Με αίτημα της Ζωής Κωνσταντοπούλου για τον τρόπο διενέργειας των εκταφών ολοκληρώθηκε η σημερινή συνεδρίαση της δίκης για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, ενώ νωρίτερα το δικαστήριο άκουσε τις καταθέσεις συγγενών θυμάτων και επιζώντα επιβάτη.
Η συνήγορος συγγενών θυμάτων και ενός τραυματία προσκόμισε στο δικαστήριο την αλληλογραφία των τελευταίων δύο μηνών μεταξύ της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Λάρισας και των ιατροδικαστών-πραγματογνωμόνων. Η επικοινωνία αφορούσε την επιλογή του εργαστηρίου που θα αναλάβει τις εξειδικευμένες εξετάσεις τις οποίες ζητούν συγγενείς των θυμάτων.
Η κ. Κωνσταντοπούλου έκανε λόγο για «σοβαρή επιχείρηση ανατροπής μιας χρήσιμης διερεύνησης» και ζήτησε όλες οι ανακριτικές πράξεις και οι σχετικές ενέργειες για τις εκταφές να πραγματοποιηθούν με απόφαση και διάταξη του δικαστηρίου, καθώς και υπό την εποπτεία του. Όπως διευκρίνισε, θα αναπτύξει αναλυτικά το αίτημά της σε επόμενη συνεδρίαση.
Υπενθυμίζεται ότι την προηγούμενη εβδομάδα είχε αποσταλεί νέα εισαγγελική παραγγελία προς τους ιατροδικαστές-πραγματογνώμονες, προκειμένου να προχωρήσουν οι διαδικασίες με το ολλανδικό εργαστήριο που έχει επιλεγεί για τις εξετάσεις και να δρομολογηθούν άμεσα οι εκταφές.
Στο ζήτημα αναφέρθηκε και ο Πάνος Ρούτσι, πατέρας του Ντένις, σχολιάζοντας την αναφορά στην εισαγγελική παραγγελία σχετικά με τον προσδιορισμό του κόστους των εξετάσεων. «Εμείς όταν ακούμε τέτοια πράγματα να ζητάει η εισαγγελέας κοστολόγιο, όταν δώσανε τόσα εκατομμύρια γι’ αυτή την αίθουσα, μας κάνει να αναρωτιόμαστε: εμείς σε τι φταίξαμε;», ανέφερε χαρακτηριστικά στο δικαστήριο.
«Ένιωσα ότι γκρεμίζεται όλος ο κόσμος μου»
Νωρίτερα ολοκληρώθηκαν οι καταθέσεις δύο συγγενών θυμάτων, οι οποίοι περιέγραψαν τον πόνο της απώλειας και ζήτησαν να αποδοθούν ευθύνες για την τραγωδία.
Ο Δημήτρης Κυριακίδης, γιος του Γεώργιου Κυριακίδη, μίλησε για το βαρύ ψυχολογικό αποτύπωμα που άφησε στην οικογένειά του ο θάνατος του πατέρα του.
«Ήταν μια τεράστια απώλεια, με την οποία διαλυθήκαμε όλοι ψυχολογικά. Η απουσία του πατέρα μου είναι αισθητή. Ένιωσα ότι γκρεμίζεται όλος ο κόσμος μου. Έφυγε ένας άνθρωπος άδικα», κατέθεσε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον εντοπισμό βιολογικού υλικού του πατέρα του, περίπου ενάμιση χρόνο μετά το δυστύχημα, στο Κουλούρι και στα Πηγάδια, περιοχές όπου είχαν μεταφερθεί συντρίμμια των αμαξοστοιχιών και χώματα από τον τόπο της σύγκρουσης.
Όπως περιέγραψε, η ταυτοποίηση του υλικού επανέφερε στη μνήμη του τις στιγμές που πληροφορήθηκε τον θάνατο του πατέρα του. «Όταν ταυτοποιήθηκαν ήταν σαν να ζούσα σε επανάληψη την ημέρα που έμαθα ότι ήταν νεκρός», ανέφερε, καταλήγοντας πως η οικογένεια ζητά την τιμωρία των υπευθύνων, ώστε να μην επαναληφθεί αντίστοιχη τραγωδία.
«Ο πατέρας μου κάηκε ζωντανός»
Στο δικαστήριο κατέθεσε και ο Fjorald Bozo, γιος του Pavlini Bozo, ο οποίος εργαζόταν στο κυλικείο της επιβατικής αμαξοστοιχίας και έχασε τη ζωή του στο δυστύχημα.
Η κατάθεσή του επικεντρώθηκε στις συνθήκες θανάτου του πατέρα του, αλλά και στα ερωτήματα που εξακολουθούν να απασχολούν τις οικογένειες των θυμάτων σχετικά με τα αίτια της πυρόσφαιρας που ακολούθησε τη σύγκρουση.
«Ο πατέρας μου κάηκε ζωντανός από αυτή την πυρόσφαιρα. Αν υποθέσουμε ότι είναι τα έλαια σιλικόνης, γιατί κυκλοφορούν ακόμα τα τρένα;», διερωτήθηκε.
Ο ίδιος αμφισβήτησε τον χαρακτηρισμό της υπόθεσης ως πλημμελήματος, υπογραμμίζοντας τη βαρύτητα της απώλειας 57 ανθρώπινων ζωών. «Όταν μιλάμε για 57 ανθρώπους, μιλάμε για κακούργημα», είπε, ζητώντας δικαίωση και απόδοση ευθυνών σε όσους αποδειχθεί ότι ευθύνονται.
Αναφέρθηκε, επίσης, στο γεγονός ότι επί περίπου 12 λεπτά δύο τρένα κινούνταν στην ίδια γραμμή, χωρίς να αποτραπεί η σύγκρουση, όπως περιέγραψε. Μιλώντας για τον πατέρα του, έκανε λόγο για έναν βίαιο και άδικο θάνατο.
Σε ερώτηση της προέδρου του δικαστηρίου σχετικά με το εάν ο πατέρας του είχε εκφράσει ανησυχίες για την ασφάλεια του σιδηροδρόμου, απάντησε ότι στην οικογένεια αναφερόταν κυρίως στις καθυστερήσεις των δρομολογίων. «Αν γνώριζα ότι δούλευε σε κινητή βόμβα, θα τον έπαιρνα με τα χέρια μου», κατέθεσε.
Η μαρτυρία του επιζώντα για τις στιγμές μετά τη σύγκρουση
Νωρίτερα είχε καταθέσει ο Αριστοφάνης Ξανθόπουλος, ο οποίος επέβαινε στο τρίτο βαγόνι του Intercity μαζί με την Ιφιγένεια Μήτσκα, που σκοτώθηκε στο δυστύχημα.
Ο μάρτυρας περιέγραψε τις πρώτες στιγμές μετά τη σύγκρουση, όταν προσπάθησε να εντοπίσει την Ιφιγένεια και να τη βοηθήσει.
«Θυμάμαι τη στιγμή που έγινε η σύγκρουση. Ακούσαμε το μπαμ. Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι ήταν να βρω την Ιφιγένεια», ανέφερε. Όπως κατέθεσε, όταν την εντόπισε, άρχισε να φωνάζει για βοήθεια και προσπάθησε, με τη συνδρομή άλλου επιβάτη, να τη μετακινήσει προς ένα σπασμένο παράθυρο.
Στην περιγραφή του περιλαμβάνονταν, επίσης, η έντονη και ασυνήθιστη μυρωδιά που επικρατούσε μετά τη σύγκρουση, καθώς και ο καπνός που υπήρχε στον χώρο.
Ο κ. Ξανθόπουλος αναφέρθηκε ακόμη σε μια στάση περίπου δέκα λεπτών που, σύμφωνα με την κατάθεσή του, σημειώθηκε μετά την αναχώρηση της επιβατικής αμαξοστοιχίας από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Λάρισας.
Δεν κατέθεσαν οι συγγενείς της Εριέττας Μόλχο
Στη σημερινή λίστα των μαρτύρων περιλαμβάνονταν και οι συγγενείς της Εριέττας Μόλχο, ωστόσο δεν ήταν ακόμη σε θέση να καταθέσουν, όπως ενημέρωσε το δικαστήριο ο συνήγορος της οικογένειας.
Ο ίδιος προσκόμισε αντίτυπα λευκώματος με έργα της Εριέττας από την περίοδο που φοιτούσε στην Αρχιτεκτονική, ενώ αναφέρθηκε και στις πρωτοβουλίες που έχει αναλάβει η οικογένεια στη μνήμη της.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ίδρυση κοινωφελούς ιδρύματος και η δημιουργία προγράμματος στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Η σημερινή συνεδρίαση ανέδειξε, μέσα από τις μαρτυρίες των συγγενών και του επιζώντα, τον ανθρώπινο αντίκτυπο της τραγωδίας, ενώ το ζήτημα των εκταφών και των ειδικών εξετάσεων παραμένει στο επίκεντρο των αιτημάτων για τη διερεύνηση της υπόθεσης.





