Σχεδόν 400 προσωπικότητες του παγκόσμιου κινηματογράφου, με επικεφαλής τη Νάταλι Πόρτμαν, υπερασπίζονται τον Ισραηλινό σκηνοθέτη Ναβάντ Λαπίντ και ανοίγουν μια νέα συζήτηση για τα όρια του πολιτιστικού μποϊκοτάζ στην εποχή του πολέμου στη Γάζα.
Ο πόλεμος στη Γάζα δεν διχάζει μόνο κυβερνήσεις, κοινωνίες και διεθνείς οργανισμούς. Διχάζει πλέον βαθιά και τον κόσμο του πολιτισμού. Το τελευταίο επεισόδιο αυτής της αντιπαράθεσης εκτυλίσσεται στη Γαλλία, με πρωταγωνιστή έναν από τους σημαντικότερους δημιουργούς του σύγχρονου ισραηλινού κινηματογράφου, τον Ναβάντ Λαπίντ.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις σε ολόκληρη τη διεθνή κινηματογραφική κοινότητα, οδηγώντας σχεδόν 400 προσωπικότητες της έβδομης τέχνης να υπογράψουν ανοικτή επιστολή υπέρ του σκηνοθέτη. Ανάμεσά τους βρίσκονται η ηθοποιός Νάταλι Πόρτμαν, ο σκηνοθέτης Ζακ Οντιάρ, η Ζαστίν Τριέ, ο Μισέλ Χαζαναβίτσιους και δεκάδες ακόμη δημιουργοί από κάθε γωνιά του κόσμου.
Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται η πρόσκληση του Λαπίντ στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μασσαλίας, όπου επρόκειτο να συμμετάσχει ως μέλος της κριτικής επιτροπής και να παρουσιαστεί η ταινία του «Policeman». Η παρουσία του, ωστόσο, προκάλεσε αντιδράσεις από μερίδα επαγγελματιών του κινηματογράφου και ακτιβιστών, οι οποίοι υποστήριξαν ότι ένας Ισραηλινός δημιουργός δεν θα έπρεπε να συμμετέχει σε διεθνή πολιτιστική διοργάνωση όσο συνεχίζεται ο πόλεμος στη Γάζα.
Οι πιέσεις ήταν τόσο έντονες ώστε αρκετές ταινίες αποσύρθηκαν από το πρόγραμμα του φεστιβάλ, ενώ υπήρξαν ακόμη και παρεμβάσεις προς χορηγούς της διοργάνωσης. Τελικά, ο ίδιος ο Λαπίντ αποφάσισε να αποχωρήσει, επιλέγοντας να μην παραστεί στο φεστιβάλ ώστε να αποφευχθεί περαιτέρω κλιμάκωση της έντασης.
Η απόφαση αυτή λειτούργησε ως καταλύτης για μια ευρύτερη αντίδραση στον καλλιτεχνικό κόσμο. Οι υπογράφοντες την επιστολή που δημοσιεύθηκε στη Le Monde χαρακτηρίζουν τις πιέσεις εναντίον του σκηνοθέτη «πνευματική αποτυχία» και προειδοποιούν για τους κινδύνους που δημιουργεί η τάση να ταυτίζεται ένας καλλιτέχνης με την εθνικότητά του.
Το επιχείρημά τους αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν αναλογιστεί κανείς ποιος είναι ο Ναβάντ Λαπίντ. Δεν πρόκειται για έναν δημιουργό που στήριξε τις επιλογές της ισραηλινής κυβέρνησης ή κράτησε αποστάσεις από όσα συμβαίνουν στη Γάζα. Αντιθέτως, θεωρείται μία από τις πιο έντονες και σταθερές φωνές κριτικής απέναντι στις πολιτικές του Ισραήλ.
Τα τελευταία χρόνια έχει καταγγείλει δημόσια τη στρατιωτική επιχείρηση στη Γάζα, έχει επικρίνει επανειλημμένα τον πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου και έχει περιγράψει τις πολιτικές των διαδοχικών ισραηλινών κυβερνήσεων με ιδιαίτερα σκληρούς χαρακτηρισμούς. Για πολλούς, αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα καλλιτέχνη που αμφισβητεί ανοιχτά το πολιτικό σύστημα της χώρας του.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, οι υποστηρικτές του θεωρούν ότι η απόπειρα αποκλεισμού του δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Όπως σημειώνουν στην επιστολή τους, αντί να ανοίξει ένας ουσιαστικός διάλογος για τις μορφές αντίστασης, για τον ρόλο του πολιτισμού απέναντι στη βία και για τη συμβολή της τέχνης στη δημόσια συζήτηση, κυριάρχησαν πρακτικές εκφοβισμού που οδήγησαν στο αντίθετο αποτέλεσμα: στη φίμωση μιας διαφωνούσας φωνής.
Το ζήτημα αγγίζει ένα από τα πιο σύνθετα ηθικά διλήμματα της σύγχρονης πολιτιστικής ζωής. Μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει ένα πολιτιστικό μποϊκοτάζ; Είναι θεμιτό να αποκλείεται ένας καλλιτέχνης λόγω της εθνικότητάς του, ακόμη κι όταν ο ίδιος αντιτίθεται στις πολιτικές της κυβέρνησής του; Ή μήπως η τέχνη οφείλει να παραμένει χώρος διαλόγου και όχι συλλογικής τιμωρίας;
Οι υπογράφοντες την επιστολή αναγνωρίζουν το βαρύ πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται η συζήτηση. Κάνουν αναφορά στην τραγωδία της Γάζας, στην ανθρωπιστική καταστροφή και στην αίσθηση αδυναμίας που νιώθουν πολλοί άνθρωποι απέναντι στις εξελίξεις. Παραδέχονται επίσης ότι η αλληλεγγύη προς τον παλαιστινιακό λαό αποτελεί ένα απολύτως θεμιτό πολιτικό και ηθικό αίτημα.
Ωστόσο, υποστηρίζουν ότι η συγκεκριμένη περίπτωση είναι διαφορετική. Δεν αφορά τη στάση απέναντι στο Ισραήλ ή στην Παλαιστίνη, αλλά το δικαίωμα ενός καλλιτέχνη να κρίνεται από το έργο και τις θέσεις του και όχι από το διαβατήριο που κρατά.
Η συζήτηση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια εποχή όπου ο πολιτισμός βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο πολιτικών συγκρούσεων. Από τον πόλεμο στην Ουκρανία μέχρι τη Γάζα, από τα πανεπιστήμια μέχρι τα φεστιβάλ κινηματογράφου, η τέχνη καλείται όλο και συχνότερα να πάρει θέση.
Το ερώτημα είναι αν αυτή η απαίτηση οδηγεί σε μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση ή αν τελικά περιορίζει τον ίδιο τον χώρο της ελεύθερης έκφρασης που η τέχνη υποτίθεται ότι υπηρετεί.
Η υπόθεση του Ναβάντ Λαπίντ ξεπερνά πλέον τα όρια ενός φεστιβάλ στη Μασσαλία. Έχει μετατραπεί σε σύμβολο μιας ευρύτερης σύγκρουσης για το πώς αντιλαμβάνεται ο σύγχρονος πολιτισμός την ευθύνη, την αλληλεγγύη, την ελευθερία και τη διαφωνία.
Και ίσως γι’ αυτό η φράση που ξεχωρίζει περισσότερο από την επιστολή των δημιουργών να μην αφορά ούτε το Ισραήλ ούτε την Παλαιστίνη. Αφορά την ίδια την τέχνη: ότι οι δύσκολες συζητήσεις πρέπει να γίνονται, αλλά χωρίς να μετατρέπονται σε μηχανισμούς αποκλεισμού που καταλήγουν να ακυρώνουν ακριβώς τον διάλογο που υποτίθεται ότι επιδιώκουν να προστατεύσουν.
Πηγή: tanea.gr





