Το διατηρητέο κτιριακό απόθεμα της χώρας βρίσκεται εδώ και χρόνια σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς η ανάγκη προστασίας του συγκρούεται συχνά με τα υψηλά κόστη συντήρησης, τους αυστηρούς περιορισμούς αξιοποίησης και τη γραφειοκρατία των αρμόδιων υπηρεσιών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η λειτουργία ενός λειτουργικού και οικονομικά βιώσιμου μοντέλου παρέμβασης έχει καταστεί επιτακτική.
Σε αυτό ακριβώς το πεδίο έρχεται να απαντήσει το περίφημο πρόγραμμα «Διατηρώ» ένα πολύπαθο πρόγραμμα που είχε ανακοινωθεί για πρώτη φορά στα τέλη του 2020 αλλά ακόμη δεν έχει ανοίξει. Μάλιστα, αρμόδιες πηγές αναφέρουν ότι, δεν αναμένεται να βγει στον αέρα πριν τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.
Δεσμευμένοι πόροι 75 εκατ. ευρώ
Σε κάθε περίπτωση, ο Γενικός Γραμματέας Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ. Ευθύμιος Μπακογιάννης, μιλώντας σε ημερίδα που διοργάνωσε ο Πανελλήνιος Σύλλογος Ιδιοκτητών Διατηρητέων Κτηρίων και Μνημείων, ανέφερε ότι 75 εκατ. ευρώ είναι ήδη δεσμευμένα ενώ ο οδηγός είναι έτοιμος και συμφωνημένος με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Περιέγραψε μάλιστα και τα βασικά «εργαλείο» του προγράμματος για παρεμβάσεις σε διατηρητέα κτίρια, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση τόσο στη χρηματοδοτική διάσταση όσο και στους περιορισμούς που θέτει το ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Προοπτική αύξησης χρηματοδότησης
Όπως επεσήμανε, εκτός από το δεσμευμένο κονδύλι των 75 εκατ. ευρώ, υπάρχει και προοπτική ενίσχυσης των πόρων, εφόσον υπάρξει ισχυρό ενδιαφέρον. «Από τη στιγμή που θα ανοίξει το πρόγραμμα, εάν υπάρξει εξάντληση της υπερδέσμευσης των 150 εκατομμύριων και καλυφθούν οι αιτήσεις, το υπουργείο Οικονομικών έχει δεσμευθεί ότι θα συμπληρώσει τα υπόλοιπα χρήματα», τόνισε, εξηγώντας ότι υπάρχει επιφυλακτικότητα ως προς το ύψος των κονδυλίων που θα δεσμευτούν εξαρχής.
Ο φόβος καθυστερήσεων και απώλειας πόρων
Ο βασικός φόβος, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι να «κλειδώσουν» μεγάλα ποσά από το ΕΣΠΑ χωρίς να μπορέσουν τελικά να αξιοποιηθούν εγκαίρως, λόγω καθυστερήσεων στην ωρίμανση των μελετών. Και αυτό γιατί –όπως παραδέχθηκε– οι αρμόδιες υπηρεσίες λειτουργούν υπό πίεση, με περιορισμένο προσωπικό και αυξημένο φόρτο εργασίας, γεγονός που συχνά οδηγεί σε χρονοκαθυστερήσεις στις εγκρίσεις και στην υλοποίηση των έργων.
Οι αυστηροί κανόνες της Κομισιόν και η διαπραγμάτευση
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις δεσμεύσεις που απορρέουν από τη χρηματοδότηση του προγράμματος «Διατηρώ» μέσω ΕΣΠΑ και τη στάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τονίζοντας ότι οι κανόνες δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια ευελιξίας. «Αυτός που θα σου δίνει τα χρήματα έχει κάποιους κανόνες. Ή παίζεις με τους κανόνες αυτού που σου δίνει τα λεφτά ή δεν κάνεις το πρόγραμμα», ανέφερε. Κατέστησε
δε σαφές ότι, στις προτεραιότητες της Ευρώπης σήμερα δεν περιλαμβάνεται η προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, αλλά η ενεργειακή αναβάθμιση.
Έτσι, παρά τις ενστάσεις που εκφράστηκαν στην εκδήλωση από ιδιοκτήτες διατηρητέων οι οποίοι υπογράμμισαν την ανάγκη «οι επεμβάσεις για ενεργειακή αναβάθμιση να φτάνουν έως εκεί που δεν αλλοιώνουν τα στοιχεία που καθιστούν το κτίριο άξιο διατήρησης», ο κ. Μπακογιάννης επέμεινε ότι η ένταξη στο πρόγραμμα προϋποθέτει συγκεκριμένες ενεργειακές επιδόσεις. Παρά τις δυσκολίες που αυτό συνεπάγεται για τα διατηρητέα κτίρια, ο Γενικός Γραμματέας υπογράμμισε ότι έγινε σημαντική διαπραγματευτική προσπάθεια με την Κομισιόν ώστε να υπάρξει κάποια προσαρμογή.
Ιδιωτική συμμετοχή, περιορισμοί και επιλέξιμες παρεμβάσεις
«Ο οδηγός έχει φτιαχτεί με ένα σκεπτικό το οποίο δέχθηκε η Κομισιόν με πολύ μεγάλη προσπάθεια, ώστε να χρηματοδοτήσει το 50% από τη δαπάνη των εργασιών», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι η ενίσχυση περιορίζεται στο μισό των δαπανών καθώς θεωρείται κρατική ενίσχυση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αποδείξει ότι έχει το άλλο 50%.
Παράλληλα, αποσαφήνισε ότι στο νέο Οδηγό του προγράμματος έχουν ενταχθεί κρίσιμες παρεμβάσεις που αρχικά δεν καλύπτονταν, όπως οι μελέτες και ο φέρων οργανισμός. Δηλαδή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δέχτηκε να δώσει τη δυνατότητα στερέωσης του κτιρίου, της ανάπτυξης των όψεων, χωρίς όμως καμία υποχώρηση στο ενεργειακό σκέλος.
Διεύρυνση δικαιούχων και παρεμβάσεων
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Μπακογιάννης και στη διεύρυνση των δικαιούχων του «Διατηρώ» καθώς θα μπορούν να ενταχθούν τόσο φυσικά όσο και νομικά πρόσωπα, όπως και των επιλέξιμων παρεμβάσεων. Όπως τόνισε εντάχθηκαν εργασίες που θα μπορούν «όχι να δικαιολογήσουν την ενεργειακή αναβάθμιση αλλά να την υποκρύπτουν», όπως παρεμβάσεις σε μηχανολογικά συστήματα ή άλλες «αφανείς» εργασίες, συμβατές με τον χαρακτήρα των διατηρητέων.
Τέλος, ξεκαθάρισε ότι η διαδικασία βρίσκεται σε πλήρη ωριμότητα από διοικητικής πλευράς. «Η πρόσκληση είναι έτοιμη και έχει ολοκληρωθεί ο οδηγός», επεσήμανε.

Συνδυασμός εργαλείων χρηματοδότησης
Την ευθύνη για την έκδοση της πρόσκλησης για το «Διατηρώ» θα έχει η ΜΟΔ (Μονάδα Οργάνωσης της Διαχείρισης Αναπτυξιακών Προγραμμάτων), με τον ίδιο να εκφράζει την εκτίμηση ότι το πρόγραμμα, μαζί με την ενεργοποίηση του μηχανισμού αποζημιώσεων μέσω της Μεταφοράς Συντελεστής Δόμησης (ΜΣΔ) και της Τράπεζας Γης θα μπορούν να αποτελέσουν μια πρώτη μικρή «χρηματοδοτική» ανάσα για τα διατηρητέα κτίρια.
Ειδικότερα, ανέφερε ότι είναι έτοιμη η μελέτη για τις πρώτες Ζώνες Υποδοχής Συντελεστή (ΖΥΣ) σε 80 επιλεγμένες δημοτικές ενότητες, δηλαδή τις περιοχές όπου θα μπορεί να μεταφερθεί και να αξιοποιηθεί ο ανεκμετάλλευτος συντελεστής δόμησης. Μάλιστα, η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για όλες τις περιοχές θα τεθεί σε δημόσια διαβούλευση το καλοκαίρι.
Προς ενεργοποίηση Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης
Μέσω του συγκεκριμένου μηχανισμού, ιδιοκτήτες διατηρητέων και άλλων ακινήτων με αυστηρούς πολεοδομικούς περιορισμούς αποκτούν τη δυνατότητα να μεταβιβάζουν τον συντελεστή δόμησης που δεν μπορούν να αξιοποιήσουν, εξασφαλίζοντας οικονομικούς πόρους για την αποκατάσταση και αξιοποίηση της περιουσίας τους. Η παρέμβαση καλύπτει διατηρητέα κτίρια, μνημεία, κοινόχρηστους χώρους και γενικότερα ακίνητα που υπόκεινται σε περιορισμούς δόμησης.
Ένα δύσκολο εγχείρημα με «βαρύ» παρελθόν
Η εφαρμογή ωστόσο της ΜΣΔ, ο οποίος είχε θεσμοθετηθεί το 1979, αποτελεί μια δύσκολη εξίσωση, την οποία δεν έχει καταφέρει να λύσει κανείς από το 2007 οπότε, έπειτα από μια σειρά ακυρωτικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, σταμάτησαν να εκδίδονται καθώς απαιτούνταν Ζώνες υποδοχής τους. Όμως κανένας δήμος δεν δέχονταν υποβάθμιση κάποιας περιοχής του, γεγονός που αποδείχθηκε προσφάτως και με την υπόθεση των «μπόνους» δόμησης του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού, κατά των οποίων προσέφυγαν στο ΣτΕ δημοτικοί άρχοντες των νοτίων προαστίων της Αττικής και δικαιώθηκαν.
Έτσι περίπου 3.837 ενεργοί τίτλοι από την περίοδο 1979-2007, οι οποίοι αντιστοιχούν σε 428.602 τ.μ. παραμένουν ακόμη ενεργοί με τους ιδιόκτητες του να αναμένουν την αξιοποίησή τους. Μια προσπάθεια έγινε το 2013 με τη θέσπιση της Τράπεζας Γης μέσω της οποίας θα γίνονταν αγοραπωλησίες, ωστόσο τα «γκισέ» της μόλις άνοιξαν, αλλά και πάλι πιλοτικά, από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ) αναμένοντας τη θεσμοθέτηση των Ζωνών Υποδοχής Συντελεστή.
Στόχος η τοπική αξιοποίηση του συντελεστή
Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τον κ. Μπακογιάννη, αυτή τη φορά το μέλημα είναι η μεταφορά συντελεστή δόμησης να πηγαίνει στις ευρύτερες γειτονιές οι οποίες βρίσκονται κοντά στα διατηρητέα κτίρια και όχι να αλλοιώνει την ταυτότητα άλλων περιοχών. «Είναι ωραίο να συζητάμε για μεταφορά συντελεστή από διατηρητέα στην Αθήνα, με την προϋπόθεση όμως να θέλουμε να υποδεχθούμε και τον συντελεστή αυτό στην Αθήνα. Όχι να θέλουμε να φτιάξουμε τα διατηρητέα στην Αθήνα και να πάρουμε τον συντελεστή να τον πάμε στην Ελευσίνα», είπε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Μπακογιάννης μιλώντας σε ιδιοκτήτες διατηρητέων εξήγησε πώς θα λειτουργήσει το σύστημα και τι πρέπει να προσέξουν οι εμπλεκόμενοι. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, οι 80 ζώνες που έχουν επιλεγεί δεν είναι τυχαίες, αλλά αφορούν περιοχές που μπορούν πραγματικά να “σηκώσουν” επιπλέον δόμηση, βάσει και των διεθνών πρακτικών, όπως π.χ. εκείνες με μέσα σταθερής τροχιάς, όπου εφαρμόζονται οι σύγχρονες πρακτικές της πόλης των 15 λεπτών, της συμπαγούς πόλης. «Δεν είναι μόνο ο συντελεστής δόμησης. Χρειάζονται και άλλοι παράμετροι, όπως το ύψος, ο όγκος και το ιδεατό στερεό, οι οποίοι «πρέπει να είναι συμπληρωματικοί προκειμένου να ικανοποιήσεις τον συντελεστή δόμηση».
Τα έσοδα κατευθύνονται στα διατηρητέα
Αναφερόμενος στα ποσά που θα συγκεντρώνονται από τις αγοραπωλησίες τίτλων ΜΣΔ, ξεκαθάρισε ότι θα πηγαίνουν αποκλειστικά στα διατηρητέα κτίρια. «Αυτό είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο από το 2019», τόνισε, επισημαίνοντας ότι «είναι ζεστό ιδιωτικό χρήμα, γιατί το δημόσιο χρήμα είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί για τέτοιες παρεμβάσεις».
Μύθος οι διπλοχαρακτηρισμοί
Επιπλέον, ο κ. Μπακογιάννης απάντησε στις παρατηρήσεις ιδιοκτητών και μηχανικών για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν από τους διπλοχαρακτηρισμούς κτιρίων από τα υπουργεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού οι οποίοι επιβαρύνουν έτι περαιτέρω τις διαδικασίες αδειοδοτήσεων και εγκρίσεων εργασιών, αλλά και στις καταγγελίες για αποχαρακτηρισμούς αξιόλογων κτιρίων.
Όπως υποστήριξε, τα τελευταία χρόνια «δεν έχει υπάρξει ούτε μία περίπτωση όπου και τα δύο υπουργεία να έχουν χαρακτηρίσει το ίδιο κτίριο ως “διατηρητέο”», γνωστοποιώντας ότι υπάρχει σχετική συμφωνία και έτσι κάθε υπουργείο σέβεται την απόφαση του άλλου, αποτρέποντας οριστικά τέτοια φαινόμενα.
Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία χαρακτηρισμού, υπογράμμισε ότι πλέον ακολουθείται αυστηρό και τεκμηριωμένο πλαίσιο. «Κάθε απόφαση βασίζεται σε πλήρη αξιολόγηση των αρχιτεκτονικών και μορφολογικών στοιχείων, αλλά και άλλων παραμέτρων, όπως η θέση του κτιρίου και η κατάσταση του ιδιοκτήτη», σημείωσε. Τόνισε δε, ότι υπάρχει και δικλείδα ασφαλείας καθώς ακόμη και μία διαφωνία σε Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής οδηγεί την υπόθεση στο ανώτερο όργανο για επανεξέταση. Παράλληλα, οι ιδιοκτήτες έχουν δικαίωμα να εκφράσουν τις απόψεις τους πριν από οποιαδήποτε απόφαση.
Το σύνθετο ζήτημα των αποχαρακτηρισμών
Αναφορικά με τους αποχαρακτηρισμούς διατηρητέων κτιρίων, παραδέχθηκε ότι πρόκειται για ένα σύνθετο ζήτημα, υποστηρίζοντας τη θέση ότι ο χαρακτηρισμός δεν είναι απαραίτητα μόνιμος, ειδικά όταν έχουν υπάρξει φθορές ή αρχικά σφάλματα εκτίμησης. «Στην περίοδο των χρόνων των χαρακτηρισμών έχουν υπάρξει και περιπτώσεις πλάνης. Το ότι μια στιγμή χαρακτηρίζεται κάποιο κτίριο διατηρητέο δεν σημαίνει ότι αυτό για πάντα έχει αυτή την ταυτότητα», είπε ο κ. Μπακογιάννης. Και κατέληξε: «Τα κτίρια διατρέχουν μια σειρά από βλάβες, ιδιαίτερα με την περίοδο των χρόνων.
Πρέπει να επανεκτιμάται ανάλογα με την αίτηση την οποία καταθέτει ο ιδιοκτήτης, εάν και κατά πόσο κάποιο κτίριο είτε από πλάνη περί τα πράγματα χαρακτηρίστηκε, ή εάν η κατάστασή τους σήμερα είναι τέτοια, εάν τελικά η βλάβη η οποία έχει προκύψει είναι ανεπιστρεπτή -ως προς τα φέροντα οργανισμό και τα χαρακτηριστικά του κτιρίου- και επομένως πρέπει να εξεταστεί ο αποχαρακτηρισμός».
Ωστόσο, θα πρέπει να αναφερθεί ότι από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, το οποίο έχει επιβεβαιωθεί και ερμηνευθεί από τη νομολογία του ΣτΕ προκύπτει ότι ένα διατηρητέο κτίριο διατηρεί τον χαρακτηρισμό του ακόμη και μετά από την κατάρρευσή του.
Αύξηση εγκαταλειμμένων κτιρίων
Στο μεταξύ, όσο αναζητείται λύση για τα διατηρητέα κτίρια, πληθαίνουν τα εγκαταλειμμένα αξιόλογα κτίσματα, εκ των οποίων πολλά είναι ετοιμόρροπα, ενώ άλλα έχουν ήδη καταρρεύσει. «Δεν πρόκειται απλώς για εικόνες φθοράς. Είναι ο καθρέφτης της αδυναμίας μας να δώσουμε λύσεις. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο τεχνικό ή πολεοδομικό. Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό», ανέφερε ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας της Κεντρικής Αντιπροσωπείας του ΤΕΕ κ. Ιωάννης Κυριακόπουλος, εστιάζοντας στις βασικές αιτίες που είναι η οικονομική δυσπραγία, τα σύνθετα ιδιοκτησιακά καθεστώτα, περιπτώσεις αγνώστων ιδιοκτητών και ένα δυσκίνητο διοικητικό σύστημα.
Τα στοιχεία που παρέθεσε είναι αποκαλυπτικά. «Πανελλαδικά υπολογίζονται περίπου 20.000 εγκαταλειμμένα κτήρια. Μόλις 1.000 εποπτεύονται από το Υπουργείο Πολιτισμού. Στην Αθήνα φτάνουν τα 1.600, ενώ υπάρχουν ακόμη 3.000 διατηρητέα, πολλά εκ των οποίων ανήκουν στο Δημόσιο. Την ίδια στιγμή, οι πολεοδομικές υπηρεσίες, υποστελεχωμένες, αδυνατούν να ανταποκριθούν στον όγκο των ελέγχων», τόνισε, επισημαίνοντας ότι δεν πρέπει να αγνοείται και το ζήτημα της επικινδυνότητας, με ευθύνη πρωτίστως του ιδιοκτήτη, αλλά και των δήμων που οφείλουν να παρεμβαίνουν, έστω και προσωρινά.
Πηγή: ot.gr




