Του Κώστα Κατίκου
Αποκατάσταση των περικοπών σε συντάξεις χηρείας που έχουν μειωθεί από το 70% στο 35% της σύνταξης του θανόντος μελετά η κυβέρνηση. Επιταχυντής των αλλαγών είναι η απόφαση του ΣτΕ η οποία αν εφαρμοστεί τότε θα πρέπει να γίνουν και νέες μειώσεις σε όσους λαμβάνουν δύο εθνικές συντάξεις.
Το υπουργείο Εργασίας κρατά κλειστά τα χαρτιά του για τις σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις καθώς οι τελικές αποφάσεις θα ληφθούν σε ανώτεροι κυβερνητικό επίπεδο. Ωστόσο σύμφωνα με πληροφορίες η επιλογή είναι να συνεχιστεί το πάγωμα των μειώσεων που βάσει νόμου θα έπρεπε να γίνουν αλλά δεν εφαρμόστηκαν σε περίπου 118.000 συντάξεις χηρείας και παράλληλα διερευνάται μια λύση που θα αποκαθιστά τις μειώσεις που έγιναν σε άλλες 12.000 συντάξεις χηρείας του Δημοσίου.
Αυτή τη στιγμή ουσιαστικά υπάρχει νόμος (ο νόμος “Κατρούγκαλου” από το 2016) που εφαρμόζεται “α λα κάρτ”. Οι μεν συντάξεις χηρείας του Δημοσίου έχουν μειωθεί από το 70% στο 35% της σύνταξης του θανόντος ενώ οι συντάξεις χηρείας του ιδιωτικού τομέα δεν έχουν περικοπή λόγω των αντιδράσεων που είχαν εκδηλωθεί όταν (το 2020) το υπουργείο αποπειράθηκε να εφαρμόσει τις ίδιες μειώσεις με αυτές του Δημοσίου.
Η απόφαση του ΣτΕ από την άλλη, δικαιώνει την αποκαλούμενη “εγκύκλιο Τσακλόγλου” με την οποία θα έπρεπε να καταβάλλεται μια αντί δυο εθνικές συντάξεις όταν μαζί με τη χηρεία ο ίδιος δικαιούχος παίρνει και σύνταξη γήρατος.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό η κυβέρνηση δρομολογεί ήδη σχέδιο αλλαγών με κύριο μέλημα την αποκατάσταση των περικοπών που προβλέπει ο νόμος “Κατρούγκαλου”.
Οι αλλαγές αφορούν περίπου 295.000 συνταξιούχους που λαμβάνουν σύνταξη χηρείας μαζί με δεύτερη δική τους σύνταξη, ή και χωρίς σύνταξη εφόσον εργάζονται.
Σύμφωνα με πληροφορίες το σχέδιο που εξετάζεται για τις συντάξεις χηρείας προβλέπει:
1.Ακύρωση των περικοπών σε 118.000 συνταξιούχους που λαμβάνουν σύνταξη χηρείας από ταμεία του ιδιωτικού τομέα και ταυτόχρονα έχουν και δική τους σύνταξη ή εργάζονται. Αν εφαρμοζόταν η περικοπή τότε οι εν λόγω συνταξιούχοι θα έχαναν τη μισή σύνταξη χηρείας, και θα έπαιρναν το 35% αντί του 70% της σύνταξης του θανόντος.
2.Αποκατάσταση των μειώσεων που επιβλήθηκαν σε 12.00 συνταξιούχους που λαμβάνουν σύνταξη χηρείας του Δημοσίου. Η αποκατάσταση εξετάζεται να γίνει από εδώ και στο εξής με επαναφορά των συντάξεων αυτών από το 35% στο 70% της σύνταξης του θανόντος.
3.Αλλαγή της διάταξης για τις δυο εθνικές συντάξεις ώστε να συνεχίσει να καταβάλλεται και δεύτερη εθνική σύνταξη, σε συνταξιούχους με σύνταξη χηρείας και γήρατος ή αναπηρίας.
Υπενθυμίζεται ότι ο νόμος 4387/2016 (νόμος Κατρούγκαλου) κατέβαζε τη σύνταξη χηρείας στο 50% της σύνταξης του θανόντος μετά από μια τριετία στο 25% εφόσον ο δικαιούχος (χήρα/χήρος) έπαιρνε δική του σύνταξη ή εργαζόταν. Στη συνέχεια με τον νόμο 4670/2020 (νόμος Βρούτση) το 50% αυξήθηκε στο 70% και μετά την τριετία αν υπήρχε δεύτερη σύνταξη ή εργασία, το ποσοστό μειωνόταν στο 35%.
Η απόφαση του ΣτΕ
Η απόφαση 699/2026 του ΣτΕ αν και δεν παράγει επί της ουσίας κανένα πρακτικό αποτέλεσμα, εντούτοις έρχεται να “θυμίσει” την ξεχασμένη από το 2021 εγκύκλιο περί σώρευσης συντάξεων την λεγόμενη “εγκύκλιο Τσακλόγλου” με την οποία προβλεπόταν ότι στις περιπτώσεις λήψης δυο συντάξεων, είτε από διαφορετικά δικαιώματα (γήρατος και χηρείας), είτε από ίδιο δικαίωμα (δυο συντάξεις γήρατος), θα καταβάλλεται μια εθνική σύνταξη με το εκάστοτε πλήρες ποσό. Δηλαδή ένας συνταξιούχος λόγω γήρατος που λαμβάνει εθνική σύνταξη 446,87 ευρώ και εθνική σύνταξη λόγω χηρείας 312 ,80 ευρώ (στο 70% της εθνικής σύνταξης του θανόντος), θα πρέπει να λαμβάνει μόνον την εθνική σύνταξη γήρατος και η εθνική σύνταξη χηρείας να καταργηθεί. Η δε, ανταποδοτική σύνταξη θα έπρεπε να καταβάλλεται μειωμένη στο 35%.
Αν είναι παλιός –πριν τον νόμο Κατρούγκαλου- συνταξιούχος τότε με βάση την εγκύκλιο θα έπαιρνε και τις δυο εθνικές συντάξεις αλλά η εθνική σύνταξη χηρείας θα μετατρεπόταν σε προσωπική διαφορά που σημαίνει ότι δεν θα δινόταν αυξήσεις.
Το ΣτΕ επιβεβαιώνει όσα λέει η εγκύκλιος αλλά την καθιστά ακυρωτέα ως προς το σκέλος των παλαιών συντάξεων, καθώς το Δικαστήριο κρίνει ότι η σώρευση και η μετατροπή μιας εκ των δυο εθνικών συντάξεων σε προσωπική διαφορά θα έπρεπε να προβλεφθεί ρητά στο νόμο Κατρούγκαλου και όχι να “νομοθετηθεί” σε εγκύκλιο.
Πηγή: capital.gr





