Η πολιτική κατάσταση στην Ισπανία του 2026 αρχίζει να θυμίζει, σε ορισμένα σημεία, εκείνη του 2011. Μια σοσιαλιστική κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια και πολιτικές πιέσεις, ενώ η συζήτηση για ενδεχόμενη πρόωρη προσφυγή στις κάλπες επιστρέφει στο προσκήνιο. Υπάρχει, ωστόσο, μία θεμελιώδης διαφορά: η οικονομία.
Ο Πέδρο Σάντσεθ διαθέτει σήμερα μακροοικονομικά δεδομένα πολύ ισχυρότερα από εκείνα που είχε στα χέρια του ο Χοσέ Λουίς Ροδρίγκεθ Θαπατέρο στο τέλος της πρωθυπουργίας του. Και σύμφωνα με την ισπανική El Economista, αυτό αποτελεί έναν από τους παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τους υπολογισμούς της κυβέρνησης για τον χρόνο διεξαγωγής των επόμενων εκλογών.
Το δημοσίευμα αναφέρει ότι ο Σάντσεθ εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο εκλογών τον Νοέμβριο, αντί να εξαντλήσει την κοινοβουλευτική περίοδο έως το 2027.
Το μεγάλο πρόβλημα της στέγης
Το πιο δύσκολο κοινωνικό μέτωπο για την ισπανική κυβέρνηση παραμένει η κατοικία. Οι τιμές έχουν αυξηθεί θεαματικά, η πρόσβαση στη στέγη γίνεται ολοένα δυσκολότερη για μεγάλο μέρος των νεότερων Ισπανών και οι τελευταίες κυβερνητικές πρωτοβουλίες δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Τα νέα διατάγματα για τη στέγη απορρίφθηκαν στο Κοινοβούλιο, με PP, Vox και Junts να ψηφίζουν εναντίον τους.
Η πολιτική σημασία του θέματος είναι μεγάλη. Η κατοικία έχει επιστρέψει στην κορυφή της δημόσιας συζήτησης και κινητοποιεί ιδιαίτερα τους νεότερους ψηφοφόρους και τμήματα της Αριστεράς.Ταυτόχρονα, η διαφορά με το 2011 είναι εντυπωσιακή. Στο τέλος της περιόδου Θαπατέρο η μέση τιμή κατοικίας βρισκόταν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που επικαλείται το ισπανικό δημοσίευμα, περίπου στα 1.700 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Σήμερα προσεγγίζει τα 3.000 ευρώ.
Το ισχυρό χαρτί του ΑΕΠ
Εάν η στέγη αποτελεί το μεγάλο πρόβλημα, η ανάπτυξη αποτελεί το ισχυρότερο οικονομικό επιχείρημα της κυβέρνησης. Παρά τις αναθεωρήσεις των στοιχείων της ισπανικής στατιστικής υπηρεσίας, η οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,6% στο δεύτερο τρίμηνο σε ετήσια βάση, ενώ οι προβλέψεις που επικαλείται η El Economista τοποθετούν την ανάπτυξη για το σύνολο του 2026 κοντά στο 3%. Η εικόνα απέχει πολύ από εκείνη της προηγούμενης μεγάλης ισπανικής κρίσης. Το 2009 η οικονομία είχε βυθιστεί σε ύφεση περίπου 3%, ενώ ακολούθησαν νέα χρόνια συρρίκνωσης στη διάρκεια της κρίσης χρέους.
Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι η απασχόληση.
Στο τέλος Σεπτεμβρίου, οι εγγεγραμμένοι στην ισπανική Κοινωνική Ασφάλιση έφτασαν τα 22,4 εκατομμύρια, αριθμός-ρεκόρ. Στην αύξηση συμβάλλουν, μεταξύ άλλων, οι μεταναστευτικές ροές και οι διαδικασίες νομιμοποίησης εργαζομένων.Η αγορά εργασίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προβλήματα, από την επισφάλεια έως τις ιδιαιτερότητες των συμβάσεων εποχικής απασχόλησης. Ωστόσο η κατάσταση απέχει σημαντικά από την περίοδο κατά την οποία η ανεργία είχε φτάσει περίπου στο 20% του εργατικού δυναμικού.
Έσοδα-ρεκόρ στα κρατικά ταμεία
Ακόμη ένα πλεονέκτημα για την κυβέρνηση είναι η πορεία των φορολογικών εσόδων. Μέχρι τον Αύγουστο, τα φορολογικά έσοδα εμφανίζονται αυξημένα κατά 9,7%, ενώ οι εισπράξεις από τον φόρο εισοδήματος αυξήθηκαν κατά περίπου 12%. Η άνοδος αυτή προσφέρει στην κυβέρνηση μεγαλύτερα δημοσιονομικά περιθώρια για τη χρηματοδότηση δημόσιων δαπανών και περιορίζει την άμεση ανάγκη για πολιτικά επώδυνες περικοπές.
Παράλληλα, το δημόσιο χρέος παρουσιάζει μια παράδοξη εικόνα. Σε απόλυτους αριθμούς βρίσκεται περίπου στα 1,7 τρισ. ευρώ, αλλά ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει υποχωρήσει κάτω από το 100%, καθώς η οικονομία έχει μεγαλώσει.
Και εδώ η σύγκριση με το 2011 είναι σημαντική. Η κυβέρνηση Θαπατέρο ολοκλήρωνε τη θητεία της με δημοσιονομικό έλλειμμα κοντά στο 10% του ΑΕΠ και με την κρίση των spreads να απειλεί ολόκληρη την Ευρωζώνη.
Η σημερινή οικονομική εικόνα, πάντως, δεν είναι δεδομένο ότι θα διατηρηθεί.Ο πληθωρισμός κινείται, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία Σεπτεμβρίου που επικαλείται το δημοσίευμα, κοντά στο 5%, καθώς οι διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις επιβαρύνουν τις τιμές της ενέργειας. Παράλληλα, η άνοδος των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί σταδιακά να περιορίσει την κατανάλωση, τις επενδύσεις και τελικά τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Αυτό ακριβώς δημιουργεί το πολιτικό δίλημμα: εάν οι εκλογές πραγματοποιηθούν νωρίτερα, η κυβέρνηση θα προσέλθει σε αυτές με υψηλή ανάπτυξη, απασχόληση-ρεκόρ και αυξανόμενα δημόσια έσοδα. Εάν περιμένει έως το 2027, το διεθνές οικονομικό περιβάλλον μπορεί να είναι διαφορετικό.Από την άλλη πλευρά, τα θετικά μακροοικονομικά στοιχεία συνυπάρχουν με προβλήματα που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών: ακρίβεια, στεγαστικό κόστος, προβλήματα στις δημόσιες υπηρεσίες και πολιτική ένταση.
Αυτό είναι και το μεγάλο παράδοξο της σημερινής Ισπανίας. Η χώρα εμφανίζει ορισμένους από τους ισχυρότερους μακροοικονομικούς δείκτες των τελευταίων ετών, την ίδια στιγμή που σημαντικό τμήμα της κοινωνίας αισθάνεται αυξανόμενη πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα και κυρίως στην πρόσβαση στη στέγη.
Για τον Πέδρο Σάντσεθ, επομένως, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο καλά πηγαίνει σήμερα η ισπανική οικονομία. Είναι και πόσο θα διαρκέσει αυτή η συγκυρία και εάν η κυβέρνηση θα επιλέξει να αναμετρηθεί με τις κάλπες όσο οι βασικοί οικονομικοί δείκτες εξακολουθούν να λειτουργούν υπέρ της.
Πηγή: tanea.gr





