Οι αγωγές δισεκατομμυρίων κατά των τεχνολογικών κολοσσών, οι αυξανόμενοι περιορισμοί στην πρόσβαση των ανηλίκων στα social media και οι ανησυχίες για την ψυχική υγεία των νέων διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο για τον ψηφιακό κόσμο.
Όλο και περισσότερες κυβερνήσεις εξετάζουν ή εφαρμόζουν απαγορεύσεις, επιδιώκοντας να προστατεύσουν τα παιδιά από τους κινδύνους του διαδικτύου. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: μπορούν οι απαγορεύσεις να αντιμετωπίσουν ουσιαστικά τα προβλήματα ψυχικής υγείας των νέων;
Αγωγές δισεκατομμυρίων και αυξανόμενοι περιορισμοί
Από τον Μάρτιο, το YouTube και η Meta, μητρική εταιρεία του Instagram και του Facebook, έχουν προχωρήσει σε συμβιβασμούς ή έχουν καταβάλει αποζημιώσεις στο πλαίσιο πολλαπλών δικαστικών υποθέσεων, συνολικού ύψους άνω των 17 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Οι υποθέσεις αφορούν, μεταξύ άλλων, καταγγελίες για αμέλεια, για σχεδιασμό πλατφορμών που ενθαρρύνει την εθιστική χρήση από παιδιά και για παραπλάνηση του κοινού σχετικά με την ασφάλεια και την προστασία της ιδιωτικότητας.
Παράλληλα, οι τεχνολογικές εταιρείες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα ολοένα αυστηρότερο ρυθμιστικό περιβάλλον.
Η Αυστραλία πρωτοστάτησε στην επιβολή απαγόρευσης πρόσβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 16 ετών, η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ αντίστοιχες πρωτοβουλίες ακολούθησαν και σε άλλες χώρες.
Περισσότερες από 20 χώρες, από την Ελλάδα έως τον Καναδά και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, εξετάζουν ή προωθούν περιορισμούς για τους ανηλίκους. Οι σχετικές ρυθμίσεις διαφέρουν ως προς τα ηλικιακά όρια, τη γονική συγκατάθεση και τις μεθόδους επαλήθευσης της ηλικίας. Στο επίκεντρο βρίσκονται πλατφόρμες όπως το TikTok, το Instagram, το Facebook, το Snapchat, το YouTube και το X.
Τα κίνητρα, ωστόσο, δεν είναι παντού τα ίδια, σύμφωνα με τον Άρι Λάιτμαν, Καθηγητή Ψηφιακών Μέσων και Μάρκετινγκ
Ορισμένες κυβερνήσεις επικαλούνται ζητήματα εθνικής ασφάλειας και πολιτικής επιρροής από ξένες εταιρείες, ενώ άλλες δίνουν προτεραιότητα στην προστασία της ιδιωτικότητας.
Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, πάντως, η ψυχική υγεία των νέων αποτελεί βασικό επιχείρημα υπέρ των περιορισμών, όπως γράφει ο Λάιτμαν σε άρθρο του στο The Conversation.

Η ψυχική υγεία των νέων στο επίκεντρο
Η συζήτηση για τις επιπτώσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης εντάθηκε μετά την έκδοση, το 2024, του βιβλίου του Τζόναθαν Χάιντ «The Anxious Generation» («Η αγχώδης γενιά»).
Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η εκτεταμένη χρήση των ψηφιακών πλατφορμών επηρεάζει την κοινωνική και νευρολογική ανάπτυξη των παιδιών, συμβάλλοντας στην αύξηση του άγχους και της κατάθλιψης.
Σύμφωνα με την προσέγγισή του, η απώλεια ύπνου, η διάσπαση της προσοχής, η μοναξιά, η κοινωνική σύγκριση και η πίεση για τελειότητα αποτελούν μηχανισμούς μέσω των οποίων η ψηφιακή καθημερινότητα μπορεί να επιβαρύνει την ψυχολογία των νέων.
Τα διαθέσιμα στοιχεία ενισχύουν τις ανησυχίες.
Μελέτη του 2026 διαπίστωσε ότι οι νέοι ηλικίας 14 έως 20 ετών εμφανίζουν υπερδιπλάσια πιθανότητα να αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας σε σύγκριση με συνομηλίκους τους πριν από 50 χρόνια.
Παράλληλα, παγκόσμιες εκτιμήσεις για το 2021 έδειξαν ότι το 20,5% των νέων παρουσίαζε έντονα συμπτώματα άγχους και το 25,2% έντονα συμπτώματα κατάθλιψης.
Η εικόνα, ωστόσο, είναι σύνθετη.
Η μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση και η βελτίωση της διάγνωσης έχουν συμβάλει στην αναγνώριση περισσότερων περιστατικών, ενώ η πανδημία COVID-19 επιδείνωσε την κοινωνική απομόνωση και τη μοναξιά.
Η μεταφορά της εργασίας, της εκπαίδευσης και των κοινωνικών επαφών στο διαδίκτυο άλλαξε ριζικά την καθημερινότητα εκατομμυρίων παιδιών.
Επομένως, παρότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενδέχεται να επιβαρύνουν την κατάσταση, δεν αποτελούν απαραίτητα τη μοναδική ή την κύρια αιτία της.


Τα οφέλη που δεν πρέπει να αγνοούνται
Η σύγκριση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης με το αλκοόλ και τα τσιγάρα χρησιμοποιείται συχνά για να υποστηριχθούν οι ηλικιακοί περιορισμοί.
Ωστόσο, υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά: οι ψηφιακές πλατφόρμες δεν αποτελούν αποκλειστικά πηγή κινδύνων, καθώς μπορούν να προσφέρουν σημαντικά κοινωνικά και εκπαιδευτικά οφέλη.
Για εφήβους που αισθάνονται αποκομμένοι από το περιβάλλον τους, τα κοινωνικά δίκτυα δημιουργούν ευκαιρίες επικοινωνίας με ανθρώπους που έχουν παρόμοιες εμπειρίες και ενδιαφέροντα.
Παράλληλα, προσφέρουν χώρους αυτοέκφρασης, ενημέρωσης και συμμετοχής σε κοινότητες που ενδέχεται να μην υπάρχουν στην τοπική τους κοινωνία.
Σε έρευνα του Pew Research Center στις ΗΠΑ, το 80% των εφήβων δήλωσε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τούς βοηθούν να παραμένουν ενήμεροι για όσα συμβαίνουν στη ζωή των φίλων τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κίνδυνοι είναι αμελητέοι. Αναδεικνύει, όμως, την ανάγκη για μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση.
Η απαγόρευση της πρόσβασης δεν εγγυάται ότι θα περιοριστούν τα προβλήματα ψυχικής υγείας, ιδιαίτερα όταν οι παράγοντες που τα προκαλούν είναι πολλαπλοί και αλληλένδετοι.
Μπορούν οι απαγορεύσεις να εφαρμοστούν στην πράξη;
Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα αφορά την αποτελεσματικότητα των περιορισμών. Τα πρώτα στοιχεία από την Αυστραλία δείχνουν ότι αρκετοί ανήλικοι εξακολουθούν να αποκτούν πρόσβαση στις πλατφόρμες, χρησιμοποιώντας ψευδή στοιχεία, τροποποιημένες εικόνες ή εικονικά ιδιωτικά δίκτυα (VPN).
Σύμφωνα με τις αναφερόμενες εκτιμήσεις, περίπου το 61% των παιδιών ηλικίας 12 έως 15 ετών συνεχίζει να έχει πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρά την απενεργοποίηση εκατομμυρίων λογαριασμών.
Παράλληλα, οι τεχνολογίες επαλήθευσης ηλικίας αποδεικνύονται ευάλωτες σε παρακάμψεις.
Ορισμένοι ανήλικοι χρησιμοποιούν λογισμικό επεξεργασίας φωτογραφιών, εικόνες διασημοτήτων ή τη βοήθεια ενηλίκων για να ξεπεράσουν τους βιομετρικούς ελέγχους. Άλλοι δηλώνουν ψευδή ημερομηνία γέννησης ή χρησιμοποιούν λογαριασμούς που έχουν επαληθευτεί ως ενήλικοι.
Ταυτόχρονα, η συλλογή φωτογραφιών, βιομετρικών στοιχείων και άλλων προσωπικών δεδομένων για την εξακρίβωση της ηλικίας δημιουργεί νέους κινδύνους για την ιδιωτικότητα.
Επιπλέον, υπάρχει ο φόβος ότι οι αυστηρές απαγορεύσεις μπορεί να ωθήσουν ορισμένα παιδιά σε λιγότερο ελεγχόμενους και δυνητικά πιο επικίνδυνους διαδικτυακούς χώρους.


Από τις απαγορεύσεις στην ουσιαστική προστασία
Αντί για καθολικές απαγορεύσεις, μια αποτελεσματικότερη στρατηγική θα μπορούσε να στηριχθεί σε αυστηρότερα πρότυπα ασφάλειας, ενεργοποιημένα εξ ορισμού, σύμφωνα με τον Λάιτμαν.
Οι λογαριασμοί των ανηλίκων θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να είναι μη ανιχνεύσιμοι από αγνώστους, ενώ οι ρυθμίσεις ιδιωτικότητας θα πρέπει να περιορίζουν την ανεπιθύμητη επικοινωνία και την έκθεση σε επιβλαβές περιεχόμενο.
Απαραίτητος είναι επίσης ο περιορισμός σχεδιαστικών πρακτικών που ενθαρρύνουν την παρατεταμένη και καταναγκαστική χρήση, όπως ορισμένοι μηχανισμοί ειδοποιήσεων και οι αλγοριθμικές προτάσεις που δυσκολεύουν τους χρήστες να απομακρυνθούν από την οθόνη.
Εξίσου σημαντική είναι η εκπαίδευση των παιδιών στον ψηφιακό αλφαβητισμό, η ενίσχυση δραστηριοτήτων εκτός διαδικτύου και η υποστήριξη των γονέων, ώστε να αναγνωρίζουν έγκαιρα σημάδια προβληματικής χρήσης. Όταν εμφανίζονται δυσκολίες, πρέπει να υπάρχουν προσβάσιμες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, στις οποίες οι οικογένειες να μπορούν να απευθύνονται χωρίς εμπόδια.
Τέλος, οι ίδιοι οι νέοι πρέπει να συμμετέχουν στη διαμόρφωση των πολιτικών που τους αφορούν.
Η εμπειρία τους μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση των κινδύνων που αντιμετωπίζουν, αλλά και των λόγων για τους οποίους δυσκολεύονται να περιορίσουν τη χρήση των ψηφιακών πλατφορμών.
Πηγή: in.gr





