Διπλό τείχος προστασίας της πρώτης κατοικίας για οφειλές προς το δημόσιο υψώνει με απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας δημιουργώντας νέα δεδομένα.
Οι ανώτατοι δικαστές επί της ουσίας έκριναν πριν από την κατάσχεση της μοναδικής κατοικίας του οφειλέτη, οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να έχουν ελέγξει και τεκμηριωμένα να έχουν αποκλείσει ότι υπάρχει άλλη περιουσία προς ικανοποίηση της οφειλής. Και επιπλέον, προχωρούν ένα βήμα παραπέρα, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της σημαντικής αυτής απόφασης, καθώς δίνουν τη δυνατότητα ακόμα και για ακύρωση του πλειστηριασμού του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη.
Συγκεκριμένα, το ΣΤ’ Τμήμα του ΣτΕ με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Ιωάννη Γράβαρη βάζει «μπλόκο» στην κατάσχεση και τον πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας που αποτελεί οικογενειακή στέγη, για οφειλές προς το Δημόσιο, την Εφορία κλπ.
Η απόφαση που πήρε το Συμβούλιο της Επικρατείας
Σύμφωνα με τους συμβούλους Επικρατείας, δεν μπορεί να κατασχεθεί και να περιληφθεί σε πρόγραμμα πλειστηριασμού, η οικογενειακή κατοικία οφειλέτη, εφόσον έχει και άλλα περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να ικανοποιήσουν το ύψος της οφειλής.
Η απόφαση του ΣτΕ καταλαμβάνει όλες εκείνες τις περιπτώσεις οφειλών πολιτών προς το Δημόσιο, τις Δ.Ο.Υ., τους ΟΤΑ, τα ασφαλιστικά Ταμεία, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, κ.λπ. Δηλαδή, καταλαμβάνει όλες εκείνες τις οφειλές που εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).
Ακόμη, αναφέρεται στην απόφαση του ΣτΕ ότι πλέον σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας των πλειστηριασμών ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή. Δηλαδή, μπορεί να ασκήσει ανακοπή από το αρχικό στάδιο αυτό της κοινοποίησης της «κατασχετήριας έκθεσης» του ακινήτου που πρόκειται να βγει σε πλειστηριασμό, έως και το τελικό στάδιο, αυτό της έκδοσης του προγράμματος πλειστηριασμού. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς μέχρι τώρα είχε γίνει δεκτό ότι η ανακοπή μπορούσε να ασκηθεί μόνο στο αρχικό στάδιο της κατασχετήριας έκθεσης.
Η υπόθεση που έφτασε μέχρι το ΣτΕ αφορούσε πλειστηριασμό ακινήτου στο Μοσχάτο, ιδιοκτησίας κατά το ήμισυ, διευθύνοντα συμβούλου Ανώνυμης Βιομηχανικής Εταιρείας, λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών της εταιρείας προς το Δημόσιο, ύψους 142.917 ευρώ.
Ο διευθύνων σύμβουλος άσκησε ανακοπή κατά του προγράμματος πλειστηριασμού στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, υποστηρίζοντας ότι με το να ενταχθεί σε πρόγραμμα πλειστηριασμού το 50% της κατοικίας που διαμένει η οικογένεια του, παραβιάζονται οι επιταγές του Συντάγματος, οι οποίες θεσπίζουν «την υποχρέωση των κρατικών οργάνων ή των οργάνων των ΝΠΔΔ να προστατεύουν αποτελεσματικά το γάμο, την οικογένεια και να μεριμνούν για την προστασία της οικογενειακής στέγης».
Παράλληλα, υποστήριξε ότι παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, καθώς το πλειστηριαζόμενο ακίνητο αποτελεί τη μοναδική κατοικία του ίδιου και της οικογένειάς του και το Ελληνικό Δημόσιο θα μπορούσε να λάβει λιγότερο επαχθή μέτρα σε βάρος του για την ικανοποίηση της απαίτησής του, όπως είναι να στραφεί προηγουμένως κατά της λοιπής ακίνητης περιουσίας που διέθετε».
Το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την ανακοπή και ακυρώθηκε το πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού, κρίνοντας ότι η έκδοση του προγράμματος αντέκειτο στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας.
Στην συνέχεια το Δημόσιο άσκησε έφεση και το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών την απέρριψε ως αβάσιμη. Όμως, το Δημόσιο προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο ζητώντας να αναιρεθεί η εφετειακή απόφαση, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας του Συντάγματος, του ΚΕΔΕ και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
Το ΣτΕ απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση του Δημοσίου
Το ΣΤ΄ Τμήμα του ΣτΕ με εισηγήτρια την σύμβουλο Επικρατείας Ελένη Παπαδημητρίου, απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση του Δημοσίου, υπογραμμίζοντας ότι σύμφωνα με το Σύνταγμα «η κατοικία των ανθρώπων, ως στοιχείο ουσιώδες για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας».
Και η κρατική μέριμνα για την πρώτη κατοικία «ανάγεται στην προστασία θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τελούντων υπό την εγγύηση του κράτους και υποχρεούνται να διασφαλίζουν, ώστε να είναι αποτελεσματική, όλα τα κρατικά όργανα, κατά χαρακτηριστική διατύπωση του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος».
Στο πλαίσιο αυτό, οι σύμβουλοι Επικρατείς επισημαίνουν ότι σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, αλλά και «την απορρέουσα ευθέως από την αρχή του κράτους δικαίου, αρχή της αναλογικότητας, οσάκις η επιδίωξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος χωρεί με τη λήψη μέτρου που έχει ως συνέπεια την στέρηση της κατοικίας ορισμένου προσώπου, πρέπει, για την εγκυρότητα κάθε πράξης που κατατείνει στην πραγμάτωση του μέτρου, από οποιαδήποτε κρατικό όργανο και αν εκδίδεται και σε κάθε στάδιο της οικείας διαδικασίας, να αποδεικνύεται ότι το μέτρο ήταν απολύτως αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι είχε δηλαδή εξαντληθεί πριν, κάθε προσπάθεια να ικανοποιηθεί ο δημόσιος σκοπός με άλλα, πρόσφορα πλην ηπιότερα μέτρα».
Τέλος, υπογραμμίζεται στην δικαστική απόφαση ότι κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ «η κατάσχεση ακινήτου του οφειλέτη που αποδεδειγμένα αποτελεί τη μόνη του κατοικία (εκείνου και της οικογένειάς του) τότε μόνο είναι νόμιμη, όταν έχει προηγουμένως ερευνηθεί και τεκμηριωμένα αποκλεισθεί η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων πρόσφορων για να ικανοποιηθεί μέσω αυτών η συγκεκριμένη αξίωση. Στην αντίθετη περίπτωση η επιλογή προς τούτο του ακινήτου της κατοικίας δεν είναι νόμιμη».
Μάλιστα, η παρανομία δεν αφορά μόνο την κατασχετήρια έκθεση, αλλά και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας των πλειστηριασμών.
Πηγή: in.gr





