ΔΩΡΑ ΚΑΝΑΒΙΤΣΑ: Παγωμένοι οι επαγγελματοβιοτέχνες της Μαγνησίας

Περιμένουν την κρατική υποστήριξη για να «υπάρχουν»

Σε μια περίοδο όπου η οικονομική αβεβαιότητα μοιάζει να αποτελεί τη νέα «κανονικότητα», η πραγματική εικόνα της αγοράς αποτυπώνεται πιο καθαρά μέσα από τη φωνή των ίδιων των επαγγελματιών.

Η Δώρα Καναβιτσά Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών, Βιοτεχνών και Εμπόρων
Ν. Μαγνησίας (ΟΕΒΕΜ) στην «Π.Θ»

Συνέντευξη στην Εννη Λεβέντη από την «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Εκείνων που βρίσκονται καθημερινά στην πρώτη γραμμή της οικονομικής δραστηριότητας, διαχειριζόμενοι όχι μόνο τα λειτουργικά κόστη των επιχειρήσεών τους αλλά και τις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες που διαμορφώνουν οι διεθνείς εξελίξεις. Από την πανδημία και την πολυετή οικονομική κρίση έως τις γεωπολιτικές εντάσεις και την ενεργειακή ακρίβεια, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις καλούνται να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον που δοκιμάζει τα όριά τους.

Η Μαγνησία δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντιθέτως, ως μια περιοχή με έντονη εμπορική και τουριστική δραστηριότητα, αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο τις πιέσεις που δέχεται η ελληνική περιφέρεια. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους, η εκτόξευση των τιμών στα καύσιμα και η συνακόλουθη αλυσιδωτή επιβάρυνση σε μεταφορές και πρώτες ύλες, δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τις επιχειρήσεις.

Οι επαγγελματίες βρίσκονται σε ένα δύσκολο αδιέξοδο,
καθώς το κόστος λειτουργίας αυξάνεται συνεχώς, ενώ
το εισόδημα των καταναλωτών μειώνεται

Την ίδια στιγμή, η αγοραστική δύναμη των πολιτών συρρικνώνεται, περιορίζοντας την κατανάλωση στα απολύτως απαραίτητα και αφήνοντας την αγορά σε κατάσταση στασιμότητας. Μέσα σε αυτό το σύνθετο και απαιτητικό τοπίο, οι επαγγελματίες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη να διατηρήσουν ανταγωνιστικές τιμές και στην επιβίωση των ίδιων των επιχειρήσεών τους. Παράλληλα, βρίσκονται αντιμέτωποι με μια ακόμη μεγάλη πρόκληση: τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την είσοδο της τεχνητής νοημοσύνης στην καθημερινή λειτουργία της αγοράς.

Η προσαρμογή στις νέες τεχνολογίες δεν αποτελεί πλέον επιλογή, αλλά προϋπόθεση βιωσιμότητας. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η Δώρα Καναβιτσά καταθέτει με σαφήνεια και ρεαλισμό τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι επαγγελματοβιοτέχνες της Μαγνησίας, αναλύει τα αίτια της «παγωμένης» αγοράς και αναδεικνύει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται ώστε οι μικρές επιχειρήσεις να μπορέσουν όχι μόνο να αντέξουν, αλλά και να εξελιχθούν σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό οικονομικό περιβάλλον. Οι επισημάνσεις της φωτίζουν μια πραγματικότητα που ξεπερνά τα τοπικά όρια και αντανακλά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει συνολικά η ελληνική οικονομία.

Οι επαγγελματίες ζητούν ουσιαστικές παρεμβάσεις, όπως μείωση φόρων, ρύθμιση χρεών και ενίσχυση ρευστότητας, ώστε να αντέξουν την κρίση. Παράλληλα, τονίζεται ότι ο εκσυγχρονισμός και η προσαρμογή στην τεχνολογία (ιδίως στην τεχνητή νοημοσύνη) είναι απαραίτητοι για την επιβίωση και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων στο μέλλον

Κυρία Καναβιτσά, σας βλέπουμε χαμογελαστή. Αν σας ζητούσα να περιγράψετε τη σημερινή εικόνα της αγοράς στη Μαγνησία, θα διατηρούσατε αυτό το χαμόγελο;

Το χαμόγελο παραμένει, γιατί είμαι εκ φύσεως αισιόδοξη και πιστεύω ότι ο επαγγελματίας πρέπει να κρατά μια στάση αντοχής και προσαρμοστικότητας απέναντι στις δυσκολίες. Ωστόσο, αυτή η αισιοδοξία συνοδεύεται από έντονο προβληματισμό. Η καθημερινότητα των επαγγελματιών έχει γίνει ιδιαίτερα απαιτητική και πιεστική.

Αντιμετωπίζουμε μια κατάσταση όπου τα προβλήματα δεν είναι μεμονωμένα, αλλά συσσωρευτικά και διαρκώς αυξανόμενα. Το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων έχει αυξηθεί σημαντικά, ενώ ταυτόχρονα τα περιθώρια αντίδρασης είναι περιορισμένα. Οι επαγγελματίες προσπαθούν να κρατήσουν τις επιχειρήσεις τους «όρθιες», απορροφώντας όσο μπορούν τις αυξήσεις, ώστε να μην επιβαρύνουν περαιτέρω τον καταναλωτή.

Παράλληλα, υπάρχει μια γενικότερη αβεβαιότητα για το μέλλον, που δεν επιτρέπει εύκολο προγραμματισμό. Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον ανασφάλειας, όπου κάθε απόφαση από την προμήθεια πρώτων υλών μέχρι τον καθορισμό τιμών γίνεται με μεγάλη επιφύλαξη. Άρα ναι, το χαμόγελο υπάρχει, αλλά πίσω από αυτό υπάρχει αγωνία και συνεχής προσπάθεια επιβίωσης.

Υπάρχουν, λοιπόν, φόβοι για την επιβίωση των επιχειρήσεων και τα έσοδα των επαγγελματιών;

Οι φόβοι είναι πλέον υπαρκτοί και έντονοι. Η σημερινή κατάσταση δεν προέκυψε ξαφνικά, αλλά είναι αποτέλεσμα μιας μακράς αλυσίδας κρίσεων που έχουν πλήξει την οικονομία την τελευταία δεκαετία. Ξεκινώντας από την οικονομική κρίση, συνεχίζοντας με την πανδημία που «πάγωσε» την αγορά, και φτάνοντας στους πολέμους στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, βλέπουμε ότι κάθε νέα εξέλιξη επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το ήδη εύθραυστο οικονομικό περιβάλλον.

Το ενεργειακό κόστος αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο παράγοντα πίεσης. Η αύξηση στις τιμές των καυσίμων δεν επηρεάζει μόνο άμεσα τις επιχειρήσεις, αλλά λειτουργεί αλυσιδωτά. Όταν αυξάνονται τα καύσιμα, αυξάνονται οι μεταφορές, οι πρώτες ύλες, το κόστος παραγωγής και τελικά η τιμή του προϊόντος στο ράφι. Πρόκειται για ένα ντόμινο ανατιμήσεων που είναι πολύ δύσκολο να ανακοπεί.
Το βασικό πρόβλημα όμως είναι ότι αυτή η αύξηση δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση των εισοδημάτων. Ο καταναλωτής βλέπει το διαθέσιμο εισόδημά του να μειώνεται συνεχώς και περιορίζει τις αγορές του στα απολύτως απαραίτητα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η αγορά να εμφανίζει μεν κινητικότητα σε ορισμένες περιόδους, αλλά χωρίς ουσιαστική κατανάλωση.

Έτσι, οι επιχειρήσεις βρίσκονται σε ένα πραγματικό αδιέξοδο: από τη μία πλευρά πιέζονται από το αυξημένο κόστος και από την άλλη δεν μπορούν να μετακυλίσουν αυτό το κόστος στον καταναλωτή. Η ισορροπία αυτή είναι εξαιρετικά εύθραυστη και δημιουργεί εύλογη ανησυχία για το μέλλον πολλών μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

Το Πάσχα που πέρασε τι εικόνα σας έδωσε για την αγοραστική κίνηση;

Η εικόνα που αποκομίσαμε ήταν αντιφατική. Από τη μία πλευρά υπήρχε κινητικότητα στην αγορά, υπήρχε κόσμος που βγήκε, περπάτησε στα καταστήματα και προσπάθησε να τηρήσει τις παραδόσεις των ημερών. Από την άλλη όμως, αυτή η εικόνα δεν μεταφράστηκε σε ουσιαστική κατανάλωση. Οι περισσότεροι καταναλωτές κινήθηκαν με μεγάλη προσοχή και περιορίστηκαν αυστηρά στα απολύτως απαραίτητα.

Οι αγορές αφορούσαν κυρίως τα βασικά είδη για το πασχαλινό τραπέζι και τα καθιερωμένα δώρα για τα παιδιά και τους συγγενείς, χωρίς περιθώρια για επιπλέον δαπάνες. Αυτό αποτυπώνει ξεκάθαρα τη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος. Ο κόσμος πλέον κάνει επιλογές με βάση την ανάγκη και όχι την επιθυμία.

Ιδιαίτερα ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι βασικά προϊόντα, όπως το αρνί, έφτασαν σε πολύ υψηλές τιμές, γεγονός που επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Όταν ακόμη και τα παραδοσιακά αγαθά των εορτών γίνονται δύσκολα προσβάσιμα, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η οικονομία κινείται σε οριακές συνθήκες. Αυτή η συγκράτηση στην κατανάλωση επηρεάζει άμεσα τις επιχειρήσεις, οι οποίες δεν βλέπουν την αναμενόμενη ενίσχυση του τζίρου ούτε σε περιόδους που παραδοσιακά υπήρχε αυξημένη κίνηση.

Έχετε χαρακτηρίσει την αγορά «παγωμένη». Τι σημαίνει αυτό για έναν επαγγελματία;

Ο όρος «παγωμένη αγορά» αποτυπώνει με ακρίβεια την κατάσταση που βιώνουμε. Δεν σημαίνει απαραίτητα πλήρη απουσία κίνησης, αλλά μια γενικευμένη στασιμότητα και κυρίως έλλειψη δυναμικής. Οι επιχειρηματίες λειτουργούν σε ένα περιβάλλον όπου η αβεβαιότητα κυριαρχεί και δεν υπάρχει σαφής ορίζοντας για το μέλλον.

Η ενεργειακή κρίση συνεχίζει να επιβαρύνει το κόστος λειτουργίας, ενώ οι γεωπολιτικές εξελίξεις διατηρούν τις τιμές των καυσίμων σε υψηλά επίπεδα. Παράλληλα, προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και στις πρώτες ύλες δημιουργούν επιπλέον δυσκολίες στην καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων. Όλα αυτά συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο το κόστος αυξάνεται διαρκώς, χωρίς όμως να υπάρχει η δυνατότητα αντίστοιχης προσαρμογής των εσόδων.

Για τον επαγγελματία, αυτό σημαίνει ότι καλείται να πάρει αποφάσεις χωρίς να έχει σταθερά δεδομένα. Δεν μπορεί να προγραμματίσει με ασφάλεια, δεν γνωρίζει πώς θα εξελιχθούν οι τιμές ή η κατανάλωση, και ταυτόχρονα πρέπει να καλύψει πάγιες υποχρεώσεις. Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι ότι, ενώ οι αυξήσεις μεταφέρονται αναγκαστικά στην αγορά, δεν συνοδεύονται από αύξηση εισοδημάτων. Έτσι δημιουργείται ένα ασφυκτικό πλαίσιο, όπου η επιχείρηση πιέζεται από παντού: από τα έξοδα, από τη μειωμένη ζήτηση και από την αβεβαιότητα για το αύριο.

Ποια μέτρα ζητάτε ως επαγγελματίες για να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση;
Αυτό που ζητάμε είναι ουσιαστικές και άμεσες παρεμβάσεις που να μπορούν πραγματικά να ανακουφίσουν τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τους καταναλωτές. Πρώτα απ’ όλα, θεωρούμε απαραίτητη τη μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα, καθώς το ενεργειακό κόστος αποτελεί τη βασική αιτία της συνολικής επιβάρυνσης της αγοράς. Παράλληλα, ζητάμε μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά, ώστε να μπορέσει να περιοριστεί το κόστος για τον τελικό καταναλωτή και να ενισχυθεί η κατανάλωση.

Αυτά δεν είναι θεωρητικά αιτήματα. Πρόκειται για πρακτικές που έχουν ήδη εφαρμοστεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με στόχο να στηριχθεί η οικονομία σε περιόδους κρίσης. Στην Ελλάδα, ωστόσο, δεν έχουμε δει αντίστοιχες παρεμβάσεις σε τέτοια κλίμακα.

Επιπλέον, ένα κρίσιμο ζήτημα είναι η διαχείριση των συσσωρευμένων οφειλών. Η επαναφορά μιας ρύθμισης σε 120 δόσεις θα έδινε πραγματική «ανάσα» στις επιχειρήσεις, επιτρέποντάς τους να οργανώσουν καλύτερα τις υποχρεώσεις τους. Σήμερα, πολλοί επαγγελματίες βρίσκονται αντιμέτωποι με παλιά και νέα χρέη, τα οποία διογκώνονται συνεχώς.

Τέλος, είναι απαραίτητη η ενίσχυση της ρευστότητας. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται άμεση πρόσβαση σε κεφάλαιο για να καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες. Μέτρα όπως τα fuel pass, παρότι κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, είναι πολύ περιορισμένα και δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το μέγεθος του προβλήματος. Είναι, ουσιαστικά, μια προσωρινή βοήθεια που δεν αγγίζει τη ρίζα του ζητήματος.

Έχετε τονίσει και την ανάγκη εκσυγχρονισμού των επιχειρήσεων. Ποιος είναι ο ρόλος της τεχνολογίας;
Ο ρόλος της τεχνολογίας είναι πλέον καθοριστικός και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου η ψηφιακή μετάβαση και ιδιαίτερα η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζουν ριζικά τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς. Για τις επιχειρήσεις, αυτό δεν είναι μια μελλοντική εξέλιξη — είναι μια πραγματικότητα που ήδη διαμορφώνεται.

Τα επόμενα χρόνια, οι επιχειρήσεις θα κληθούν να ενσωματώσουν νέες τεχνολογίες στις λειτουργίες τους, είτε αυτό αφορά την εξυπηρέτηση πελατών, είτε τη διαχείριση αποθεμάτων, είτε τη λήψη επιχειρηματικών αποφάσεων. Όσοι δεν προσαρμοστούν έγκαιρα, κινδυνεύουν να μείνουν εκτός ανταγωνισμού, όπως συνέβη και σε προηγούμενες μεγάλες τεχνολογικές μεταβάσεις.

Παρά τις δυσκολίες, οι επαγγελματίες έχουν ήδη αποδείξει ότι μπορούν να ανταποκριθούν. Μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα προσαρμόστηκαν σε νέες ψηφιακές απαιτήσεις, όπως η ψηφιακή κάρτα εργασίας, τα ηλεκτρονικά τιμολόγια και τα ψηφιακά συστήματα διαχείρισης. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει διάθεση και ικανότητα προσαρμογής.

Ωστόσο, για να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα, χρειαζόμαστε ουσιαστική στήριξη. Η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών απαιτεί επενδύσεις, εκπαίδευση και κατάλληλα εργαλεία. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, με τα περιορισμένα οικονομικά τους περιθώρια, δεν μπορούν να το πετύχουν μόνες τους. Χρειάζεται ένας συντονισμένος σχεδιασμός που θα τις βοηθήσει να ενταχθούν ομαλά στη νέα ψηφιακή εποχή.

Υπάρχει διάθεση από τους επαγγελματίες να εξελιχθούν;
Βεβαίως και υπάρχει διάθεση. Οι επαγγελματίες έχουν αποδείξει στην πράξη ότι διαθέτουν αντοχές και προσαρμοστικότητα. Μέσα σε μια δεκαετία γεμάτη κρίσεις οικονομική, υγειονομική, ενεργειακήκατάφεραν να κρατήσουν τις επιχειρήσεις τους ενεργές, να προσαρμοστούν σε νέες συνθήκες και να ανταποκριθούν σε συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι δεν υπάρχει φόβος απέναντι στο καινούργιο, αλλά αντίθετα μια σαφής διάθεση εξέλιξης.

Ωστόσο, αυτή η διάθεση συναντά πλέον σοβαρούς περιορισμούς. Τα οικονομικά περιθώρια έχουν ουσιαστικά εξαντληθεί. Οι περισσότερες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις έχουν ήδη απορροφήσει σημαντικό μέρος των αυξήσεων στο κόστος, προκειμένου να διατηρήσουν τις τιμές σε επίπεδα που να μπορεί να αντέξει ο καταναλωτής. Αυτό σημαίνει ότι έχουν «θυσιάσει» ένα μεγάλο κομμάτι της κερδοφορίας τους για να παραμείνουν ανταγωνιστικές.

Σε αυτό το πλαίσιο, η μετάβαση σε μια πιο σύγχρονη και τεχνολογικά αναβαθμισμένη λειτουργία γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη χωρίς εξωτερική στήριξη. Η εκπαίδευση, οι επενδύσεις σε εξοπλισμό και τα νέα ψηφιακά εργαλεία απαιτούν κεφάλαια που σήμερα δεν είναι εύκολα διαθέσιμα. Άρα, ναι μεν υπάρχει θέληση και προοπτική εξέλιξης, αλλά χωρίς ουσιαστική ενίσχυση, αυτή η μετάβαση κινδυνεύει να καθυστερήσει ή να μην πραγματοποιηθεί στον βαθμό που απαιτούν οι συνθήκες.

Το καλοκαίρι που έρχεται μπορεί να αποτελέσει ανάσα για την αγορά;

Το καλοκαίρι παραδοσιακά αποτελεί μια κρίσιμη περίοδο για την ελληνική οικονομία και ιδιαίτερα για περιοχές όπως η Μαγνησία, όπου ο τουρισμός λειτουργεί ως βασικός μοχλός ανάπτυξης. Υπό κανονικές συνθήκες, θα μπορούσε να αποτελέσει μια σημαντική ευκαιρία για αύξηση της κατανάλωσης και ενίσχυση των τοπικών επιχειρήσεων.

Ωστόσο, φέτος τα δεδομένα είναι πιο σύνθετα. Το αυξημένο κόστος μετακίνησης, τόσο στα ακτοπλοϊκά όσο και στα αεροπορικά εισιτήρια, λειτουργεί αποτρεπτικά για πολλούς ταξιδιώτες, είτε Έλληνες είτε ξένους. Όταν το συνολικό κόστος των διακοπών αυξάνεται, είναι λογικό να περιορίζεται η ζήτηση ή να διαφοροποιούνται οι επιλογές των επισκεπτών.

Η Μαγνησία, ειδικά τα τελευταία χρόνια, έχει δοκιμαστεί και προσπαθεί να επανακτήσει τη δυναμική της ως τουριστικός προορισμός. Οι επαγγελματίες καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια για να αναδείξουν την περιοχή και να προσελκύσουν επισκέπτες, δείχνοντας ότι μπορεί να προσφέρει ποιοτικές εμπειρίες.

Αν όμως η τουριστική κίνηση δεν κινηθεί στα αναμενόμενα επίπεδα, τότε η πίεση στις επιχειρήσεις θα ενταθεί ακόμη περισσότερο. Το καλοκαίρι, επομένως, μπορεί να αποτελέσει μια ευκαιρία, αλλά όχι δεδομένη λύση. Θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες, κυρίως από το κόστος και την αγοραστική δυνατότητα των επισκεπτών.

Συνοψίζοντας, ποια είναι τα βασικά εργαλεία που χρειάζονται οι επαγγελματίες σήμερα;

Αν θέλουμε να μιλήσουμε ρεαλιστικά και ουσιαστικά, υπάρχουν ορισμένα βασικά εργαλεία που μπορούν να δώσουν πραγματική «ανάσα» στις επιχειρήσεις και να τους επιτρέψουν όχι μόνο να επιβιώσουν, αλλά και να επανακτήσουν τη δυναμική τους.

Πρώτα απ’ όλα, είναι απαραίτητη μια γενναία και βιώσιμη ρύθμιση των χρεών, όπως αυτή των 120 δόσεων που έχουμε επανειλημμένα ζητήσει. Οι επαγγελματίες κουβαλούν βάρη από προηγούμενα χρόνια, τα οποία σε συνδυασμό με τις τρέχουσες υποχρεώσεις δημιουργούν μια ασφυκτική κατάσταση. Χωρίς μια τέτοια ρύθμιση, τα χρέη συσσωρεύονται και περιορίζουν κάθε δυνατότητα ανάπτυξης.

Δεύτερον, είναι κρίσιμη η ενίσχυση της ρευστότητας. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται άμεσα κεφάλαια για να καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες — από προμήθειες μέχρι λειτουργικά έξοδα. Η έλλειψη ρευστότητας είναι ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο στην ομαλή λειτουργία και στην όποια επενδυτική προσπάθεια.

Τρίτον, απαιτούνται στοχευμένες πολιτικές που θα μειώσουν το συνολικό κόστος λειτουργίας. Αυτό αφορά την ενέργεια, τη φορολογία και γενικότερα τις επιβαρύνσεις που καθιστούν δύσκολη τη βιωσιμότητα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

Μόνο μέσα από έναν συνδυασμό αυτών των παρεμβάσεων μπορούμε να περάσουμε από τη λογική της απλής επιβίωσης σε μια πιο υγιή και ανταγωνιστική επιχειρηματικότητα. Γιατί ο στόχος δεν είναι απλώς να κρατηθούν οι επιχειρήσεις «ζωντανές», αλλά να μπορέσουν να εξελιχθούν, να επενδύσουν και να συμβάλουν ουσιαστικά στην ανάπτυξη της οικονομίας.

Σας ευχαριστώ πολύ για τη συζήτηση. Ελπίζουμε την επόμενη φορά να έχουμε πιο αισιόδοξα νέα.

 

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ