Του Χάρη Φλουδόπουλου
Μία από τις πιο κρίσιμες ενεργειακές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών για την Ελλάδα δρομολογείται στο βορειοδυτικό Ιόνιο, όπου η κοινοπραξία Energean, ExxonMobil και Helleniq Energy προχωρά στην πρώτη ερευνητική γεώτρηση σε βαθιά νερά έπειτα από 40 χρόνια. Πρόκειται για ένα εγχείρημα που συνδυάζει υψηλό ρίσκο με εξαιρετικά υψηλό δυνητικό όφελος, με τα πρώτα αποτελέσματα να αναμένονται την άνοιξη του 2027.
Η γεώτρηση αφορά τη δομή “Άσωπος”, μια γεωλογική περιοχή έκτασης περίπου 1.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, δηλαδή αντίστοιχη με μεγάλο μέρος της Αττικής. Πρόκειται για έναν στόχο που προέκυψε έπειτα από εκτεταμένες τρισδιάστατες σεισμικές έρευνες το 2022, με επένδυση 20 εκατ. ευρώ, οι οποίες κατέδειξαν ισχυρές ενδείξεις παρουσίας φυσικού αερίου.
Οι εκτιμήσεις για το δυναμικό του κοιτάσματος είναι εντυπωσιακές. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το πιθανό μέγεθος φτάνει τα 9,5 έως 10 τρισ. κυβικά πόδια φυσικού αερίου, δηλαδή περίπου 270 δισ. κυβικά μέτρα. Με δεδομένο ότι η ετήσια κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ελλάδα κυμαίνεται μεταξύ 6 και 7 δισ. κυβικών μέτρων, μια τέτοια ανακάλυψη θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της χώρας για σχεδόν 40 χρόνια, μεταβάλλοντας πλήρως τα δεδομένα ενεργειακής ασφάλειας.
Ωστόσο πρόκειται για ένα project με σημαντικό γεωλογικό ρίσκο. Η πιθανότητα επιτυχίας της γεώτρησης εκτιμάται μόλις στο 16%, ποσοστό που θεωρείται φυσιολογικό για τέτοιου τύπου έρευνες σε ανεξερεύνητες περιοχές. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το ρίσκο αυτό αναλαμβάνεται εξολοκλήρου από τις εταιρείες, χωρίς καμία οικονομική έκθεση του Ελληνικού Δημοσίου.
Το εγχείρημα εισέρχεται πλέον στη φάση υλοποίησης, με σαφή και αυστηρά χρονικά ορόσημα. Η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αναμένεται να κατατεθεί στις 15 Ιουνίου 2026, ενώ η έγκρισή της τοποθετείται χρονικά τον Νοέμβριο του ίδιου έτους. Η ταχύτητα με την οποία προχωρούν οι διαδικασίες αδειοδότησης θεωρείται καθοριστική, με τον κρατικό μηχανισμό να εμφανίζει, σύμφωνα με τις εταιρείες, πρωτοφανή ανταπόκριση.
Εφόσον τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα, η γεώτρηση θα ξεκινήσει τον Φεβρουάριο του 2027, με διάρκεια περίπου 60 ημερών. Θα πραγματοποιηθεί σε βάθος νερού 840 μέτρων και θα φτάσει σε συνολικό βάθος που ξεπερνά τα 4.600 μέτρα, καθιστώντας την ιδιαίτερα απαιτητική τεχνικά επιχείρηση. Στην πλατφόρμα θα εργάζονται έως και 180 άτομα, ενώ το κόστος της γεώτρησης εκτιμάται μεταξύ 70 και 80 εκατ. δολαρίων.
Κεντρικό ρόλο στην υλοποίηση θα έχει το γεωτρύπανο “Stena DrillMAX”, ένα υπερσύγχρονο πλοίο γεώτρησης με δυνατότητα επιχειρήσεων σε δύσκολες συνθήκες και σε μεγάλα βάθη, το οποίο έχει ήδη χρησιμοποιηθεί σε έργα στην Ανατολική Μεσόγειο και άλλες περιοχές παγκοσμίως. Η συνεργασία Energean και “Stena” έχει δοκιμαστεί σε σειρά έργων, γεγονός που ενισχύει την αξιοπιστία του εγχειρήματος.
Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο περιβαλλοντικό σκέλος. Η Energean υπογραμμίζει ότι θα εφαρμοστούν τα ίδια αυστηρά πρότυπα που εφαρμόστηκαν στον Πρίνο, όπου έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες γεωτρήσεις χωρίς περιβαλλοντικά προβλήματα, σε πλήρη συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες για την ασφάλεια υπεράκτιων δραστηριοτήτων.
Το επόμενο βήμα
Σε περίπτωση επιτυχούς αποτελέσματος, το project εισέρχεται σε φάση ανάπτυξης, η οποία εκτιμάται ότι θα απαιτήσει επενδύσεις άνω των 5 δισ. ευρώ. Η ανάπτυξη του κοιτάσματος αναμένεται να βασιστεί σε πλωτή μονάδα παραγωγής (FPSO), με πιθανές διασυνδέσεις προς την Ελλάδα και την Ιταλία, ενισχύοντας τον ρόλο της χώρας ως ενεργειακού κόμβου.
Σε όρους οικονομικών μεγεθών, οι εκτιμήσεις είναι εξίσου εντυπωσιακές. Από τα συνολικά αποθέματα, εκτιμάται ότι θα είναι εκμεταλλεύσιμο περίπου το 50% έως 60%, γεγονός που μεταφράζεται σε σημαντικές ποσότητες προς παραγωγή. Τα συνολικά έσοδα από την εκμετάλλευση του κοιτάσματος εκτιμώνται σε περίπου 60 δισ. ευρώ, από τα οποία θα αφαιρεθούν τα κόστη επένδυσης και λειτουργίας.
Τα καθαρά έσοδα θα μοιραστούν μεταξύ των εταιρειών και του Ελληνικού Δημοσίου, με το κράτος να αναμένεται να εισπράξει πάνω από 10 δισ. ευρώ σε βάθος περίπου 20 ετών, χωρίς να έχει επενδύσει ίδια κεφάλαια. Πρόκειται για ένα μέγεθος που, σε συνδυασμό με την ενίσχυση της ενεργειακής αυτάρκειας, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ελληνική οικονομία.
Το συμπέρασμα είναι ότι η γεώτρηση στο Ιόνιο αποτελεί ένα στρατηγικό στοίχημα με χαρακτηριστικά “game changer”. Αν και η πιθανότητα επιτυχίας είναι περιορισμένη, το μέγεθος του πιθανού οφέλους είναι τέτοιο που δικαιολογεί πλήρως την επένδυση, με το ρίσκο μάλιστα να βαρύνει αποκλειστικά τους επενδυτές και όχι το Ελληνικό Δημόσιο. Για πρώτη φορά έπειτα από δεκαετίες η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά στο ενδεχόμενο μιας μεγάλης ενεργειακής ανακάλυψης, που θα μπορούσε να αλλάξει τη θέση της στην ευρωπαϊκή ενεργειακή σκακιέρα.
Γεωπολιτική σημασία
Σε γεωπολιτικό και ενεργειακό επίπεδο, μια πιθανή ανακάλυψη στο Ιόνιο θα αποτελούσε εξέλιξη στρατηγικής σημασίας όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε μια συγκυρία κατά την οποία η Ευρώπη επιχειρεί την οριστική απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, η ανάδειξη μιας νέας παραγωγού χώρας εντός της Ε.Ε., και μάλιστα της Ευρωζώνης, θα ενίσχυε θεαματικά την ασφάλεια εφοδιασμού και τη διαφοροποίηση των πηγών. Η Ελλάδα, από χώρα διέλευσης και ενεργειακό κόμβο, θα μετατρεπόταν σε χώρα παραγωγό, αποκτώντας έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο στη διαμόρφωση των ενεργειακών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Παράλληλα, θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική της θέση έναντι προμηθευτών και εταίρων, ενώ θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς τα υφιστάμενα δίκτυα, όπως ο TAP και οι υποδομές LNG. Σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αστάθειας, η δυνατότητα κάλυψης σημαντικού μέρους των εγχώριων αναγκών από εγχώρια παραγωγή θα λειτουργούσε ως ασπίδα απέναντι σε κρίσεις, περιορίζοντας την έκθεση της χώρας σε διεθνείς διακυμάνσεις τιμών και σε πιθανούς εφοδιαστικούς κλυδωνισμούς. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται μόνο για ένα οικονομικό project, αλλά για μια εξέλιξη που θα μπορούσε να αναβαθμίσει τον γεωστρατηγικό ρόλο της Ελλάδας.
Πηγή: capital.gr





