Πόσο ακόμα μπορεί η οικονομία να “αντέξει” πετρέλαιο πάνω από τα $100…

Πώς θα επηρεάσουν οι νέες εντάσεις στη Μ. Ανατολή οικονομία,...

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Της Ελευθερίας Κούρταλη

Η παγκόσμια οικονομία απειλείται από το σοβαρό σοκ προσφοράς λόγω του πολέμου στο Ιράν και του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ. Παρόλα αυτά, όπως σημειώνει η Citigroup, διάφορες μετρήσεις για την οικονομική δραστηριότητα υποδεικνύουν ακόμη ανθεκτική απόδοση. Αυτές περιλαμβάνουν τους δείκτες PMI, τους δείκτες “έκπληξης” και την απόδοση των παγκόσμιων χρηματιστηριακών αγορών. Η συνεχιζόμενη δυναμική αντανακλά εν μέρει την επιταχυνόμενη ισχύ των δαπανών για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Αλλά γενικότερα, η παγκόσμια οικονομία φαίνεται να απορροφά το πετρελαϊκό σοκ αρκετά ομαλά. 

Ως εκ τούτου, η Citi υποβαθμίζει, προς το παρόν τουλάχιστον, την πρόβλεψή της για την παγκόσμια ανάπτυξη μόνο μέτρια. Τώρα βλέπει την οικονομία να αναπτύσσεται κατά 2,6% φέτος, από μια πρόβλεψη 2,9% τον Φεβρουάριο. Συμπερασματικά, η πρόβλεψή της παραμένει σε μεγάλο βαθμό σε λειτουργία “wait and see”. Αλλά μέχρι σήμερα, τα στοιχεία δείχνουν περισσότερο προς την ανθεκτικότητα παρά προς την απότομη επιβράδυνση.

Η Citi εκτιμά παράλληλα ότι πληθωρισμός θα αυξηθεί στο 3,5% φέτος, σχεδόν κατά μία ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα από την έναρξη της σύγκρουσης. Παρακολουθεί επίσης στενά τις δευτερογενείς επιπτώσεις στον δομικό πληθωρισμό, καθώς οι εταιρείες επιδιώκουν να μετακυλίσουν το υψηλότερο κόστος στους καταναλωτές. Ωστόσο, προβλέπει ότι το σοκ θα είναι βραχύβιο, με τον ονομαστικό πληθωρισμό να υποχωρεί στο 2,7% τον επόμενο χρόνο.

Καθώς η δυναμική της οικονομίας φαίνεται να έχει παραμείνει αμετάβλητη, οι αγορές δίνουν ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στον κίνδυνο υψηλότερου πληθωρισμού και, κατά συνέπεια, προεξοφλούν λιγότερο υποστηρικτικές πολιτικές. Οι αγορές βλέπουν μία αύξηση επιτοκίων από την Fed μέχρι το τέλος του έτους, τρεις αυξήσεις από την ΕΚΤ και δύο ή τρεις αυξήσεις από την Τράπεζα της Αγγλίας. 

Μπορεί η ανάπτυξη να παραμείνει ανθεκτική εάν οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν πάνω από τα 100 δολάρια/βαρέλι;

Παρά την ισχυρή απόδοση της παγκόσμιας οικονομίας, η Citi συνεχίζει να βλέπει τις προοπτικές να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και, ιδίως, από το ζήτημα του χρόνου που θα παραμείνουν κλειστά το Στενά του Ορμούζ.

Έτσι, εξετάζει δύο βασικές πορείες για τις τιμές του πετρελαίου. 

Στην πιο ευνοϊκή πορεία, μια συμφωνία έπειτα από διαπραγμάτευση για το άνοιγμα του Ορμούζ προκύπτει μέσα στον επόμενο μήνα περίπου και η ναυτιλία μέσω των Στενών επανεκκινεί σταδιακά. Εάν συμβεί αυτό, η Citi εκτιμά ότι η τιμή του πετρελαίου θα μειωθεί στα 80 δολάρια/βαρέλι κατά μέσο όρο κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό θα είναι περίπου 20 δολάρια/βαρέλι υψηλότερο από τις προβλέψεις της πριν από τη σύγκρουση. Αυτή η σημαντική ανοδική αναθεώρηση αντανακλά το ότι αρκετά εκατομμύρια βαρέλια ημερήσιας προσφοράς είναι πιθανό να μην υπάρχουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, υποδηλώνοντας την καταστροφή της παραγωγής, της διύλισης και της χωρητικότητας των αγωγών.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η παγκόσμια οικονομία θα απολάμβανε μια σχετικά ομαλή προσγείωση. Έτσι, η παγκόσμια ανάπτυξη φέτος θα είναι λίγο πιο αδύναμη από τις προσδοκίες πριν από τη σύγκρουση και ο πληθωρισμός θα είναι κάπως υψηλότερος. Η άποψη της αμερικάνικης τράπεζας είναι ότι η παγκόσμια οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί αρκετά καλά με το πετρέλαιο στα 80 δολάρια/βαρέλι.

Στο δεύτερο σενάριο που εξετάζει η Citi, τα Στενά παραμένουν κλειστά για μεγάλο μέρος του έτους και η τιμή του πετρελαίου Brent κυμαίνεται κατά μέσο όρο στα 120 δολάρια/βαρέλι καθ’ όλη τη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου. 

Υπό αυτές τις υποθέσεις, οι επιπτώσεις είναι πιο σοβαρές. Η παγκόσμια ανάπτυξη πέφτει πολύ κάτω από το 2% και ο πληθωρισμός κινείται κοντά στο 5%. 

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η οικονομία θα πληγεί όχι μόνο από τις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου, αλλά και από δευτερογενείς και τριτογενείς επιπτώσεις των διαταραχών της αλυσίδας εφοδιασμού. Κατά την εκτίμησή της, τα πετροχημικά και τα λιπάσματα φαίνονται ιδιαίτερα ευάλωτα. 

Ενώ το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να μην χαρακτηρίζεται ως ένα πλήρες στασιμοπληθωριστικό επεισόδιο συγκρίσιμο με τα τέλη της δεκαετίας του 1970, ωστόσο θα έχει αυτή τη χροιά.

Η Citi σημειώνει ότι η τρέχουσα πρόβλεψή της είναι περίπου παράλληλη με το πιο ευνοϊκό από αυτά τα δύο σενάρια. Αυτό που πιστεύει ακράδαντα είναι το εξής: Εάν υπάρξει επίλυση της σύγκρουσης και οι τιμές του πετρελαίου υποχωρήσουν ξανά κάτω από τα 100 δολάρια/βαρέλι, η παγκόσμια οικονομία φαίνεται πιθανό να σταθεί στα πόδια της. Η ανάπτυξη φέτος θα είναι λίγο χαμηλότερη και ο πληθωρισμός κάπως υψηλότερος ως αποτέλεσμα των διαταραχών, αλλά η συνολική οικονομική απόδοση θα παραμείνει ισχυρή.

“Το ερώτημα με το οποίο συνεχίζουμε να… παλεύουμε είναι εάν θα μπορούσε να επιτευχθεί παρόμοια απόδοση εάν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια/βαρέλι”, τονίζει χαρακτηριστικά η Citi. 

Η βασική της άποψη είναι ότι η ανάπτυξη θα μειωθεί αισθητά. Ωστόσο, όπως σημειώθηκε παραπάνω, η παγκόσμια οικονομία έχει δείξει εκπληκτική ανθεκτικότητα από την έναρξη της σύγκρουσης και, γενικότερα, έχει ξεπεράσει μια ποικιλία σοκ στα χρόνια που ακολούθησαν την πανδημία. Το 2022, ήταν η Ρωσία-Ουκρανία. Το 2023 και το 2024, ήταν οι αυξήσεις των επιτοκίων των κεντρικών τραπεζών. Και πέρυσι ήταν οι δασμοί Τραμπ. Σε κάθε περίπτωση, η ανάπτυξη συνεχίστηκε κοντά στην τάση. “Η παγκόσμια οικονομία είναι μάλλον απλώς πιο προσαρμόσιμη και ευέλικτη από ό,τι ήταν πριν από μια ή δύο δεκαετίες”, σημειώνει η αμερικάνικη τράπεζα.

Πιο συγκεκριμένα, βλέπει τρεις παράγοντες που ενδεχομένως αυξάνουν την ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας απέναντι στις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου.

Πρώτον, η ένταση του ΑΕΠ που αφορά το πετρέλαιο έχει μειωθεί απότομα τις τελευταίες δεκαετίες. Έτσι, η αύξηση των τιμών του πετρελαίου μεταφράζεται σε μικρότερο σοκ στο συνολικό κόστος παραγωγής.

Δεύτερον, τα παγκόσμια αποθέματα είναι σημαντικά και έχουν παράσχει ένα σημαντικό “μαξιλάρι”. Ενώ υπάρχει εύλογη συζήτηση σχετικά με το πόσο μπορούν να αντέξουν αυτά τα αποθέματα, η εξάντληση μέχρι σήμερα φαίνεται πολύ μικρότερη λόγω της σημαντικής συσσώρευσης του περασμένου έτους (καθώς η προσφορά πετρελαίου ήταν πολύ πιο μπροστά από τη ζήτηση). 

Τρίτον, οι τιμές του πετρελαίου έως και 110 δολάρια/βαρέλι δεν είναι πρωτοφανείς. Από το 2011 έως το πρώτο εξάμηνο του 2014, οι τιμές του πετρελαίου κινήθηκαν σε παρόμοια υψηλά επίπεδα και η παγκόσμια ανάπτυξη παρέμεινε σταθερή. Σε αυτό το επεισόδιο, οι παράγοντες που οδήγησαν στις υψηλές τιμές του πετρελαίου αντανακλούσαν ένα μείγμα πιέσεων στην προσφορά και ισχυρής ζήτησης, ιδίως από την Κίνα και άλλες αναδυόμενες αγορές. Παρ’ όλα αυτά, η Citi βλέπει αυτό το επεισόδιο ως σημαντικό προηγούμενο καθώς θα εξετάζει στη συνέχεια περαιτέρω πιθανά σενάρια για την παγκόσμια οικονομία.

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ