Αρκετούς κινδύνους για την πορεία της ελληνικής οικονομίας διαβλέπει η Κομισιόν. Τόσο οι εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι οποίες δημοσιοποιήθηκαν χθες όσο και η έκθεση για τις Μακροοικονομικές Ανισορροπίες καταγράφουν μια σειρά από ζητήματα τα οποία θα πρέπει να επιλυθούν. Τώρα, η 3η εξέταση της ΕΕ για την ελληνική οικονομία αποτελεί εκείνη για το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, η οποία αναμένεται να δοθεί στη δημοσιότητα στις 3 Ιουνίου. Σύμφωνα με τη δεύτερη, η Ελλάδα «χρειάζεται να γίνει πιο ανταγωνιστική για να συμβάλει στη μείωση του χρέους και να παγιώσει τη βελτίωση των εξωτερικών ισοζυγίων».
Σύμφωνα με την Κομισιόν, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υψηλούς, αν και μειούμενους, δείκτες δημόσιου και εξωτερικού χρέους, ενώ το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένει υψηλό και η εξυγίανση των μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός του τραπεζικού τομέα εξακολουθεί να προχωρά με αργούς ρυθμούς.
Άλλωστε, οι εαρινές προβλέψεις της Κομισιόν προβλέπουν ότι το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα αυξηθεί ξανά στο 7,1% φέτος από 6% το 2025 για να «πέσει» και πάλι στο 6,1% το 2027. Το σοκ στις τιμές της ενέργειας λόγω και της κατάστασης στη Μέση Ανατολή οδηγεί την Κομισιόν στην αναθεώρηση των προβλέψεων.
Η Κομισιόν αποδίδει την περαιτέρω επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο γεγονός ότι η εφαρμογή του Ταμείου Ανάκαμψης
Κομισιόν: Επιβράδυνση και ενεργειακό σοκ
Επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας σε επίπεδα κάτω από 2%, στο 1,8% φέτος και στο 1,6% το 2027, προβλέπει για την Ελλάδα η Κομισιόν στην έκθεση των εαρινών της προβλέψεων, με τη χώρα να παραμένει ωστόσο πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Την ίδια στιγμή ανοδικές τάσεις θα επικρατήσουν στο μέτωπο του πληθωρισμού, ο οποίος σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Κομισιόν το 2026 θα διαμορφωθεί στο 3,7% και στο 2,4% το 2027.
Σχετικά με την επόμενη χρονιά, η Κομισιόν αποδίδει την περαιτέρω επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο γεγονός ότι η εφαρμογή του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας θα ολοκληρώνεται σταδιακά. Στους κινδύνους για την ελληνική οικονομία περιλαμβάνεται και το ότι μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις εξαγωγές υπηρεσιών, ιδιαίτερα τον τουρισμό.
Η έντονη ζήτηση και η χαμηλή κατασκευαστική δραστηριότητα οδηγούν σε ταχεία αύξηση των τιμών κατοικιών
Η «φούσκα» στην ελληνική αγορά ακινήτων
Στην έκθεση για τις Μακροοικονομικές Ανισορροπίες, υπάρχουν αιχμές για την αγορά κατοικίας. Σύμφωνα με την Κομισιόν, οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν 7,8% το 2025, μετά την άνοδο 9,1% του 2024, με τη μεθοδολογία της Επιτροπής να καταγράφει «ενδείξεις υπερτίμησης περίπου 18% το 2025».
Η ένταση της πίεσης αποτυπώνεται στον δείκτη τιμών κατοικίας προς εισόδημα, ο οποίος αυξήθηκε κατά μέσο όρο 5% ετησίως την περίοδο 2022-2024, όταν στην ΕΕ καταγράφηκε μείωση 2,4%. Η ισχυρή εγχώρια και ξένη ζήτηση, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις και η μείωση του ποσοστού ιδιοκατοίκησης ασκούν πίεση σε ένα περιορισμένο απόθεμα κατοικίας, την ώρα που η επένδυση σε κατοικίες έφθασε μόλις το 62% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Όπως διαπιστώνει η Επιτροπή, «η έντονη ζήτηση και η χαμηλή κατασκευαστική δραστηριότητα οδηγούν σε ταχεία αύξηση των τιμών κατοικιών και συμβάλλουν στις προκλήσεις οικονομικής προσιτότητας της στέγασης».
όσο η εγχώρια όσο και η ξένη ζήτηση παρέμειναν ισχυρές, παρόλο που η εισροή άμεσων ξένων επενδύσεων στον τομέα των ακινήτων επιβραδύνθηκε κάπως το 2025. Αυτό μπορεί να οφείλεται εν μέρει στην αυστηροποίηση των όρων του προγράμματος «Golden Visa», το οποίο είχε συμβάλει στην ισχυρή ξένη ζήτηση στο παρελθόν.
Οι επενδυτικές ευκαιρίες στις βραχυπρόθεσμες μισθώσεις τροφοδότησαν σημαντική πίεση στη ζήτηση σε ορισμένες περιοχές, ενώ η ζήτηση για μακροπρόθεσμες μισθώσεις αυξήθηκε επίσης παράλληλα με τη μείωση του ποσοστού ιδιοκτησίας κατοικιών. Καθώς το απόθεμα κατοικιών που διατίθεται για μακροπρόθεσμες μισθώσεις είναι περιορισμένο, αυτό άσκησε ανοδική πίεση στις τιμές των ενοικίων.
Ισοζύγιο και επενδυτική θέση
Στον εξωτερικό τομέα, σύμφωνα με την έκθεση των Μακροοικονομικών Ανισορροπιών το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε από 7,2% του ΑΕΠ το 2024 σε 5,7% το 2025, κυρίως χάρη στη βελτίωση του ενεργειακού ισοζυγίου, παραμένει όμως «σημαντικά πάνω από το επίπεδο που συνάδει με τα οικονομικά θεμελιώδη μεγέθη της Ελλάδας».
Η Επιτροπή προβλέπει ελαφρά αύξηση στο 6,2% το 2026, λόγω της ισχυρής επενδυτικής ζήτησης και των εισαγωγών που τη συνοδεύουν, και υποχώρηση στο 5,8% το 2027. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε αυτήν την έκθεση δεν έχουν «μετρηθεί» οι συνέπειες από την κρίση στη Μέση Ανατολή.
Η διεθνής επενδυτική θέση της χώρας παραμένει η χαμηλότερη στην ΕΕ, στο -136,8% του ΑΕΠ, ενώ οι άμεσες ξένες επενδύσεις ενισχύθηκαν στο 4,8% του ΑΕΠ, καλύπτοντας το 70% των αναγκών εξωτερικής χρηματοδότησης έναντι μέσου όρου 30% την περίοδο 2021-2024.
Κόκκινα δάνεια
Τα δάνεια που έχουν μεταφερθεί στους servicers ανήλθαν σε 80 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2025, αυξημένα κατά 5 δισ. σε ετήσια βάση μετά το τελευταίο κύμα τιτλοποιήσεων του προγράμματος «Ηρακλής». Όπως υπογραμμίζει η έκθεση, «η εκκαθάριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός του τραπεζικού τομέα έχει προχωρήσει με αργό ρυθμό» και συνεχίζει να επιβαρύνει την οικονομία και την αποδοτική κατανομή κεφαλαίων. Ως εκ τούτου, τα «κόκκινα δάνεια» συνεχίζουν να αποτελούν εμπόδιο για την οικονομία.
Πηγή: ot.gr





