Τα ποιοτικά στοιχεία για την ελληνική οικονομία διατηρούν την εικόνα αντοχής παρά τις παρενέργειες της κρίσης και της αύξησης των τιμών ενέργειας. Ταυτόχρονα ωστόσο, διαμορφώνεται ένας νέος χάρτης κερδισμένων και χαμένων από τα απόνερα της κρίσης.
Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η ενεργειακή κρίση και η γεωπολιτική αστάθεια δεν επηρεάζουν όλους τους κλάδους με τον ίδιο τρόπο. Σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση προσπαθεί να διατηρήσει το αφήγημα της επενδυτικής σταθερότητας, η πραγματική οικονομία αρχίζει να εμφανίζει όλο και μεγαλύτερες αποκλίσεις.
Τα μεγάλα ενεργειακά projects, τα logistics, οι ψηφιακές υποδομές και ορισμένα τμήματα του τουρισμού κινούνται με υψηλές ταχύτητες, προσελκύοντας νέα κεφάλαια και αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον. Την ίδια ώρα, μεταποίηση, μικρό λιανεμπόριο, εστίαση και αγροτική παραγωγή λειτουργούν πλέον υπό καθεστώς συνεχούς πίεσης από το κόστος ενέργειας, της περιορισμένης ρευστότητας και της μείωσης της κατανάλωσης που ξεκινά να καταγράφεται.
Παράγοντες του λιανεμπορίου καταγράφουν επιβράδυνση της κατανάλωσης σε κατηγορίες που δεν θεωρούνται βασικές
Σύμφωνα με πληροφορίες το τελευταίο δίμηνο έχει αυξηθεί αισθητά η ζήτηση χρηματοδότησης για έργα που συνδέονται με ενέργεια, data centers, αποθήκευση και μεταφορικές υποδομές, καθώς μεγάλα funds και διεθνείς όμιλοι επαναξιολογούν την παρουσία τους στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η Ελλάδα εμφανίζεται να αποκτά μεγαλύτερο γεωπολιτικό βάρος ως κόμβος ενέργειας και logistics σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη αναζητά εναλλακτικές αλυσίδες τροφοδοσίας και πιο ασφαλείς ενεργειακές διαδρομές. Στο παρασκήνιο, κυβερνητικά στελέχη και επιχειρηματικοί φορείς παρακολουθούν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις συζητήσεις για νέους ενεργειακούς διαδρόμους, επέκταση υποδομών LNG και επενδύσεις σε ψηφιακά κέντρα δεδομένων, καθώς θεωρούν ότι η κρίση επιταχύνει εξελίξεις που υπό άλλες συνθήκες θα χρειάζονταν χρόνια.
Στην άλλη πλευρά της αγοράς, η εικόνα είναι αισθητά πιο εύθραυστη. Επιχειρήσεις της μεταποίησης μιλούν ήδη για σημαντική αύξηση του λειτουργικού κόστους εξαιτίας της ενέργειας και των μεταφορών, ενώ παράγοντες του λιανεμπορίου καταγράφουν επιβράδυνση της κατανάλωσης σε κατηγορίες που δεν θεωρούνται βασικές. Στην εστίαση και στις μικρές επιχειρήσεις τροφίμων, οι ανατιμήσεις σε πρώτες ύλες, καύσιμα και ενοίκια αρχίζουν να συμπιέζουν τα περιθώρια κέρδους, την ώρα που η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών πιέζεται από τον πληθωρισμό που προβλέπεται πλέον στο 4,6% για το 2026. Στον αγροτικό τομέα, η αύξηση στο κόστος λιπασμάτων, καυσίμων και άρδευσης δημιουργεί ανησυχία για νέες αυξήσεις στα τρόφιμα μέσα στους επόμενους μήνες. Το οικονομικό επιτελείο γνωρίζει ότι αυτή η νέα εσωτερική ανισορροπία μπορεί να εξελιχθεί σε πολιτικό ζήτημα, καθώς η κρίση δεν επηρεάζει πλέον ομοιόμορφα την οικονομία αλλά αναδιανέμει κέρδη, επενδύσεις και αντοχές με τρόπο που αρχίζει να γίνεται ορατός στην καθημερινότητα της αγοράς.
Σε εμπορικούς δρόμους της Αθήνας και της περιφέρειας, επιχειρήσεις βλέπουν το λειτουργικό κόστος να αυξάνεται ταχύτερα από τον τζίρο τους
Τα νέα στοιχήματα
Τις τελευταίες εβδομάδες το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται σε δραστηριότητες που θεωρούνται στρατηγικές μέσα σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον. Η ενέργεια βρίσκεται στην κορυφή αυτής της λίστας. Τα σχέδια για νέες μονάδες αποθήκευσης, διασυνδέσεις, terminals LNG και ενεργειακά δίκτυα αντιμετωπίζονται πλέον όχι μόνο ως επενδύσεις αλλά ως υποδομές γεωπολιτικής σημασίας.
Η Ελλάδα προσπαθεί να αξιοποιήσει αυτή τη συγκυρία. Η Αλεξανδρούπολη, ο Πειραιάς και η ευρύτερη ζώνη της Βόρειας Ελλάδας επανέρχονται στο επίκεντρο σχεδιασμών που συνδέουν ενέργεια, μεταφορές και άμυνα. Ευρωπαϊκές εταιρείες logistics αναζητούν νέες δυνατότητες αποθήκευσης και μεταφοράς εμπορευμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ επενδυτικά κεφάλαια εξετάζουν projects που πριν από δύο χρόνια θεωρούνταν δευτερεύοντα.
Παράλληλα, τα data centers εξελίσσονται σε έναν από τους πιο επιθετικά αναπτυσσόμενους τομείς της αγοράς. Η αυξημένη ανάγκη αποθήκευσης δεδομένων, οι νέες ενεργειακές απαιτήσεις της τεχνητής νοημοσύνης και η ανάγκη γεωγραφικής διαφοροποίησης των ψηφιακών υποδομών στρέφουν το ενδιαφέρον σε χώρες που μπορούν να συνδυάσουν ενέργεια, συνδεσιμότητα και πολιτική σταθερότητα. Στην αγορά υπάρχει η εκτίμηση ότι η Ελλάδα επιχειρεί να τοποθετηθεί ακριβώς σε αυτό το σημείο.
Η πίεση περνά στη μικρομεσαία οικονομία
Πίσω όμως από τα μεγάλα projects, η εικόνα στην καθημερινή οικονομία είναι πολύ πιο δύσκολη. Σε εμπορικούς δρόμους της Αθήνας και της περιφέρειας, επιχειρήσεις βλέπουν το λειτουργικό κόστος να αυξάνεται ταχύτερα από τον τζίρο τους. Οι αυξήσεις στα καύσιμα και στην ενέργεια επηρεάζουν πλέον κάθε στάδιο της λειτουργίας τους, από τις προμήθειες μέχρι τη μεταφορά προϊόντων και τις τελικές τιμές.
Στη μεταποίηση, οι πιέσεις είναι εντονότερες στις επιχειρήσεις που εξαρτώνται από ενεργοβόρες διαδικασίες ή εισαγόμενες πρώτες ύλες. Στελέχη του κλάδου αναφέρουν ότι αρκετές εταιρείες επανεξετάζουν επενδυτικά πλάνα για το δεύτερο εξάμηνο του 2026, καθώς το κόστος χρηματοδότησης παραμένει υψηλό και η αβεβαιότητα για την πορεία της ενέργειας δεν επιτρέπει ασφαλείς προβλέψεις.
Αντίστοιχη εικόνα υπάρχει και στην εστίαση. Οι αυξήσεις σε τρόφιμα, λάδια, μεταφορικά και ηλεκτρική ενέργεια έχουν περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια κέρδους. Η κατανάλωση παραμένει θετική, αλλά με σαφώς πιο προσεκτική συμπεριφορά από τα νοικοκυριά. Στην αγορά ήδη συζητείται το ενδεχόμενο νέων ανατιμήσεων σε βασικές υπηρεσίες μέσα στο καλοκαίρι, ειδικά αν οι διεθνείς τιμές ενέργειας παραμείνουν υψηλές.
Το κρίσιμο στοιχείο για την κυβέρνηση είναι ότι ο τουρισμός παραμένει βασικός παράγοντας στήριξης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών
Ο τουρισμός εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικό στήριγμα της οικονομίας, όμως και εδώ αρχίζουν να εμφανίζονται διαφοροποιήσεις. Τα ξενοδοχεία υψηλών κατηγοριών και οι premium προορισμοί εμφανίζουν αυξημένη ζήτηση, με τους επισκέπτες υψηλού εισοδήματος να συνεχίζουν να ταξιδεύουν παρά το αυξημένο κόστος. Αντίθετα, μικρότερες επιχειρήσεις και περιοχές που βασίζονται περισσότερο στον μαζικό τουρισμό βλέπουν πιο αργούς ρυθμούς κρατήσεων και μεγαλύτερη πίεση στα λειτουργικά τους έξοδα. Παράγοντες της αγοράς σημειώνουν ότι η αύξηση στα αεροπορικά καύσιμα και στις θαλάσσιες μεταφορές μπορεί να περάσει με καθυστέρηση στις τελικές τιμές των πακέτων, επηρεάζοντας περισσότερο τις μεσαίες κατηγορίες ταξιδιωτών.
Το κρίσιμο στοιχείο για την κυβέρνηση είναι ότι ο τουρισμός παραμένει βασικός παράγοντας στήριξης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών σε μια περίοδο όπου οι εισαγωγές ενέργειας και προϊόντων αυξάνονται ξανά. Ήδη οι εισαγωγές προβλέπεται να αυξηθούν το 2026, ταχύτερα από τις εξαγωγές, με αποτέλεσμα η συμβολή του εξωτερικού τομέα στο ΑΕΠ να παραμένει αρνητική.
Η κρίση αρχίζει να δημιουργεί και νέες γεωγραφικές ανισότητες μέσα στη χώρα. Περιοχές που συνδέονται με ενέργεια, logistics και μεγάλες υποδομές συγκεντρώνουν επενδυτικό ενδιαφέρον και νέα κεφάλαια. Αντίθετα, τοπικές οικονομίες που βασίζονται περισσότερο στην κατανάλωση, στη μικρή μεταποίηση ή στη χαμηλής κερδοφορίας αγροτική παραγωγή εμφανίζουν αυξανόμενη πίεση.Στο οικονομικό επιτελείο γνωρίζουν ότι αυτή η μεταβολή μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη ένταση τους επόμενους μήνες και για αυτό θα χρειαστούν περισσότερες δημοσιονομικές εφεδρείες.
Πηγή: ot.gr





