«Cornell 7»: Η υπόθεση που ξεγυμνώνει τη σκοτεινή κουλτούρα των αμερικανικών πανεπιστημίων

«Cornell 7»: Η υπόθεση που ξεγυμνώνει τη σκοτεινή κουλτούρα των αμερικανικών πανεπιστημίων

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Η κουλτούρα του αλκοόλ, των ναρκωτικών και της σεξουαλικής βίας στα πανεπιστημιακά campus των ΗΠΑ επανέρχεται στο επίκεντρο της εθνικής συζήτησης, με αφορμή μια υπόθεση που εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο τα πανεπιστήμια και οι αρχές αντιμετωπίζουν τις καταγγελίες σεξουαλικής επίθεσης.

Τον Σεπτέμβριο του 2026, πρώην φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Cornell κατέθεσε αστική αγωγή, υποστηρίζοντας ότι επτά μέλη της αδελφότητας Chi Phi τη βίασαν ομαδικά όταν εκείνη βρισκόταν στο δεύτερο έτος των σπουδών της, δύο χρόνια νωρίτερα.

Η φερόμενη επίθεση, αλλά και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η καταγγελία της, έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.

Η υπόθεση, που έχει γίνει γνωστή ως «Cornell 7», αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα: την υποαναφορά των σεξουαλικών επιθέσεων και την έλλειψη εμπιστοσύνης πολλών φοιτητών απέναντι στους θεσμούς στους οποίους απευθύνονται για βοήθεια.

Γιατί οι περισσότερες επιθέσεις δεν καταγγέλλονται

Οι επίσημες στατιστικές συχνά υποτιμούν σημαντικά την πραγματική έκταση της σεξουαλικής βίας στα πανεπιστήμια, όπως γράφει η Καίτλιν Μ. Σιμς, Επίκουρη Καθηγήτρια Δημόσιας Πολιτικής, σε άρθρο της στο The Conversation.

Πολλά θύματα δεν καταγγέλλουν μια επίθεση επειδή δεν γνωρίζουν πού να απευθυνθούν, φοβούνται ότι δεν θα τηρηθεί η εμπιστευτικότητα ή δεν πιστεύουν ότι το πανεπιστήμιο θα ανταποκριθεί επαρκώς.

Άλλοι, ιδιαίτερα αμέσως μετά την επίθεση, μπορεί να μην είναι σε θέση να αναζητήσουν μόνοι τους βοήθεια ή να κατανοήσουν τις διαθέσιμες διαδικασίες.

Η εικόνα αυτή αντανακλά το ευρύτερο φαινόμενο της υποαναφοράς της σεξουαλικής βίας.

Στο πλαίσιο πανεπιστημιακών ερευνών, μόλις το 7,1% των φοιτητών που δήλωσαν ότι υπέστησαν σεξουαλική επίθεση ανέφεραν ότι επικοινώνησαν με την τοπική αστυνομία.

Παράλληλα, μόλις το 37,5% των φοιτητών πίστευε ότι οι πανεπιστημιακές αρχές θα αντιμετώπιζαν σοβαρά μια καταγγελία όταν υπήρχε σωματική βία ή αδυναμία συναίνεσης.

Η έδρα της αδελφότητας Chi Phi του Πανεπιστημίου Cornell στην Ιθάκα της Νέας Υόρκης, ΗΠΑ, 29 Σεπτεμβρίου 2026

Η υπόθεση της Jane Doe

Στην περίπτωση της Jane Doe, η ίδια κατήγγειλε την επίθεση στην αστυνομία τρεις εβδομάδες μετά το περιστατικό.

Παρότι, σύμφωνα με την αγωγή της, δήλωσε ξεκάθαρα ότι είχε βιαστεί, η αναφορά που διαβίβασε η αστυνομία της Ίθακα στον εισαγγελέα δεν περιείχε αυτή τη διατύπωση.

Ο εισαγγελέας της κομητείας όπου βρίσκεται το Πανεπιστήμιο Cornell αποφάσισε να μην ασκήσει δίωξη εναντίον κανενός από τους επτά άνδρες που κατηγορήθηκαν για συμμετοχή στην επίθεση. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι, σύμφωνα με την καταγγελία, ο εισαγγελέας δεν πήρε ποτέ συνέντευξη από την Jane Doe.

Η εσωτερική διαδικασία του πανεπιστημίου είχε επίσης απογοητευτική κατάληξη. Δύο από τους φερόμενους ως δράστες αποβλήθηκαν, δύο ακόμη τέθηκαν σε αναστολή, ενώ ένας πέμπτος, ο οποίος είχε ήδη αποφοιτήσει, αποκλείστηκε από την πρόσβαση στους χώρους του πανεπιστημίου.

Οι δύο εναπομείναντες φοιτητές υποχρεώθηκαν να παρακολουθήσουν εκπαιδευτικό πρόγραμμα, να μην έχουν επαφή με την Jane Doe και να συντάξουν «δοκίμια αναστοχασμού».

Μετά την κατάθεση της αγωγής, η κυβερνήτης της Νέας Υόρκης, Κάθι Χότσουλ, διόρισε τη γενική εισαγγελέα της πολιτείας, Λετίσια Τζέιμς, ως ειδική εισαγγελέα για να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο οι πανεπιστημιακές και τοπικές αρχές χειρίστηκαν την υπόθεση.

Μια φοιτήτρια φοράει μια ετικέτα με το όνομα «Jane Doe» κατά τη διάρκεια διαδήλωσης με τίτλο «Justice for Survivors» στο Πανεπιστήμιο Κόρνελ στην Ιθάκα της Νέας Υόρκης, στις ΗΠΑ, στις 5 Οκτωβρίου 2026.

Ένα πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο από μία υπόθεση

Η σεξουαλική επίθεση στα πανεπιστημιακά campus δεν είναι νέο φαινόμενο, όμως τα διαθέσιμα στοιχεία για την πραγματική έκτασή του παραμένουν περιορισμένα.

Ο ομοσπονδιακός νόμος Clery, που θεσπίστηκε το 1990, υποχρεώνει τα πανεπιστήμια που λαμβάνουν ομοσπονδιακή χρηματοδότηση να δημοσιεύουν ετήσια στοιχεία για την εγκληματικότητα και την ασφάλεια.

Τα στοιχεία αυτά, όμως, βασίζονται στις επίσημα καταγεγραμμένες καταγγελίες και επομένως δεν αποτυπώνουν μεγάλο μέρος των περιστατικών που δεν αναφέρονται στις αρχές.

Μεγάλες έρευνες μεταξύ φοιτητών από πολλά αμερικανικά πανεπιστήμια έχουν εκτιμήσει ότι περίπου μία στις πέντε φοιτήτριες θα υποστεί σεξουαλική επίθεση κατά τη διάρκεια των σπουδών της.

Οι κίνδυνοι εμφανίζονται αυξημένοι σε ορισμένα κοινωνικά περιβάλλοντα, μεταξύ άλλων σε φοιτητές που συμμετέχουν σε αδελφότητες. Παράλληλα, η αντίληψη ότι οι δράστες είναι συνήθως άγνωστοι στο θύμα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο δράστης είναι πρόσωπο που το θύμα γνωρίζει.

Στην υπόθεση του Cornell, η Jane Doe είχε επισκεφθεί το σπίτι της αδελφότητας Chi Phi για να συναντήσει έναν φίλο, ο οποίος, σύμφωνα με την αγωγή, φέρεται να συμμετείχε στην επίθεση.

Ο ρόλος του αλκοόλ και των ναρκωτικών

Η κατανάλωση αλκοόλ και άλλων ουσιών αποτελεί έναν ακόμη σημαντικό παράγοντα κινδύνου. Έρευνες για το κλίμα στα πανεπιστήμια δείχνουν ότι μεγάλο ποσοστό των φοιτητών που αναφέρουν ότι υπέστησαν σεξουαλική επίθεση είχε καταναλώσει οικειοθελώς αλκοόλ ή άλλες ουσίες πριν από το περιστατικό.

Η Jane Doe υποστήριξε ότι, κατά τη διάρκεια της επίθεσης, ήταν ανίκανη να αντιδράσει και βρισκόταν «σχεδόν σε κατάσταση παραισθήσεων» εξαιτίας της κεταμίνης και του αλκοόλ.

Η συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης έχει προκαλέσει έντονη κριτική, καθώς η νομοθεσία της Νέας Υόρκης αφήνει περιθώριο σε μια προβληματική διάκριση: διαφορετική αντιμετώπιση μπορεί να έχει ένα άτομο που αδυνατεί να συναινέσει επειδή έχει καταναλώσει οικειοθελώς αλκοόλ ή ναρκωτικά και διαφορετική ένα άτομο που έχει ναρκωθεί χωρίς τη θέλησή του.

Έτσι, το γεγονός ότι κάποιος επέλεξε να καταναλώσει μια ουσία μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη νομική βαρύτητα από το κρίσιμο ερώτημα αν, τη στιγμή της σεξουαλικής επαφής, ήταν πράγματι σε θέση να συναινέσει.

Η Χότσουλ έχει χαρακτηρίσει την κατάσταση «νομικό κενό» και έχει δηλώσει ότι θα επιδιώξει την αλλαγή της νομοθεσίας, υποστηρίζοντας ότι η εθελοντική μέθη δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως συναίνεση για σεξουαλική πράξη.

Οι συνέπειες δεν τελειώνουν με την αποφοίτηση

Οι επιπτώσεις μιας σεξουαλικής επίθεσης μπορούν να διαρκέσουν πολύ περισσότερο από τα χρόνια των σπουδών.

Οι φοιτητές που βιώνουν σεξουαλική βία διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν άγχος, κατάθλιψη και προβλήματα σωματικής και ψυχικής υγείας.

Οι επιπτώσεις μπορεί να επηρεάσουν επίσης την ακαδημαϊκή τους πορεία, οδηγώντας σε χαμηλότερες επιδόσεις, μαθησιακές δυσκολίες ή ακόμη και εγκατάλειψη του πανεπιστημίου.

Η Jane Doe, σύμφωνα με την αγωγή της, εγκατέλειψε τις σπουδές της.

Τα πανεπιστήμια που λαμβάνουν ομοσπονδιακή χρηματοδότηση έχουν υποχρέωση, βάσει του Τίτλου IX, να αντιμετωπίζουν καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση και σεξουαλική βία.

Παράλληλα, αρκετά ιδρύματα έχουν αναπτύξει προγράμματα πρόληψης, από διαδικτυακές παρεμβάσεις έως εκπαίδευση μικρών ομάδων και προγράμματα παρέμβασης παρευρισκομένων.

Τα προγράμματα αυτά μπορούν να ενισχύσουν την ικανότητα των φοιτητών να αναγνωρίζουν επικίνδυνες συμπεριφορές και να παρεμβαίνουν με ασφάλεια. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της πρόληψης εξακολουθεί να επικεντρώνεται στο τι πρέπει να κάνουν τα πιθανά θύματα και οι παρευρισκόμενοι.

Πολύ λιγότερα είναι γνωστά για αποτελεσματικές παρεμβάσεις που μπορούν να αποτρέψουν εξαρχής τους επίδοξους δράστες από το να διαπράξουν σεξουαλική βία.

Μια αφίσα που ανακοινώνει μια επικείμενη διαμαρτυρία για την πρόληψη των σεξουαλικών επιθέσεων είναι αναρτημένη σε έναν στύλο στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ, εν μέσω της υπόθεσης «Chi Phi», στην Ιθάκα της Νέας Υόρκης, στις ΗΠΑ, την 1η Οκτωβρίου 2026. REUTERS/Lauren Petracca

Η ανάγκη για ένα σύστημα που θα εμπιστεύονται τα θύματα

Η υπόθεση των «Cornell 7» αναδεικνύει τελικά ένα κρίσιμο ζήτημα: τι συμβαίνει όταν ένα θύμα αποφασίζει να μιλήσει, αλλά το σύστημα στο οποίο απευθύνεται δεν ανταποκρίνεται με τρόπο που να του δημιουργεί εμπιστοσύνη;

Η Νέα Υόρκη έχει ήδη προχωρήσει σε ορισμένες αλλαγές. Από το 2026, τα θύματα εγκλημάτων δεν χρειάζεται πλέον να υποβάλλουν αστυνομική αναφορά προκειμένου να έχουν πρόσβαση σε κρατικά προγράμματα αποζημίωσης. Η εγκληματική πράξη μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επιβεβαιωθεί από φορέα υποστήριξης θυμάτων ή επαγγελματία ψυχικής ή σωματικής υγείας.

Παράλληλα, έχει διευρυνθεί η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων αποζημίωσης.

Ωστόσο, οι αλλαγές δεν είναι ομοιόμορφες σε ολόκληρη τη χώρα. Σε ορισμένες πολιτείες, οι προϋποθέσεις παραμένουν ιδιαίτερα αυστηρές, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις η χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών από το θύμα μπορεί να επηρεάσει ακόμη και την πρόσβασή του σε αποζημίωση.

Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο: άνθρωποι που αποφασίζουν να καταγγείλουν μια σεξουαλική επίθεση μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με τα ίδια τα συστήματα που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκαν για να τους προστατεύσουν.

Και αυτό ίσως είναι το πιο ανησυχητικό μήνυμα από την υπόθεση του Cornell. Δεν αρκεί να υπάρχουν κανόνες, υπηρεσίες και διαδικασίες στα χαρτιά. Για να καταγγέλλουν οι φοιτητές τις επιθέσεις, πρέπει πρώτα να πιστεύουν ότι όταν μιλήσουν, θα τους ακούσουν, θα τους πιστέψουν και θα τους προστατεύσουν.

Πηγή: in.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ