Ο υποψήφιος για τον Ιατρικό Σύλλογο Λάρισας μίλησε για την ενίσχυση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, την ανάγκη ανοίγματος του ΕΟΠΥΥ σε περισσότερους γιατρούς, τις προκλήσεις των νέων επιστημόνων και τη μάχη απέναντι στο δημογραφικό πρόβλημα.
Καλεσμένος στην εκπομπή του FORMedia Radio 99.8 «Ennitime is a good time», με την Έννη Λεβέντη και τον Κώστα Ανέστη, ήταν ο Ντίνος Γιαννακόπουλος, ο οποίος ανέπτυξε τις θέσεις και τις προτάσεις του για το μέλλον της υγείας, της ιατρικής κοινότητας και της λειτουργίας του συστήματος περίθαλψης στη χώρα.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο κ. Γιαννακόπουλος αναφέρθηκε στην κατάσταση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, επισημαίνοντας ότι οι πολίτες εξυπηρετούνται σε μεγάλο βαθμό από τον ιδιωτικό τομέα, ιδιαίτερα όσον αφορά τις διαγνωστικές και εργαστηριακές εξετάσεις. Όπως σημείωσε, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι δομές του ΕΣΥ, οι πολίτες δεν εκφράζουν παράπονα για την ποιότητα των υπηρεσιών που λαμβάνουν.
Την ίδια στιγμή, υπογράμμισε την ανάγκη ενίσχυσης των δημόσιων δομών πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα Κέντρα Υγείας, τα οποία συχνά αντιμετωπίζουν προβλήματα υποστελέχωσης, ελλείψεων σε ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό και αναλώσιμα υλικά, γεγονός που περιορίζει τη λειτουργικότητά τους.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον ΕΟΠΥΥ, ζητώντας το άνοιγμα του Οργανισμού σε περισσότερους γιατρούς και ειδικότητες. Όπως ανέφερε, από τους περίπου 5.000 γιατρούς που είχαν ενταχθεί αρχικά στο δίκτυο του Οργανισμού, σήμερα παραμένουν περίπου 1.500, αριθμός που δεν επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών σε πανελλαδικό επίπεδο.
Παράλληλα, εξέφρασε την αντίθεσή του στο σύστημα των υποχρεωτικών παραπομπών (gatekeeping), υποστηρίζοντας ότι δημιουργεί καθυστερήσεις στην πρόσβαση των ασθενών σε εξειδικευμένες υπηρεσίες υγείας. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ελεύθερη πρόσβαση του πολίτη στους ειδικούς γιατρούς αποτελεί βασική προϋπόθεση για την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας.
Ο κ. Γιαννακόπουλος αναφέρθηκε επίσης στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαστηριακοί γιατροί, τονίζοντας ότι παραμένει ανενεργό το πλαίσιο συλλογικών συμβάσεων μεταξύ του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου και του ΕΟΠΥΥ. Όπως υποστήριξε, η καθυστέρηση αυτή δημιουργεί ανασφάλεια στους επαγγελματίες του χώρου και ενισχύει τη συγκέντρωση υπηρεσιών υγείας σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.
Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε στο δημογραφικό πρόβλημα και την υπογεννητικότητα. Ο ίδιος χαρακτήρισε το ζήτημα ως μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πλέον γερασμένες κοινωνίες της Ευρώπης. Για την αντιμετώπιση του φαινομένου, πρότεινε συνδυασμό συστηματικής ενημέρωσης των πολιτών και θέσπισης ουσιαστικών κινήτρων από την Πολιτεία για τη στήριξη των νέων οικογενειών.
Παράλληλα, ανέδειξε τη σημασία της πρόληψης, των εμβολιασμών και της έγκαιρης διάγνωσης, τονίζοντας ότι η ενημέρωση των πολιτών έχει συμβάλει καθοριστικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και στην αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης για πολλές ασθένειες.
Ιδιαίτερη ανησυχία εξέφρασε για το μέλλον των νέων αυτοαπασχολούμενων γιατρών, σημειώνοντας ότι η συνεχής ενίσχυση μεγάλων εταιρικών σχημάτων στον χώρο της υγείας δυσκολεύει τη βιωσιμότητα των ανεξάρτητων ιατρείων. Όπως ανέφερε, χωρίς ουσιαστική προστασία της επαγγελματικής αξιοπρέπειας και των συνθηκών εργασίας των γιατρών, το φαινόμενο της εξάρτησης από μεγάλους ομίλους θα ενταθεί τα επόμενα χρόνια.
Ο κ. Γιαννακόπουλος στάθηκε στην ανάγκη στενής συνεργασίας μεταξύ των γιατρών του ΕΣΥ και των ιδιωτών, υπογραμμίζοντας ότι όλοι υπηρετούν τον ίδιο στόχο: την ποιοτική φροντίδα του πολίτη. Επικαλέστηκε μάλιστα την εμπειρία της πανδημίας, η οποία ανέδειξε τη σημασία ενός ισχυρού μεικτού συστήματος υγείας, με σαφείς ρόλους, επαρκή χρηματοδότηση του δημόσιου τομέα και αποτελεσματική εποπτεία του ιδιωτικού.
Κλείνοντας τη συνέντευξη, επανέλαβε ότι στο επίκεντρο των προτάσεών του βρίσκονται οι νέοι γιατροί, τους οποίους χαρακτήρισε ως το μέλλον του ιατρικού λειτουργήματος και της δημόσιας υγείας στη χώρα, επισημαίνοντας ότι η στήριξή τους αποτελεί προϋπόθεση για ένα βιώσιμο και ποιοτικό σύστημα υγείας τα επόμενα χρόνια.
Ακούστε ολόκληρη τη συνέντευξη






