Σουδάν, Γάζα, Ουκρανία – Όσα δεν μπόρεσε να ακρωτηριάσει ο πόλεμος

εικόνες που δείχνουν γυναίκες στο Σουδάν να περιμένουν στην ουρά για την ανθρωπιστική βοήθεια

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Κάθε πρωί, στον καταυλισμό προσφύγων του Κόρσι στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, η Σαμίρα στήνει έναν μικρό πάγκο και πουλάει ρύζι και μπαχαρικά. Εκτοπίστηκε, τραυματίστηκε, έχασε σύζυγο και παιδιά στις εμφύλιες συγκρούσεις του Σουδάν. Παρ’ όλα αυτά, αν ξαναέβρισκε την ειρήνη, θα επέστρεφε στο Νταρφούρ «ακόμα και με ένα μάτι και ένα χέρι».

Η ιστορία της δεν είναι μοναδική. Σε χώρες που μαστίζονται από πολέμους, τα γυναικόπαιδα αποτελούν τις πλέον ευάλωτες ομάδες όσων ξεριζώνονται βίαια από τις εστίες τους αναζητώντας ασφάλεια. Από τη νέα αυτή βάση που τους προσφέρεται καλούνται να ξανασταθούν στα πόδια τους, να γιατρέψουν τις πληγές τους και να παλέψουν για την ειρήνη που τους στερήθηκε όταν όλη τους η ζωή ανατράπηκε εν μια νυκτί.

Άλλοι επιλέγουν το – συχνά επικίνδυνο – ταξίδι προς χώρες της Ευρώπης, ενώ άλλοι παραμένουν κοντά στις εστίες τους βοηθώντας επιζώντες, φέρνοντάς τους σε επαφή με κρίσιμες υπηρεσίες ή μεταδίδοντας πληροφορίες που σώζουν ζωές. Το τραύμα του πολέμου, ωστόσο, είναι πολύ βαρύ ψυχικό φορτίο από μόνο του, ακόμα και στις καλύτερες μετέπειτα συνθήκες.

Σουδάν: Ελπίδα μέσα από τον πόνο

Οι περιπτώσεις της 27χρονης Άλι και της συνομήλικής της Ματζίντα Αλ Νουρ από το Σουδάν, τις οποίες παρουσιάζει το UN Women, είναι χαρακτηριστικές του θάρρους και της ηγετικής ικανότητας πολλών γυναικών που μετέτρεψαν τον πόνο σε κίνητρο για δράση.

Το τραύμα του πολέμου είναι πολύ βαρύ ψυχικό φορτίο από μόνο του, ακόμα και στις καλύτερες μετέπειτα συνθήκες

εικόνες που δείχνουν γυναίκες στο Σουδάν να περιμένουν στην ουρά για την ανθρωπιστική βοήθεια

Γυναίκες στο Σουδάν περιμένουν στην ουρά για την ανθρωπιστική βοήθεια

Πριν από τον πόλεμο, η Άλι ζούσε μια συνηθισμένη ζωή στο Χαρτούμ, ενώ συμμετείχε εθελοντικά σε κοινοτικά προγράμματα για τα δικαιώματα των γυναικών και την ισότητα. Όταν τον Απρίλιο του 2023 ξέσπασαν σφοδρές μάχες μέσα στην πρωτεύουσα έπειτα από μήνες πολιτικής έντασης, επί δύο εβδομάδες ξυπνούσε με τον ήχο των πυροβολισμών.

Καθώς η βία εντεινόταν, η οικογένειά της πήρε τη δύσκολη απόφαση να φύγει. «Δεν μπορούσαμε να μείνουμε άλλο, φοβόμασταν», λέει η ίδια. Όμως, τη στιγμή που είχαν περισσότερο ανάγκη ο ένας τον άλλον, αναγκάστηκαν να χωριστούν. Η Άλι και τα αδέλφια της κατευθύνθηκαν προς τον Λευκό Νείλο, ο πατέρας της πήγε να βρει συγγενείς σε άλλη πολιτεία αλλά στην πορεία αρρώστησε σοβαρά.

Βρέθηκε στο νοσοκομείο, αλλά όταν αυτό δέχτηκε επίθεση οι ασθενείς έμειναν χωρίς επαρκή περίθαλψη και εκείνος έπεσε σε κώμα. Στην απελπισία της η κόρη του πήγε να τον βρει, αλλά η περιοχή είχε τεθεί υπό πολιορκία. Δεν πρόλαβε να του πει αντίο. «Ο πόλεμος ανέτρεψε τον κόσμο μου, έχασα τον πατέρα μου, την κανονική μου ζωή, εκτοπίστηκα», λέει η Άλι.

Η Ματζίντα Αλ Νουρ είχε ολοκληρώσει τις πανεπιστημιακές της σπουδές, όταν η σύγκρουση έφτασε στο χωριό της στην ανατολική Αλ Τζαζίρα τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς. Ετοιμαζόταν να ακολουθήσει μεταπτυχιακές σπουδές στις Καλές Τέχνες, αλλά τα όνειρά της διακόπηκαν απότομα καθώς η οικογένεια αναγκάστηκε να ξεριζωθεί. «Ο φόβος και οι οδυνηρές αναμνήσεις δεν ξεχνιούνται. Έφυγα από το σπίτι μου με την οικογένειά μου και περπατούσαμε επί δύο νύχτες αναζητώντας ασφάλεια. Έγινα μάρτυρας φρικαλεοτήτων, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου του αδελφού μου, και υπέμενα ταπεινώσεις. Είδα άρρωστες γυναίκες, κορίτσια, ηλικιωμένες, άκουσα τις κραυγές τους».

Η 27χρονη πέρασε πέντε μήνες σε έναν καταυλισμό στην πολιτεία του Νείλου. Περιτριγυρισμένη από εκατοντάδες εκτοπισμένες γυναίκες και κορίτσια, ήρθε αντιμέτωπη με αμέτρητες ιστορίες απώλειας, βίας και δυσκολιών, παρόμοιων με το δικό της τραύμα. Ωστόσο, επέλεξε να στηρίξει τους άλλους.

«Ως γυναίκα, βίωσα τον ίδιο φόβο και άγχος. Γι’ αυτό, θεώρησα ότι ήταν καθήκον μου να σταθώ στο πλευρό των γυναικών και των κοριτσιών και να τις υποστηρίξω», αναφέρει. Έτσι, άρχισε να οργανώνει συζητήσεις, δημιουργώντας χώρους όπου οι γυναίκες μπορούσαν να μοιραστούν τις εμπειρίες τους. «Καθόμασταν μαζί, μοιραζόμασταν τις ιστορίες μας και, το πιο σημαντικό, ενθαρρύναμε η μία την άλλη να αντιμετωπίσουμε τους εσωτερικούς μας φόβους, να γίνουμε πιο δυνατές και να βρούμε τη φωνή μας», προσθέτει η ίδια.

Στην πολιτεία του Λευκού Νείλου, η Άλι συνέχισε το έργο της ως ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών, ενώ μέσω προγράμματος του ΟΗΕ ενημερώθηκε για την Απόφαση 1325 του Συμβουλίου Ασφαλείας σχετικά με τις γυναίκες και την ειρήνη. «Η εκπαίδευση μου έδωσε τις γνώσεις και τα εργαλεία που θα με βοηθήσουν να διευκολύνω συνεδρίες διαμεσολάβησης και διαπραγμάτευσης στην κοινότητά μου. Θα μεταδώσω τις γνώσεις και τις δεξιότητες που απέκτησα στις συνομήλικές μου, ώστε όλες μας να μπορέσουμε να διαδραματίσουμε σημαντικούς ρόλους στην οικοδόμηση της ειρήνης», εξηγεί.

«Υπέμενα ταπεινώσεις, είδα άρρωστες γυναίκες, κορίτσια, ηλικιωμένες, άκουσα τις κραυγές τους», λέει η Ματζίντα Αλ Νουρ

εικόνα που δείχνει γυναίκες σε αγορά του Ομντουρμάν στο Σουδάν να πουλάνε λαχανικάεικόνα που δείχνει γυναίκες σε αγορά του Ομντουρμάν στο Σουδάν να πουλάνε λαχανικά

Σουδανές πουλάνε λαχανικά σε αγορά του Ομντουρμάν στο Χαρτούμ

Η 33χρονη Σαμίρα έχει εκτοπιστεί επτά φορές από το 2003, όταν ξέσπασε εμφύλιος στο χωριό της στο Σουδάν, υπομένοντας απώλειες και τραυματισμούς. Η οικογένειά της ασχολούνταν με τη γεωργία και η ίδια ονειρευόταν να πάει μια μέρα στο Χαρτούμ για να σπουδάσει νομικά και να γίνει δικαστής.

«Ήθελα να βοηθήσω τους ανθρώπους να βρουν δικαιοσύνη», λέει. Όμως, όταν ήταν μόλις 10 ετών, ομάδες ανταρτών που προέρχονταν κυρίως από κοινότητες του Νταρφούρ, πήραν τα όπλα εναντίον της σουδανικής κυβέρνησης, η οποία απάντησε με βίαιη εκστρατεία καταστολής. Οι συνέπειες για τα χωριά της περιοχής ήταν τραγικές. Βομβαρδίστηκαν, πυρπολήθηκαν, λεηλατήθηκαν, οικογένειες τα εγκατέλειψαν με ό,τι μπορούσαν να κουβαλήσουν μαζί τους.

Ο βίαιος ξεριζωμός έβαλε τέλος στα όνειρά της, αλλά όταν παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στην Ελ Τζενέινα, η ζωή της φαινόταν σταθερή για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια, λέει. Ο σύζυγός της ασχολούνταν με το εμπόριο αγαθών μεταξύ Σουδάν και Τσαντ, οι δουλειές πήγαιναν καλά, οι δυο τους μεγάλωσαν πέντε παιδιά.

Το Δυτικό Νταρφούρ μετατράπηκε για άλλη μια φορά σε πεδίο μάχης, καθώς οι εθνοτικές εντάσεις εξερράγησαν σε ανοιχτή βία. Τον Απρίλιο του 2023, είκοσι χρόνια μετά τον πρώτο εκτοπισμό, η Σαμίρα βίωσε ξανά τη φρίκη. Ο σύζυγός της αρνήθηκε να παραδώσει στους ενόπλους ό,τι το ζευγάρι είχε χτίσει σε δύο δεκαετίες. «Τον σκότωσαν μπροστά μου. Αφιέρωσε όλη του τη ζωή στη δουλειά για την οικογένειά του. Τον σκότωσαν μαζί με τις δύο κόρες μου την ίδια μέρα», λέει η ίδια.

Όταν οι συγγενείς ζήτησαν να παντρευτεί τον μικρότερο αδελφό του αποθανόντος συζύγου της, σύμφωνα με την παράδοση, εκείνη το έσκασε. Μετακόμισε στο νοτιοδυτικό Σουδάν με τα τρία παιδιά της, αλλά ο πόλεμος τους βρήκε και εκεί. Η Σαμίρα έχασε το δεξί της χέρι σε μια έκρηξη και την όρασή της από το ένα μάτι. Ο μεγαλύτερος γιος της έφυγε από το Κόρσι πριν από έναν μήνα για να ακολουθήσει το επικίνδυνο μονοπάτι των μεταναστών προς το Μαρόκο, ελπίζοντας να φτάσει στην Ευρώπη και να βρει δουλειά. Από τότε δεν έχει νέα του.

Εικόνα που δείχνει μητέρα να κρατά στην αγκαλιά το μωρό της, ενώ περιμένουν να εξεταστούν από γιατρό σε ένα κέντρο υγείας στο νότιο τμήμα της Λωρίδας της ΓάζαςΕικόνα που δείχνει μητέρα να κρατά στην αγκαλιά το μωρό της, ενώ περιμένουν να εξεταστούν από γιατρό σε ένα κέντρο υγείας στο νότιο τμήμα της Λωρίδας της Γάζας

Μητέρα κρατά στην αγκαλιά το μωρό της, ενώ περιμένουν να εξεταστούν από γιατρό σε ένα κέντρο υγείας στο νότιο τμήμα της Λωρίδας της Γάζας

Η Σαμίρα σκέφτεται να φύγει από το Κόρσι για το Καμερούν, αν και γνωρίζει πολύ καλά ότι το αίσθημα της ασφάλειας μπορεί να είναι εφήμερο. Όταν όμως την ρωτούν πού θέλει να ζήσει, δεν διστάζει. «Αγαπώ κάθε γωνιά του Νταρφούρ, ονειρεύομαι να ζήσω εκεί αλλά δεν μπορώ. Ο πόλεμος μου πήρε τα πάντα, το μάτι, το χέρι, τα παιδιά μου, τον άντρα μου», λέει, αλλά στην ερώτηση τι θα έκανε αν επανερχόταν η ειρήνη, δεν διστάζει: «Ακόμα και με ένα μάτι και ένα χέρι, θα επέστρεφα».

Γάζα: Τα παιδιά ενός ανηλεούς πολέμου

Εκατοντάδες παιδιά που γεννήθηκαν το 2023 μετά την έναρξη του πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας υποφέρουν από διάφορες μορφές παράλυσης λόγω τραυμάτων, έχουν ακρωτηριαστεί ή υποστεί σοβαρά εγκαύματα, ενώ το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης του παλαιστινιακού θυλάκου καταρρέει.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες μητέρων που συγκέντρωσε η οργάνωση War Child, τα παιδιά αυτά δεν έχουν γνωρίσει τίποτα άλλο παρά βία, πείνα και εκτοπισμό από τις πρώτες στιγμές της ζωής τους. «Ένιωθα φόβο. Αναρωτιόμουν αν θα μπορούσα να της εξασφαλίσω αρκετό φαγητό όσο ήταν ακόμα στην κοιλιά μου, αν θα γεννηθεί υγιής με όλους αυτούς τους πυραύλους που εκτοξεύτηκαν, τις τοξικές χημικές ουσίες από τις εκρήξεις και τον καπνό που εισέπνευσα», λέει η Σάθα.

Μετά τη γέννα, τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα. «Όταν οι βομβαρδισμοί εντείνονταν τη νύχτα, ευχόμουν να μπορούσα να την ξαναβάλω στην κοιλιά μου, ανησυχούσα τόσο πολύ γι’ αυτήν…», συμπληρώνει η νεαρή μητέρα, εκφράζοντας την ευχή η κόρη της να μεγαλώσει σε ένα ασφαλές περιβάλλον και να πάει στο σχολείο. «Δεν υπάρχουν σχολεία εδώ…» μονολογεί.

Άλλες γυναίκες που τραυματίστηκαν σοβαρά σε ισραηλινές επιθέσεις έχασαν τα άκρα τους αλλά δεν το βάζουν κάτω. Σε ένα μικρό γήπεδο ποδοσφαίρου στο Ντεΐρ ελ-Μπαλάχ, από τα λίγα που έχουν επιβιώσει μέχρι στιγμής από τον πόλεμο, μια ομάδα νεαρών γυναικών με τεχνητά άκρα πασάρουν την μπάλα η μία στην άλλη.

Η 23χρονη Φάρα βρισκόταν στο σπίτι της γιαγιάς της τη νύχτα της 28ης Ιουνίου 2024, όταν βομβαρδίστηκε κοντινή περιοχή. Υπέστη σοβαρά εγκαύματα στο δεξί πόδι και τραύματα στο αριστερό που επέβαλαν ακρωτηριασμό του άκρου. Κάθε πτυχή της καθημερινής της ζωής είχε αλλάξει για πάντα. Ακόμα και η πιο απλή κίνηση έγινε δύσκολη, ένιωθε τον κόσμο της να συρρικνώνεται μέσα στους τοίχους του σπιτιού της.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας φυσικοθεραπείας, γνώρισε τον Φουάντ Αμπού Γκαλιόν, πρόεδρο της Παλαιστινιακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου Ακρωτηριασμένων. Έλαβε πρόσκληση, δοκίμασε και με την υποστήριξη των συμπαικτριών της τα κατάφερε. Σήμερα η ομάδα αριθμεί 11 παίκτριες, εννέα με ακρωτηριασμό στα κάτω άκρα και δύο με ακρωτηριασμό στα άνω άκρα, οι οποίες παίζουν ως τερματοφύλακες.

«Η ισραηλινή κατοχή ακρωτηρίασε τα σώματά μας, αλλά δεν μπόρεσε να ακρωτηριάσει τα όνειρά μας ή τη θέλησή μας να ζήσουμε», δήλωσε μία από τις παίκτριες στο Al Jazeera. Παρά τις τεράστιες προκλήσεις και τους περιορισμένους πόρους, η ομάδα έχει καταφέρει να επιβιώσει χάρη στις προσπάθειες της κοινότητας και τις συνεργασίες.

Η συμμετοχή στην ομάδα ακρωτηριασμένων ποδοσφαιριστριών δεν αφορά μόνο τη σωματική αποκατάσταση. Πολλές από τις κοπέλες βιώνουν απομόνωση και απόσυρση μετά τον ακρωτηριασμό τους. Η ένταξή τους σε μια ομάδα που αποτελείται από άτομα που έχουν βιώσει παρόμοιες εμπειρίες τις βοηθά να ανακτήσουν την αυτοπεποίθησή τους και να επανασυνδεθούν με την κοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι κάνουν όνειρα, θέτουν στόχους και εν τέλει διεκδικούν μια καλύτερη ζωή σε συνθήκες ειρήνης.

Ουκρανία: Ορφάνια, νοσοκομεία, δικαστήρια

Τεσσεράμισι χρόνια μετά την εισβολή της Ρωσίας, οι ζωές χιλιάδων παιδιών στην Ουκρανία ξετυλίγονται σε νοσοκομεία, δικαστικές αίθουσες και προσωρινά καταλύματα, αποκαλύπτοντας το μακροπρόθεσμο ανθρώπινο κόστος της σύγκρουσης μακριά από τις γραμμές του μετώπου.

Όπως έχει καταγράψει έρευνα του Εργαστηρίου Ανθρωπιστικής Έρευνας της Ιατρικής Σχολής του Γέιλ, πολλά από αυτά τα παιδιά έχουν σταλεί σε ιδρύματα, ανάδοχες οικογένειες ή έχουν υιοθετηθεί, παραμένουν συχνά αποκομμένα από την ουκρανική γλώσσα και ταυτότητα, ενώ συγγενείς τα αναζητούν πέρα από τα σύνορα και μέσω των δικαστηρίων.

Εικόνα που δείχνει παιδιά να κοιτάζουν τα κατεστραμμένα αυτοκίνητα έξω από ξενοδοχείο στο Τσορνομόρσκ της περιφέρειας Οδησσού, το οποίο επλήγη από αεροπορικό βομβαρδισμόΕικόνα που δείχνει παιδιά να κοιτάζουν τα κατεστραμμένα αυτοκίνητα έξω από ξενοδοχείο στο Τσορνομόρσκ της περιφέρειας Οδησσού, το οποίο επλήγη από αεροπορικό βομβαρδισμό

Παιδιά κοιτάζουν τα κατεστραμμένα αυτοκίνητα έξω από ξενοδοχείο στο Τσορνομόρσκ της περιφέρειας Οδησσού, το οποίο επλήγη από αεροπορικό βομβαρδισμό

Ο Ίλια Ματβιένκο ήταν 10 ετών όταν η μητέρα του τραυματίστηκε θανάσιμα και εκείνος σοβαρά κατά τη διάρκεια βομβαρδισμού στη Μαριούπολη. «Περπατούσαμε στην αυλή όταν ένας πύραυλος εξερράγη», λέει ο ίδιος. Η μητέρα του τον έσυρε μέσα στο σπίτι ενός γείτονα. Άκουγε τη βραχνή αναπνοή της μέχρι που εκείνη πέθανε στην αγκαλιά του.

Το μικρό αγόρι μεταφέρθηκε στο Ντονέτσκ, όπου παρέμεινε σχεδόν έναν μήνα μόνος του σε ένα νοσοκομείο. Η γιαγιά του ταξίδεψε μέσα από τέσσερις χώρες για να τον φέρει στο Κίεβο. Ήταν ένα από τα πρώτα παιδιά που επέστρεψαν μετά την πλήρη εισβολή της Ρωσίας και ως εκ τούτου είχε τραβήξει τα φώτα της δημοσιότητας.

Αυτός και η γιαγιά του έχουν ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ συμμετείχε στην ομάδα των ορφανών παιδιών που κατέθεσαν στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τις φρικαλεότητες στην Ουκρανία. Στα 14 του, βλέπει πλέον τον εαυτό του ως «πρεσβευτή των παιδιών της Ουκρανίας» που τραυματίστηκαν ή έμειναν ορφανά λόγω του πολέμου. «Είναι μια σημαντική αποστολή, αλλά δεν παρασύρομαι, απλώς κάνω ό,τι πρέπει να γίνει. Πιστεύω ότι είναι σημαντικό να το μοιραστώ αυτό», λέει ο ίδιος.

Εικόνα που δείχνει μια γυναίκα να ξεσπάει σε λυγμούς δίπλα σε ένα τραυματισμένο παιδί, στο υπόγειο του Παιδιατρικού Νοσοκομείου «Οκχματντίτ» έπειτα από ρωσική πυραυλική επίθεση στο ΚίεβοΕικόνα που δείχνει μια γυναίκα να ξεσπάει σε λυγμούς δίπλα σε ένα τραυματισμένο παιδί, στο υπόγειο του Παιδιατρικού Νοσοκομείου «Οκχματντίτ» έπειτα από ρωσική πυραυλική επίθεση στο Κίεβο

Μια γυναίκα να ξεσπάει σε λυγμούς δίπλα σε ένα τραυματισμένο παιδί, στο υπόγειο του Παιδιατρικού Νοσοκομείου «Οκχματντίτ» έπειτα από ρωσική πυραυλική επίθεση στο Κίεβο

O Βιάτσεσλαβ έχασε την 37χρονη μητέρα του κατά τη διάρκεια βομβαρδισμού στην περιφέρεια Ντονέτσκ τον Μάρτιο του 2022. Στα 18 του, έμεινε να φροντίζει τα τέσσερα μικρότερα αδέλφια του, με τα οποία αναγκάστηκε να διαφύγει όταν η πόλη δέχτηκε νέα επίθεση. Ο αγώνας του δεν τελείωσε εκεί, καθώς πέρασε από αρκετές δικαστικές διαδικασίες για να κερδίσει την επιμέλεια των αδελφών του. «Το πιο σημαντικό για μένα ήταν να κρατήσω την οικογένειά μου ενωμένη. Το κάνω για τη μητέρα μας. Έκανε τα πάντα για εμάς», λέει.

Πλέον, μένουν στο Ουζχόροντ. Ο αδελφός του, ο Ντανίλ, σπουδάζει στο Κίεβο και ο Βιατσέσλαβ φροντίζει τα τρία μικρότερα. Η Νικόλ λατρεύει τον χορό, αλλά θέλει να γίνει δικηγόρος, η Ολίβια παίζει πιάνο, ενώ ο μικρός Τιμούρ πρόκειται να εγγραφεί σε μαθήματα ρομποτικής.

Πριν από την εισβολή, ο Βιάτσεσλαβ σπούδαζε ιατρική, αλλά τώρα κάνει διάφορες δουλειές για να συντηρήσει την οικογένειά του και προσφέρει εθελοντικά τις υπηρεσίες του σε μια φιλανθρωπική οργάνωση. Τα αδέλφια του είναι ό,τι έχει και αποτελούν το κίνητρό του για να συνεχίσει. «Οι καιροί είναι δύσκολοι για όλους αυτή τη στιγμή. Δεν υπάρχει χρόνος να καθόμαστε και να παραπονιόμαστε», τονίζει αφοπλιστικά.

Ο Βιάτσεσλαβ θέλει το καλύτερο για τον εαυτό του, για τους άλλους, για τη χώρα του. Όπως λέει, «η Ουκρανία θα πρέπει να ξαναχτιστεί, η χώρα θα χρειαστεί νέους ανθρώπους που θέλουν να κάνουν κάτι γι’ αυτή την αλλαγή».

Πηγές: UN Women, OCHA, Guardian, Al Jazeera, KQED



Πηγή: in.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ