Υπερπλεονάσματα: Ποιος τα πληρώνει τελικά – Τι δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ –

Υπερπλεονάσματα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Μπαίνοντας και πάλι σε προεκλογικό περιβάλλον η συζήτηση για τη φορολογία περιστρέφεται γύρω από τους συντελεστές, τις φοροαπαλλαγές και τις μειώσεις φόρων που εξαγγέλλονται κάθε χρόνο στη ΔΕΘ.

Πολύ λιγότερο συζητείται το γεγονός ότι τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν πως το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του κράτους προέρχεται κυρίως από την κατανάλωση των νοικοκυριών και πολύ λιγότερο από την ανάπτυξη της οικονομίας ή την αύξηση του πλούτου.

Βενζίνη, ηλεκτρικό ρεύμα, τρόφιμα, ενοίκια που ενσωματώνουν ΦΠΑ στις υπηρεσίες, λογαριασμοί κινητής τηλεφωνίας, ακτοπλοϊκά εισιτήρια, καφές, σε κάθε συναλλαγή υπάρχει ένας φόρος που καταλήγει στα δημόσια ταμεία πριν ακόμη ο πολίτης εισπράξει τον μισθό του.

Τα νούμερα της ΕΛΣΤΑΤ που δείχνουν ισχυρή ανάπτυξη δείχνουν και αυξημένους φόρους. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 οι φόροι επί της παραγωγής και των εισαγωγών έφτασαν τα 9,97 δισ. ευρώ, αυξημένοι κατά 503 εκατ. ευρώ σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Η αύξηση άγγιξε το 5,3%. Την ίδια περίοδο οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας αυξήθηκαν κατά 4,1%, ενώ το ΑΕΠ κατά 2%.

Πρόκειται για μια λεπτομέρεια που λέει πολλά για το πώς λειτουργεί σήμερα το ελληνικό δημοσιονομικό μοντέλο. Αν και τα δημόσια οικονομικά εμφανίζουν  ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, τα φορολογικά έσοδα υπερβαίνουν συστηματικά τους στόχους και οι Βρυξέλλες συζητούν ήδη τον νέο δημοσιονομικό χώρο που θα δημιουργηθεί έως το τέλος της δεκαετίας.

Υπερπλεονάσματα

Τα στοιχεία ωστόσο δείχνουν οτι σημαντικό μέρος των εσόδων του κράτους εξακολουθεί να προέρχεται από τη φορολόγηση της καθημερινής κατανάλωσης, κάνοντας την ελληνική οικονομία χώρα των έμμεσων φόρων. Η Ελλάδα παραμένει μία από τις οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που στηρίζονται περισσότερο στους έμμεσους φόρους.

Ο ΦΠΑ, οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης στα καύσιμα, στον καπνό, στην ενέργεια και σε σειρά προϊόντων αποτελούν τον βασικό κορμό των κρατικών εσόδων.

Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε συζήτηση για μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα ή στα καύσιμα προσκρούει πάντα στο επιχείρημα από το υπουργείο Οικονομικών, οτι το δημοσιονομικό κόστος θεωρείται εξαιρετικά υψηλό.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στους εθνικούς λογαριασμούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι φόροι επί των προϊόντων αυξήθηκαν κατά 3,9% σε ετήσια βάση στο πρώτο τρίμηνο του 2026, όταν η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της οικονομίας αυξήθηκε μόλις κατά 1,8%.

Με απλά λόγια, το φορολογικό αποτύπωμα της οικονομίας αυξάνεται ταχύτερα από την ίδια την παραγωγή. Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς η χώρα εισέρχεται σε μια νέα περίοδο πληθωριστικών πιέσεων λόγω της ενεργειακής κρίσης που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.

Υπερπλεονάσματα: Η ακρίβεια γεμίζει τα δημόσια ταμεία

Η καθημερινή ακρίβεια για τα νοικοκυριά σημαίνει απώλεια αγοραστικής δύναμης, ενώ για τα δημόσια ταμεία σημαίνει αύξηση εσόδων. Απόδειξη είναι οτι κατά την ενεργειακή κρίση του 2022 και του 2023 τα φορολογικά έσοδα εκτοξεύθηκαν πολύ υψηλότερα από τις αρχικές προβλέψεις. Το ίδιο φαινόμενο αρχίζει να εμφανίζεται και σήμερα.

Όσο αυξάνεται η τιμή ενός προϊόντος, αυξάνεται και ο ΦΠΑ που εισπράττει το κράτος. Όσο ακριβότερη γίνεται η βενζίνη, τόσο αυξάνεται η συνολική φορολογική επιβάρυνση που ενσωματώνεται σε κάθε λίτρο καυσίμου. Η Ελλάδα καταγράφει ήδη έναν από τους υψηλότερους πληθωρισμούς στην Ευρωζώνη. Τον Μάιο ο εναρμονισμένος πληθωρισμός έφτασε το 5%, όταν ο μέσος όρος της Ευρωζώνης διαμορφώθηκε στο 3,2%.

Η μεγαλύτερη απόκλιση εντοπίζεται στην ενέργεια. Ο ενεργειακός πληθωρισμός στην Ελλάδα ανήλθε στο 20,2%, σχεδόν διπλάσιος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Κάθε ποσοστιαία μονάδα αύξησης των τιμών, ωστόσο μεταφράζεται σε επιπλέον φορολογικά έσοδα. Αυτό εξηγεί γιατί το κράτος εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με τα νοικοκυριά απέναντι στην ακρίβεια.

ΥπερπλεονάσματαΥπερπλεονάσματα

Την ίδια στιγμή που τα έσοδα αυξάνονται, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ακόμα μέτωπο. Η Κομισιόν, ο ΟΟΣΑ, το ΔΝΤ, η Τράπεζα της Ελλάδος και πρόσφατα το ΙΟΒΕ έχουν στρέψει την προσοχή τους στις φορολογικές δαπάνες της χώρας. Οι 1.236 φοροαπαλλαγές που ισχύουν σήμερα κοστίζουν περίπου 22,9 δισ. ευρώ ετησίως. Το ποσό αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα τρίτο των συνολικών φορολογικών εσόδων. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν ζητούν οριζόντιες καταργήσεις. Ζητούν όμως αξιολόγηση. Ποιες απαλλαγές έχουν κοινωνικό αποτέλεσμα, ποιες ενισχύουν την ανάπτυξη και ποιες απλώς μειώνουν τα έσοδα χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.

Η συζήτηση αυτή που ανοίγει ξανά από τους θεσμούς,  φέρνει στην επιφάνεια την αντίφαση του ελληνικού μοντέλου, που από τη μία πλευρά το κράτος αντλεί ολοένα περισσότερα έσοδα από την κατανάλωση, ενώ από την άλλη διατηρεί ένα εκτεταμένο σύστημα εξαιρέσεων, απαλλαγών και ειδικών καθεστώτων που συχνά ωφελούν συγκεκριμένες ομάδες φορολογουμένων.

Ποιος σηκώνει τελικά το βάρος

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι στο πρώτο τρίμηνο του 2026 οι αμοιβές εργασίας αντιστοιχούσαν στο 36,3% του ονομαστικού ΑΕΠ.

Το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα και τα μικτά εισοδήματα αντιστοιχούσαν στο 48,4%. Την ίδια ώρα οι φόροι επί της παραγωγής και των εισαγωγών έφτασαν σχεδόν τα 10 δισ. ευρώ μέσα σε ένα μόνο τρίμηνο.

Πλέον όλο και πιο συχνά στη δημόσια συζήτηση τίθεται ως προτεραιότητα μαζί με το ύψος της φορολογίας, να εξεταστει και η κατανομή των φόρων, προκειμένου να είναι σαφέστερο  ποιος χρηματοδοτεί την επιτυχημένη πορεία των δημόσιων οικονομικών.

Πηγή: ot.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ