν βρίσκεται σήμερα σε τροχιά συμβατή με τον στόχο του 1,5°C.
Παρόμοια ήταν και η παρέμβαση της Climate Action Network, ενός διεθνούς δικτύου που εκπροσωπεί περίπου 2.500 οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Η οργάνωση υπογράμμισε ότι οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής γίνονται ολοένα πιο καταστροφικές και πως απαιτείται πολύ μεγαλύτερη διεθνής συνεργασία για να αντιμετωπιστούν.
Η Διάσκεψη της Βόννης δεν λαμβάνει συνήθως τη δημοσιότητα των COP, όμως συχνά αποτελεί τον χώρο όπου καθορίζονται οι ισορροπίες και οι συγκρούσεις που θα κυριαρχήσουν στις μεγάλες παγκόσμιες διαπραγματεύσεις. Και το μήνυμα που εκπέμπεται φέτος είναι ξεκάθαρο.
Η επιστήμη προειδοποιεί ότι το παράθυρο για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη κλείνει γρήγορα. Οι αναπτυσσόμενες χώρες ζητούν περισσότερα χρήματα. Οι ανεπτυγμένες καλούνται να αποδείξουν ότι οι δεσμεύσεις τους δεν είναι μόνο λόγια. Και ο κόσμος πλησιάζει όλο και περισσότερο στο όριο του 1,5 βαθμού που θεωρείται κρίσιμο για την αποφυγή των πιο καταστροφικών συνεπειών της κλιματικής αλλαγής.
Η πραγματική μάχη της Βόννης δεν αφορά απλώς τις διαπραγματεύσεις. Αφορά το κατά πόσο οι κυβερνήσεις είναι διατεθειμένες να μετατρέψουν τις υποσχέσεις σε πράξεις πριν ο χρόνος εξαντληθεί οριστικά.
Πηγή: tanea.gr




