Ο Ζαΐντ αλ Γκάρσι, επικεφαλής του Τμήματος Μέσων Ενημέρωσης του Γραφείου της Προεδρίας στη Σαναά, δήλωσε την Κυριακή στο Al Mayadeen ότι το «Ριάντ για τη Σαναά» είναι η εξίσωση που επιδιώκουν να επιτύχουν οι Ένοπλες Δυνάμεις της Υεμένης, τονίζοντας ότι το Ριάντ πρέπει να αποδεχτεί αυτή τη νέα πραγματικότητα.
Πλέον το στρατιωτικό δόγμα της Υεμένης, είναι αποκλεισμός αντί αποκλεισμού και Ριάντ για Σαναά. Δηλαδή αν η Σαουδική Αραβία σταματήσει τον αποκλεισμό της Υεμένης και σταματήσει τα χτυπήματα στην Σαναά, τότε θα σταματήσει τόσο ο αποκλεισμός της Σαουδικής Αραβίας στην Ερυθρά Θάλασσα, αλλά θα παύσουν και οι επιθέσεις στο βασίλειο.
Εξήγησε ότι η επίθεση κατά της σαουδαραβικής πρωτεύουσας στέλνει το μήνυμα ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις της Υεμένης μπορούν να φτάσουν σε οποιοδήποτε σημείο της Σαουδικής Αραβίας, περιγράφοντας τις επιθέσεις ως προειδοποίηση. Πρόσθεσε ότι η επόμενη φάση θα μπορούσε να περιλαμβάνει το κλείσιμο του σαουδαραβικού εναέριου χώρου ή επιθέσεις κατά πετρελαϊκών εγκαταστάσεων.
Ο aλ Γκάρσι σημείωσε ότι οι δυνατότητες των Ενόπλων Δυνάμεων της Υεμένης όσον αφορά τους πυραύλους και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, σε συνδυασμό με τη δύναμη πυρός και την ακρίβειά τους, έχουν αναπτυχθεί σημαντικά, επιτρέποντάς τους να καταστρέφουν πλήρως οποιαδήποτε εγκατάσταση στοχεύουν.
Τόνισε ότι, εάν η Σαουδική Αραβία επιλέξει να συνεχίσει την κλιμάκωση, θα φέρει την πλήρη ευθύνη για τις συνέπειες.
Ο αξιωματούχος της Υεμένης ανέφερε ότι ο πόλεμος και ο αποκλεισμός κατά της Υεμένης ξεκίνησαν πριν από τις κυρώσεις κατά του Ιράν, χαρακτηρίζοντας τις ερμηνείες που συνδέουν τα δύο ζητήματα ως «παραποίηση της πραγματικότητας» και ως προσπάθεια αποφυγής πολιτικών λύσεων.
«Δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ του ζητήματος της πολιορκίας της Υεμένης και του Ιράν· το ζήτημα της Υεμένης σχετίζεται άμεσα με τη Σαουδική Αραβία», σημείωσε ο Αλ-Γκάρσι.
Ο Ζαΐντ αλ Γκάρσι, επικεφαλής του Τμήματος Μέσων Ενημέρωσης του Γραφείου της Προεδρίας στη Σαναά.
Δεν θα υπάρξει άρση του αποκλεισμού, αν δεν αρθεί ο αποκλεισμός της Υεμένης
Ο Αλ-Γκάρσι επανέλαβε τη σταθερή θέση της Σαναά ότι η Υεμένη δεν θα άρει τον αποκλεισμό της κατά της Σαουδικής Αραβίας, εκτός αν αρθεί ο αποκλεισμός κατά της Υεμένης, «ακόμη και αν παρέμβει ολόκληρος ο κόσμος».
Ανέφερε ότι οι επιχειρήσεις της Υεμένης επικεντρώνονται σε σαουδικές στρατιωτικές βάσεις και εγκαταστάσεις που ανήκουν στην Aramco, οι οποίες, όπως σημειώνει, αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της σαουδικής οικονομίας, προσθέτοντας ότι αυτές οι εγκαταστάσεις στοχεύονται με σκοπό την άσκηση πίεσης στην οικονομία της Σαουδικής Αραβίας.
Ο Αλ-Γκάρσι ανέφερε ότι το Ριάντ προσπαθεί να διευρύνει το πεδίο του πολέμου μέσω στρατιωτικής ενίσχυσης και αεροπορικών επιθέσεων.
Απαντώντας σε διάφορους ισχυρισμούς, ο αλ-Γκάρσι τόνισε ότι η επιθετικότητα και ο αποκλεισμός κατά της Υεμένης προηγήθηκαν του αποκλεισμού του Ιράν, απορρίπτοντας τις αντίθετες υποδείξεις ως παραποιήσεις που αποσκοπούν στην απόκρυψη της αλήθειας και στην αποφυγή πραγματικών λύσεων.
Πρόσθεσε ότι δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ του αποκλεισμού της Σαουδικής Αραβίας από την Υεμένη και του ιρανικού ζητήματος, τονίζοντας: «Η διαμάχη μας και ο αγώνας μας αφορούν άμεσα τη Σαουδική Αραβία».
Ο αλ-Γκάρσι κατέληξε επιβεβαιώνοντας ότι η Σαναά είναι ανοιχτή στο να εξετάσει οποιαδήποτε πρωτοβουλία που δεν θέτει σε κίνδυνο τα δικαιώματα του λαού της Υεμένης. Διευκρίνισε ότι η εκεχειρία με τις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένει σε ισχύ, προειδοποιώντας ότι «η Υεμένη δεν θα παραμείνει σιωπηλή σε περίπτωση οποιασδήποτε παραβίασης».
Συνεχιζόμενες επιθέσεις της Σαουδικής Αραβίας
Οι Ένοπλες Δυνάμεις της Υεμένης ανακοίνωσαν την Κυριακή ότι σαουδικά πολεμικά αεροσκάφη πραγματοποίησαν 28 αεροπορικές επιθέσεις τις τελευταίες 24 ώρες, χρησιμοποιώντας μαχητικά F-15 και Typhoon που απογειώθηκαν από τις βάσεις Χαμίς Μουσαΐτ και Ταΐφ, με στόχο τις επαρχίες Ταΐζ, Τζοφ και Μαρίμπ, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των επιθέσεων από την έναρξη της σαουδαραβικής επιθετικής δράσης κατά της Υεμένης σε 760.
Το Σάββατο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος της Σαναά, Ομάρ αλ-Μπουχαΐτι, δήλωσε ότι περαιτέρω κλιμάκωση από τον «Σαουδικό εχθρό» εναντίον της Υεμένης θα προκαλέσει ακόμη ισχυρότερη αντίδραση από την πλευρά της, τονίζοντας ότι δεν θα διστάσει να επιφέρει τα «σκληρότερα πλήγματα» για να αποτρέψει περαιτέρω κλιμάκωση.

Ο πρόεδρος του Ανώτατου Πολιτικού Συμβουλίου της Υεμένης, Μαχντί αλ-Μασάτ.
Δώδεκα χρόνια από την άνοδο της Ανσάρ Αλλάχ στην ηγεσία της Υεμένης
Ο πρόεδρος του Ανώτατου Πολιτικού Συμβουλίου της Υεμένης, Μαχντί αλ-Μασάτ, εξήρε την «ένδοξη Επανάσταση της 21ης Σεπτεμβρίου» ως σημείο καμπής που έθεσε τέλος στην ξένη κηδεμονία επί της Υεμένης, δεσμεύθηκε να εντείνει την εκστρατεία για την άρση του σαουδααραβικού αποκλεισμού και επιβεβαίωσε την αλληλεγγύη της Σαναά προς το Ιράν, την Παλαιστίνη και τον Άξονα της Αντίστασης.
Σε δήλωση που εξέδωσε την Κυριακή με αφορμή την 12η επέτειο, ο αλ-Μασάτ συνεχάρη τον Ηγέτη της Επανάστασης (σ.σ. ο επίσημος τίτλος του), Αμπντούλ-Μαλίκ αλ-Χούθι, και εξήρε τον λαό της Υεμένης, τις ένοπλες δυνάμεις και τις υπηρεσίες ασφαλείας, καθώς και τις οικογένειες των μαρτύρων, των τραυματιών και των αιχμαλώτων.
Ευχαρίστησε τον Παντοδύναμο Αλλάχ για μια νέα νίκη, την εκδίωξη των δυνάμεων που υποστηρίζονται από τη Σαουδική Αραβία από όλες τις περιοχές της δυτικής ακτής. Επίσης, συνεχάρη τους αιχμαλώτους που απελευθερώθηκαν πρόσφατα και δεσμεύθηκε ότι η απελευθέρωση όλων των υπόλοιπων κρατουμένων παραμένει εθνικό, θρησκευτικό, ανθρωπιστικό και επαναστατικό καθήκον.
Οι Ένοπλες Δυνάμεις της Υεμένης απώθησαν πρόσφατα τους υποστηριζόμενους από τη Σαουδική Αραβία μαχητές της Υεμένης από τμήματα της δυτικής ακτής της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της στρατηγικής λιμενικής πόλης αλ-Μόκα και αρκετών παράκτιων νησιών, και δηλώνουν ότι έχουν εδραιώσει τον έλεγχό τους σε περιοχές με θέα στο στρατηγικό στενό Μπαμπ αλ-Μαντάμπ.
Ο Αλ-Μασάτ δήλωσε ότι η ετήσια εορταστική εκδήλωση αποτελεί πράξη σεβασμού προς έναν λαό που επέλεξε να απελευθερωθεί από «τα νύχια της ξένης κηδεμονίας και ηγεμονίας».
Η επανάσταση, όπως είπε, υπάρχει ώστε να μην μπορεί να επιβληθεί στη Υεμένη «ένας πληροφοριοδότης που εργάζεται για ξένο κράτος» στο πλαίσιο μιας λεγόμενης νομιμότητας που κατασκευάστηκε από τα επιτιθέμενα κράτη «σε ένα ξενοδοχείο στο Ριάντ».
Δήλωσε ότι οι ελίτ της προ-επαναστατικής περιόδου σπατάλησαν τον εθνικό πλούτο, δημιούργησαν κρίσεις και παρέδωσαν τη λήψη αποφάσεων της Υεμένης σε ξένες δυνάμεις. Αυτές οι δυνάμεις επιρροής και διαφθοράς, είπε, απέτυχαν να οικοδομήσουν ένα πραγματικό κράτος μετά την ίδρυση της δημοκρατίας και άφησαν πίσω τους μια ευάλωτη χώρα.
Υπενθύμισε την κατάρρευση της ασφάλειας που προηγήθηκε της 21ης Σεπτεμβρίου, συμπεριλαμβανομένης της σφαγής Υεμενιτών στρατιωτών από την Αλ Κάιντα και ενός κύματος δολοφονιών και βομβιστικών επιθέσεων, για τις οποίες κατηγόρησε την επίσημη συνενοχή, τις ξένες επιταγές και τις διαμάχες εξουσίας μεταξύ των ελίτ.
Πηγή: in.gr



