ΛΙΓΟΤΕΡΕΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΙΔΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ: Κόλπα με… γάλα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Η κτηνοτροφία καταρρέει λόγω της ευλογιάς, αλλά οι ποσότητες στην αγορά παραμένουν σε επίπεδο προ ζωονόσου δημιουργώντας σκιές ελληνοποιήσεων από τα Βαλκάνια

Δυο σχεδόν χρόνια μετά την εμφάνιση του πρώτου κρούσματος της ευλογιάς των αιγοπροβάτων στην Ελλάδα, τον Αύγουστο του 2024, η Θεσσαλία, η σημαντικότερη γαλακτοπαραγωγική περιφέρεια της χώρας και η «καρδιά» της παραγωγής φέτας ΠΟΠ, εμφανίζει μια πρωτοφανή συρρίκνωση της παραγωγής πρόβειου γάλακτος. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, τα επίσημα στοιχεία σε εθνικό επίπεδο δεν αποτυπώνουν αντίστοιχη μείωση στις παραδιδόμενες ποσότητες, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για το εάν μέρος των αναγκών της αγοράς καλύπτεται μέσω εισαγόμενου γάλακτος που παρουσιάζεται ως ελληνικό.

Γράφει ο Τάσος Κουρκούμπας από την «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Η θανάτωση περισσοτέρων από 500.000 ζώων λόγω της ευλογιάς χωρίς να μειώνεται η παραγωγή γάλακτος σε συνδυασμό με τις

κατά καιρούς καταγγελίες κτηνοτρόφων και τις δημόσιες παρεμβάσεις του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας (ΣΕΚ), επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα των παράνομων ελληνοποιήσεων γάλακτος από χώρες όπως η Βουλγαρία και η Ρουμανία. Πως όμως έχει η κατάσταση στη Θεσσαλία;

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ για το 2024, οι τέσσερις Περιφερειακές Ενότητες της Θεσσαλίας παρέδωσαν συνολικά 163.544,7 τόνους πρόβειου γάλακτος, ποσότητα που αντιστοιχούσε στο 22,4% της συνολικής ελληνικής παραγωγής των 730.610 τόνων.

Η Περιφερειακή Ενότητα Λάρισας αποτελούσε και αποτελεί μακράν τον μεγαλύτερο παραγωγό πρόβειου γάλακτος στη χώρα. Το 2024 2.358 παραγωγοί απέδωσαν 104.102,6 τόνους γάλακτος, καλύπτοντας το 63,7% της θεσσαλικής παραγωγής. Οι κτηνοτροφικές μονάδες της Λάρισας δηλαδή, παρήγαγαν σχεδόν τα δύο τρίτα του πρόβειου γάλακτος της Θεσσαλίας αποτελώντας τον κρίσιμο κρίκο για τη βιομηχανία φέτας και όχι μόνο.

Στην Περιφερειακή Ενότητα των Τρικάλων,τη δεύτερη σε όγκο παραγωγής με σημαντική παρουσία μικρομεσαίων κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων περιοχή της Θεσσαλίας, οι 924 παραγωγοί έδωσαν συνολικά 22.353,1 τόνους γάλακτοςτο 2024. Αντίστοιχα οι 880 παραγωγοί της Περιφερειακής Ενότητας Καρδίτσας απέδωσαν 18.770,7 τόνους στη γαλακτοβιομηχανία, ενώ στην Περιφερειακή Ενότητα Μαγνησίας, 18.318,2 τόνοι γάλακτος παρήχθησαν από 501 κτηνοτροφικές μονάδες.

Λιγότεροι μόνο οι παραγωγοί

Τα στοιχεία του πρώτου τριμήνου του 2026 αποτυπώνουν μια εξαιρετικά ανησυχητική εικόνα σε επίπεδο Θεσσαλίας με τους παραγωγούς να μειώνονται κατά 26,61%, από 4.663 σε 3.422, και τις παραδοθείσες ποσότητες γάλακτος να ανέρχονται σε 49.364,3 τόνους. Όπως γίνεται αντιληπτό η μείωση των παραγωγικών μονάδων βάσει των στοιχείων του 2024, δεν συνοδεύεται με ανάλογη μείωση της ποσότητας, που αν διατηρηθεί στον ίδιο όγκο θα φτάσει τις προ διετίας τιμές.

Η μεγαλύτερη απώλεια παραγωγών καταγράφεται στο νομό της Λάρισας, όπου από 2.358 μειώθηκαν σε 1.748 (-25,87%)με την παραγωγή γάλακτοςνα φτάνει τους 31.843,9 τόνους. Ήτοι, απομένουν 72.000 τόνοι γάλακτος για να καλυφθεί η παραγώμενη ποσότητα πρόβειου γάλατος του 2024

Η πιο ακραία εικόνα μείωσης των παραγωγών καταγράφεται στη Μαγνησία,με σχεδόν έναν στους δύο κτηνοτρόφους να τίθεται νοκ άουτ από την ευλογιά. Συγκεκριμένα οι παραγωγοίαπό 501 έπεσαν στους 273 (μείωση κατά 45,51%). Στη Μαγνησία πάντως η παραγωγή για το πρώτο τρίμηνο του 2026 ανήλθε στους 3.513,9, απόδοση που στους ίδιους ρυθμούς μάλλον δύσκολα θα φτάσει τους προ διετίας 18.318,2 τόνους. Στην περιοχή των Τρικάλων, είχαμε τη μικρότερη ποσοστιαία μείωση του αριθμού των παραγωγών, από τους 924 σε 725 (-21,54%).

Εντούτοις η δηλωμένη ποσότητα γάλατος ανέρχεται σε 7.383,8 τόνους, όταν για όλο το 2024είχαν δηλωθεί 22.353,1. Θετικά μηνύματα αφήνει και η παραγωγή των κτηνοτρόφων της Καρδίτσας, καθώς με 6.622,8 τόνους στο πρώτο τρίμηνο έυκολα «πιάνεται» η απόδοση όλου του 2024. Τι κι αν οι παραγωγοί μειώθηκαν από 880 σε 676 (-23,18%)

Υποψίες και ανησυχία

Το γεγονός ότι οι πρόδηλες απώλειες στον πληθυσμό των παραγωγών είναι πρόδηλες τόσο σε θεσσαλικό όσο και σε σε εθνικό επίπεδο (από 38.821 σε 28.378, μείωση 26,9%), δεν συνοδεύονται από αντίστοιχη πτώση στις ποσότητες, προκαλεί ερωτηματικά και εντείνει τις υποψίες για εισαγωγές και ελληνοποιήσεις.

Σύμφωνα με δημόσιες αναφορές του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας (ΣΕΚ), αλλά και μαρτυρίες παραγωγών στη Θεσσαλία, υπάρχει έντονη ανησυχία ότι εισαγόμενο γάλα από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία διοχετεύεται κάτω από το ραντάρ των ελέγχων στην ελληνική αγορά και εμφανίζεται ως εγχώριο. Όπως λένε, το οικονομικό κίνητρο θεωρείται ισχυρό όταν το εισαγόμενο γάλα από βαλκανικές χώρες μπορεί να κοστίζει σημαντικά χαμηλότερα από το ελληνικό, δημιουργώντας περιθώρια υπερκέρδους: η μέση τιμή για τον παραγωγό στο πρόβειο γάλα διαμορφώνεται σήμερα στο 1,50 ευρώ/κιλό, το άγραφο εισαγόμενο φέρεται να είναι μόλις στο 1,20 ευρώ/κιλό.

Οι παραδόσεις του γάλακτος καταγράφονται με βάση τα τιμολόγια που το συνοδεύουν. Οι κτηνοτρόφοι δηλώνουν ότι δεν έχουν λόγο να «φουσκώσουν» τα τιμολόγια, διότι η συνδεδεμένη επιδότηση για το πρόβειο γάλα απαιτεί ελάχιστη παραγωγή 100 κιλών τον χρόνο για κάθε ζώο. Η μέση παραγωγή των προβάτων στις ελληνικές φάρμες φτάνει τα 300 κιλά τον χρόνο, επομένως το όριο καλύπτεται εύκολα. Κάπως έτσι «δείχνουν» προς τις μεγάλες μονάδες γαλακτοκομικών προϊόντων.

Το ξένο γάλα, λένε παραγωγοί, χρεώνεται σε συγκεκριμένους κτηνοτρόφους ή συνεταιρισμούς, οι οποίοι ελέγχονται από μεγάλες εταιρείες και φέρεται να συμψηφίζεται κατά περίπτωση στα χαρτιά με την εικονική αναγραφή τιμής και ποσότητας. Δεν επιβεβαιώνεται ότι το γάλα μεταφέρεται σε παγοκολόνες, όπως περιγράφεται ότι συνέβαινε παλαιότερα.Κι όλα αυτά σε συνέχεια της περίφημης δήλωσης Τσιάρα στις αρχές του 2026, όταν κληθείς να εξηγήσει πως η σημαντική μείωση του ζωικού κεφαλαίου της χώρας λόγω της ευλογιάς όχι μόνο δεν οδήγησε σε παράλληλη μείωση της παραγωγής γάλακτος αλλά εμφάνιζε και αύξηση, ο τότε υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης υποστήριξε ότι ίσως περισσότερα ζώα που νόσησαν και θανατώθηκαν να μην ήταν…παραγωγικά.

Τα στοιχεία της Θεσσαλίας καταγράφουν πλέον μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα: η μείωση ζώων και μονάδων δεν αντανακλάται ανάλογα στην αγορά. Αντιθέτως επιτείνουν την ανάγκη αυστηροποίησης των ελέγχων. Η διασφάλιση της ιχνηλασιμότητας του γάλακτος άλλωστε, δεν αποτελεί μόνο ζήτημα προστασίας του εισοδήματος των κτηνοτρόφων. Αφορά τη διατήρηση της αξιοπιστίας της φέτας, ενός από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας και βασικού πυλώνα της αγροτικής οικονομίας της Θεσσαλίας.

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ