Από τους δασμούς που γύρισαν μπούμπερανγκ, μέχρι τον καταστροφικό πόλεμο στο Ιράν, η εξωτερική πολιτική του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έφερε μόνο δεινά στις ΗΠΑ και σε πολλές άλλες χώρες. Προκαλεί όμως εντύπωση ότι παρόλα αυτά οι Αμερικανοί ίσως να μην έχουν πειστεί ότι οι σημερινοί αντίπαλοι του Τραμπ θα τα έκαναν καλύτερα.
Οι διαθέσιμες δημοσκοπήσεις του Σεπτεμβρίου καταγράφουν πράγματι –όχι και τόσο υψηλό- προβάδισμα των Δημοκρατικών, με εύρος περίπου 5 έως 14 μονάδες ανάλογα με τη μέτρηση. Μπορεί τα δημοσκοπικά ποσοστά του Τραμπ να καταρρέουν, ωστόσο, αυτό δεν έχει μεταφραστεί σε προβάδισμα στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, όπου οι δημοσκοπήσεις του Pew Research δείχνουν ότι τα δύο κόμματα «ισοβαθμούν».
Σύμφωνα με ανάλυση στο Responsible Statecraft των Σαμ Φρέιζερ, ειδικού σε θέματα διεθνούς οικονομικής και εμπορικής πολιτικής, και Γουίλιαμ Χάρτουνγκ, αναλυτή εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, οι Δημοκρατικοί δεν έχουν διατυπώσει ένα όραμα για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ που να λαμβάνει υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι δύο θητείες του Τραμπ έχουν αλλάξει τον κόσμο και τον ρόλο της Αμερικής σε αυτόν.
«Εάν οι Δημοκρατικοί θέλουν να ανακτήσουν μέρος της αξιοπιστίας τους στην εξωτερική πολιτική, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, πρέπει να επιδείξουν […] προθυμία να απομακρυνθούν από το παρελθόν».
Οι πολιτικές του «παρελθόντος» στις οποίες αναφέρονται, είναι αποκατάσταση της αμερικανικής ηγεσίας, ανανέωση των συμμαχιών και δημιουργία ενός διεθνούς συνασπισμού για τον ανταγωνισμό με την Κίνα, οι οποίες, όπως λένε οι Χάρτουνγκ και Φρέιζερ συνεχίζουν να απηχούν την ατζέντα της κυβέρνησης Μπάιντεν.
«Όσο κι αν η εξωτερική πολιτική του πρώην προέδρου Τζο Μπάιντεν δυσκολεύτηκε υπό το βάρος των αντιφάσεών της, μια επανάληψη της ατζέντας του θα αντιμετώπιζε ακόμη μεγαλύτερες προκλήσεις» προειδοποιούν.
Δεν αρκεί η αντίθεση
Το κρίσιμο για τους δύο αναλυτές είναι οι προτάσεις των Δημοκρατικών να ξεφεύγουν από την απλή και εύκολη αντίθεση στον Τραμπ.
«Αντί να περιορίζονται στην καταγγελία της ανοησίας του πολέμου με το Ιράν, οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να απορρίψουν ξεκάθαρα την πολιτική της αμερικανικής στρατιωτικής πρωτοκαθεδρίας στη Μέση Ανατολή που οδήγησε σε αυτόν και να υπερασπιστούν δυναμικά τη διπλωματία, την αξία της οποίας η σύγκρουση ανέδειξε τόσο ξεκάθαρα» λέει.
Όσον αφορά την ανατροπή των δασμών του Τραμπ, προτείνουν το Δημοκρατικό Κόμμα να διαμορφώσει μια ατζέντα οικονομικής συνεργασίας με τον κόσμο από την οποία θα μπορούν να επωφεληθούν όλες οι πλευρές και η οποία δεν θα αντιμετωπίζει την οικονομική ευημερία ως έναν σπάνιο πόρο που ορισμένες χώρες πρέπει να συσσωρεύουν εις βάρος άλλων.
Στο ζήτημα της Κίνας, προτείνουν αντί οι Δημοκρατικοί απλά να επιτίθενται στον Τραμπ για αδυναμία εξαιτίας της φαινομενικά πιο διαλλακτικής στροφής του απέναντι στην Κίνα, «μπορούν να προωθήσουν μια στρατηγική που θα θέτει στο επίκεντρο τη συνεργασία και την αποτροπή συγκρούσεων, παράλληλα με στοχευμένες αντιδράσεις απέναντι σε κινεζικές πολιτικές όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο».
Σε γενικές γραμμές, υπογραμμίζει ότι μια νέα εξωτερική πολιτική των Δημοκρατικών θα πρέπει να σημαίνει τη συσπείρωση γύρω από ένα όραμα για την παγκόσμια παρουσία των ΗΠΑ, το οποίο θα αναγνωρίζει ότι η Αμερική δεν μπορεί να ηγείται σε κάθε ζήτημα και σε κάθε περίσταση.
Δεν απαντάνε σε προβλήματα
Αντίθετα, στην ανάλυσή τους εκφράζεται η ανησυχία ότι οι Δημοκρατικοί δεν έχουν ακόμη αντιμετωπίσει σοβαρά βασικά ερωτήματα.
«Μπορούν οι ΗΠΑ να ισχυριστούν με αξιοπιστία ότι ηγούνται των συμμάχων τους όταν έχουν επανειλημμένα αποδείξει ότι οι δεσμεύσεις τους δεν διαρκούν πέρα από μία προεδρική θητεία; Θα θελήσουν άραγε κάποιοι εταίροι να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τους δεσμούς τους με μια ηγεμονική δύναμη που έχει αποδειχθεί τόσο πρόθυμη να εκμεταλλεύεται σχέσεις εξάρτησης για βραχυπρόθεσμο όφελος; Και τι είδους διεθνές πρόγραμμα μπορεί να αναμένεται ότι θα στηρίξει η αμερικανική κοινή γνώμη έπειτα από χρόνια οργής τόσο απέναντι στο status quo όσο και απέναντι στις ανατροπές του Τραμπ;».
Ξεκινήστε με το Ισραήλ
Ένα στοιχείο που οι Χάρτουνγκ και Φρέιζερ θεωρούν ότι μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για μια ευρύτερη επανεξέταση της εξωτερικής πολιτικής των Δημοκρατικών είναι η έντονη εσωκομματική συζήτηση για τις σχέσεις ΗΠΑ–Ισραήλ.
«Σε ολόκληρη τη χώρα, προοδευτικοί υποψήφιοι στις προκριματικές εκλογές έχουν επικρατήσει συντριπτικά απέναντι σε υποψηφίους του κομματικού κατεστημένου, απευθυνόμενοι στην επιθυμία των ψηφοφόρων να τερματιστεί η άνευ όρων υποστήριξη προς το Ισραήλ. Η συγκεκριμένη σχέση έχει εξελιχθεί σε λυδία λίθο για την προθυμία των υποψηφίων να έρθουν σε ρήξη με καταστροφικές ορθοδοξίες».
Και για τους δύο ειδικούς η αναδιάρθρωση των σχέσεων των ΗΠΑ με το Ισραήλ αποτελεί την αφετηρία για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της συγκυρίας το κόμμα εάν το θέλει.
«Οι Δημοκρατικοί πρέπει να αξιοποιήσουν αυτές τις προσπάθειες και να προσφέρουν μια πειστική εναλλακτική τόσο στον τραμπισμό όσο και στο εξαντλημένο status quo που συνέβαλε στην ανάδειξή του. Εάν αποτύχουν, κινδυνεύουν να προκαλέσουν απογοήτευση στη διεθνή σκηνή και να προσφέρουν ένα δώρο στους επίδοξους διαδόχους του Τραμπ».
Πηγή: in.gr





