Του Κώστα Κατίκου
Στις χώρες όπου η ωρομίσθια αμοιβή αλλά και το μη μισθολογικό κόστος κινούνται κάτω από τους αντίστοιχους μέσους όρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης συγκαταλέγεται η Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2025.
Η μείωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών τόσο στις κρατήσεις επί των κύριων αποδοχών των εργαζομένων όσο και στις κρατήσεις για τις προσαυξήσεις των υπερωριών συνέβαλε καθοριστικά στη μείωση και του μη μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων.
Τα στοιχεία της Eurostat για το 2025 δείχνουν ότι το μέσο ωριαίο κόστος εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθε στα 34,9 ευρώ, από 21,6 ευρώ το 2008, σημειώνοντας αύξηση άνω του 60%. Στην Ευρωζώνη το κόστος διαμορφώθηκε ακόμα υψηλότερα, στα 38,6 ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη γενική ανοδική τάση.
Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκεται το Λουξεμβούργο, με 56,8 ευρώ ανά ώρα το 2025, ακολουθούμενο από τη Δανία (51,7 ευρώ) και την Ολλανδία (47,9 ευρώ). Αντίστοιχα υψηλά επίπεδα καταγράφονται στο Βέλγιο και στη Γερμανία, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή κυριαρχία των ανεπτυγμένων οικονομιών στον συγκεκριμένο δείκτη.
Μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό τοπίο, η περίπτωση της Ελλάδας ξεχωρίζει. Σε αντίθεση με την πλειονότητα των κρατών-μελών, όπου το κόστος εργασίας αυξήθηκε σταθερά, η Ελλάδα ακολούθησε μια πορεία έντονων διακυμάνσεων. Το 2008, πριν από την οικονομική κρίση, το ωριαίο κόστος εργασίας ανερχόταν στα 16,8 ευρώ. Ωστόσο η δεκαετία της κρίσης οδήγησε σε σημαντική υποχώρηση, με το κόστος να πέφτει στα 13,8 ευρώ το 2020. Από το 2020 και μετά παρατηρείται σταδιακή ανάκαμψη. Το 2025 το κόστος εργασίας φτάνει τα 18,2 ευρώ, ξεπερνώντας οριακά τα προ κρίσης επίπεδα. Ωστόσο η συνολική αύξηση σε βάθος 17 ετών παραμένει περιορισμένη, μόλις 8,3%, γεγονός που κατατάσσει την Ελλάδα στις χώρες με τη χαμηλότερη άνοδο στην Ευρώπη.
Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει τις βαθιές αλλαγές που υπέστη η ελληνική οικονομία κατά τη διάρκεια των Μνημονίων, με μείωση μισθών, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και προσπάθεια ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας μέσω της συμπίεσης του κόστους. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου η αύξηση του κόστους συνδέθηκε με άνοδο της παραγωγικότητας, στην Ελλάδα η προσαρμογή έγινε κυρίως μέσω της μείωσης των εισοδημάτων.
Από τη μία πλευρά, το σχετικά χαμηλό κόστος εργασίας μπορεί να ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, ιδιαίτερα σε τομείς όπως ο τουρισμός και οι υπηρεσίες. Από την άλλη, όμως, αντανακλά και τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, καθώς και τις πιέσεις που εξακολουθεί να δέχεται η αγορά εργασίας.
Σημαντική διάσταση του κόστους εργασίας αποτελεί το μη μισθολογικό κόστος, δηλαδή οι εργοδοτικές εισφορές και λοιπές επιβαρύνσεις. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι εργοδοτικές εισφορές αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 24,8% του συνολικού κόστους, ενώ στην Ευρωζώνη φτάνουν το 25,7%. Χώρες όπως η Γαλλία και η Σουηδία εμφανίζουν τα υψηλότερα ποσοστά, ξεπερνώντας το 30%, γεγονός που συνδέεται άμεσα με τη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους.
Σε ό,τι αφορά το μη μισθολογικό κόστος, η Ελλάδα είναι κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (περίπου 20% το 2025) και χαμηλότερα από χώρες όπως η Γαλλία ή η Ιταλία, αλλά υψηλότερα από άλλες αναπτυσσόμενες οικονομίες.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ευρώπη βαδίζει προς μια σταδιακή σύγκλιση, με τις οικονομίες της Ανατολικής Ευρώπης να πλησιάζουν τα επίπεδα της Δύσης. Ωστόσο οι διαφορές παραμένουν σημαντικές, τόσο σε επίπεδο συνολικού κόστους όσο και στη διάρθρωσή του.
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, δεν ακολουθεί πλήρως αυτή τη δυναμική σύγκλισης. Αν και ανακάμπτει μετά την κρίση, εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και να εμφανίζει πιο αργούς ρυθμούς αύξησης. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τη βασική πρόκληση για τα επόμενα χρόνια, που είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας και των εισοδημάτων, χωρίς να χαθεί η ισορροπία στην ανταγωνιστικότητα.
ΤτΕ: Συγκρατήθηκε η αύξηση των αποδοχών το 2025
Η συγκράτηση του μισθολογικού κόστους αποτυπώνεται και στην ετήσια έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, όπου στο ειδικό κεφάλαιο για τις αμοιβές εργασίας αναφέρει ότι το 2025 επιβραδύνθηκε η αύξηση τόσο των συνολικών αμοιβών όσο και των αμοιβών ανά μισθωτό σε ονομαστικούς όρους. Ωστόσο η αύξηση των καθαρών πραγματικών αμοιβών ανά μισθωτό ήταν μεγαλύτερη, λόγω της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα για τους μισθωτούς από την 1η/1/2025, καθώς και λόγω της μείωσης των ασφαλιστικών κρατήσεων επί των αμοιβών υπερωριών και υπερεργασίας. Η επιβράδυνση των αμοιβών ανά μισθωτό και ο ουσιαστικά σταθερός ρυθμός ανόδου της παραγωγικότητας οδήγησαν σε αξιόλογη επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος.
Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε το γεγονός ότι οι περισσότερες επιχειρησιακές συμβάσεις που υπογράφτηκαν το 2025 ήταν με μηδενικές αυξήσεις μισθών. Στο δωδεκάμηνο Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου 2025 υπογράφηκαν 208 νέες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις, οι οποίες αφορούν 130.669 μισθωτούς. Από αυτές, μόνον 80 συμβάσεις προβλέπουν αυξήσεις μισθών, ενώ οι υπόλοιπες δεν περιλαμβάνουν μισθολογικές ρυθμίσεις. Επίσης, όπως αναφέρεται στην έκθεση της ΤτΕ, το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2025 οι δαπάνες της γενικής κυβέρνησης για αμοιβές αυξήθηκαν με ετήσιο ρυθμό 2,2%, ενώ του επιχειρηματικού τομέα με ετήσιο ρυθμό 8,8%.
Η ωρομίσθια αμοιβή στην Ε.Ε. (2008-2025) και το μη μισθολογικό κόστος
|
Χώρα |
Ωρομίσθιο (€) |
Μη μισθολογικό κόστος 2025 (%) |
||
|
2008 (€) |
2025 (€) |
Μεταβολή 2008-2025 (€) |
||
|
Ε.Ε (μ.ό.) |
21,6 |
34,9 |
+13,3 |
24,8 |
|
Ευρωζώνη (μ.ό.) |
25,0 |
38,6 |
+13,6 |
25,7 |
|
Βέλγιο |
32,9 |
48,2 |
+15,3 |
25,6 |
|
Βουλγαρία |
2,6 |
12,0 |
+9,4 |
13,1 |
|
Τσεχία |
9,2 |
19,8 |
+10,6 |
24,5 |
|
Δανία |
34,6 |
51,7 |
+17,1 |
13,3 |
|
Γερμανία |
27,9 |
45,0 |
+17,1 |
23,5 |
|
Εσθονία |
7,9 |
21,1 |
+13,2 |
25,6 |
|
Ιρλανδία |
28,9 |
40,2 |
+11,3 |
20,4 |
|
Ελλάδα |
16,8 |
18,2 |
+1,4 |
20,2 |
|
Ισπανία |
19,4 |
26,4 |
+7,0 |
26,2 |
|
Γαλλία |
31,2 |
44,3 |
+13,1 |
32,3 |
|
Ιταλία |
25,2 |
31,0 |
+5,8 |
28,1 |
|
Κύπρος |
16,7 |
21,7 |
+5,0 |
19,4 |
|
Λετονία |
5,9 |
16,3 |
+10,4 |
21,0 |
|
Λιθουανία |
5,9 |
17,8 |
+11,9 |
25,5 |
|
Λουξεμβούργο |
32,3 |
56,8 |
+24,5 |
12,4 |
|
Ουγγαρία |
7,8 |
15,2 |
+7,4 |
13,7 |
|
Μάλτα |
11,4 |
19,0 |
+7,6 |
5,8 |
|
Ολλανδία |
29,8 |
47,9 |
+18,1 |
24,7 |
|
Αυστρία |
26,4 |
46,3 |
+19,9 |
27,1 |
|
Πολωνία |
7,6 |
19,1 |
+11,5 |
18,0 |
|
Πορτογαλία |
12,2 |
19,4 |
+7,2 |
19,4 |
|
Ρουμανία |
4,2 |
13,6 |
+9,4 |
4,8 |
|
Σλοβενία |
13,9 |
29,7 |
+15,8 |
13,6 |
|
Σλοβακία |
7,0 |
19,8 |
+12,8 |
28,6 |
|
Φινλανδία |
27,1 |
39,4 |
+12,3 |
17,4 |
|
Σουηδία |
31,6 |
43,1 |
+11,5 |
31,7 |
Πηγή: Eurostat 2025
Πηγή: capital.gr





