Η σημερινή κρίση στην ενέργεια συγκρίνεται μόνο με την κρίση του 1973…

Φρενίτιδα επιστροφών στο Ομάν με την υπογραφή της αρχικής συμφωνίας...

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Του Χάρη Φλουδόπουλου 

Σε μια από τις δυσκολότερες περιόδους που έχει αντιμετωπίσει η διεθνής ενεργειακή αγορά εδώ και περισσότερα από 50 χρόνια βρίσκεται ο κόσμος, με την ταυτόχρονη αναταραχή στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, τις γεωπολιτικές συγκρούσεις και τις διαταραχές στις ροές να δημιουργούν ένα πρωτόγνωρο σκηνικό. Την ίδια ώρα, η Ελλάδα εμφανίζεται καλύτερα προετοιμασμένη από άλλες χώρες ως προς την ασφάλεια εφοδιασμού, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι μένει ανεπηρέαστη από την εκτόξευση των διεθνών τιμών.

Αυτό ήταν ένα από τα βασικά μηνύματα που έστειλε χθες το Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ), με τον εκτελεστικό πρόεδρό του Κωστή Σταμπολή να συγκρίνει τη σημερινή συγκυρία με την πρώτη πετρελαϊκή κρίση του 1973-1974.

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, με βάση τη δική του εμπειρία, η τελευταία περίοδος που μπορεί να συγκριθεί με τη σημερινή ήταν εκείνη μεταξύ Οκτωβρίου 1973 και Μαρτίου 1974, όταν η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με πραγματική ενεργειακή κρίση, με ελλείψεις καυσίμων και σοβαρούς περιορισμούς στην οικονομική δραστηριότητα. Η μεγάλη διαφορά, ωστόσο, είναι ότι τότε η κρίση ήταν αποτέλεσμα ενός εμπάργκο, ενώ σήμερα πρόκειται για μια πολύ πιο σύνθετη και πολυεπίπεδη κρίση.

“Η σημερινή κρίση είναι μία πολλαπλή κρίση, εξελίσσεται σε διαφορετικά επίπεδα ταυτόχρονα”, τόνισε ο κ. Σταμπολής, επισημαίνοντας ότι για πρώτη φορά οι αναταράξεις εκδηλώνονται ταυτόχρονα στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο. Στην εξίσωση προστίθενται παράλληλα δύο μεγάλα πολεμικά μέτωπα, στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, γεγονός που αυξάνει δραματικά την αβεβαιότητα για τις ενεργειακές ροές.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι εκτιμήσεις του εκτελεστικού προέδρου του ΙΕΝΕ για το πού θα μπορούσαν να έχουν φτάσει οι τιμές του πετρελαίου χωρίς τη διαφοροποίηση που έχει ήδη πραγματοποιηθεί στην παγκόσμια αγορά.

Σύμφωνα με τον ίδιο, εάν δεν είχαν κινητοποιηθεί εναλλακτικοί παραγωγοί και εάν η αγορά δεν είχε προλάβει να διαφοροποιήσει τις πηγές προμήθειας μετά την έναρξη της κρίσης, οι τιμές θα μπορούσαν να έχουν κινηθεί στην περιοχή των 150 έως και 180-190 δολαρίων το βαρέλι. Η προσαρμογή των εμπορικών ροών και η εξεύρεση εναλλακτικών προμηθευτών έχουν μέχρι στιγμής λειτουργήσει ως ανάχωμα σε ένα ακόμη μεγαλύτερο ενεργειακό σοκ.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, καθοριστικό ρόλο παίζει η δυνατότητα των ελληνικών διυλιστηρίων να εξασφαλίσουν εναλλακτικές προμήθειες. Όπως σημείωσε ο κ. Σταμπολής, έχουν στραφεί μεταξύ άλλων σε προμήθειες από Καζακστάν, Αζερμπαϊτζάν και Λιβύη, ενώ διαθέτουν μακροχρόνιες συμβάσεις και σημαντική δυνατότητα αποθήκευσης.

Κατά την εκτίμησή του, επομένως, από την πλευρά της επάρκειας δεν αναμένεται να δημιουργηθεί πρόβλημα στην Ελλάδα. Η ισχυρή θέση της χώρας συνδέεται και με το μέγεθος του διυλιστικού της κλάδου σε σχέση με τον πληθυσμό και την εγχώρια κατανάλωση, αλλά και με τον εξαγωγικό χαρακτήρα των ελληνικών διυλιστηρίων, τα οποία τροφοδοτούν με προϊόντα πολλές αγορές της ευρύτερης περιοχής.

Το μεγάλο ερώτημα μεταφέρεται έτσι από την επάρκεια στις τιμές.

Στο μέτωπο των τιμών των καυσίμων, σύμφωνα με τον κ. Σταμπολή, οι επιλογές είναι κατά βάση θέμα οικονομικής και κυβερνητικής πολιτικής.

Μία δυνατότητα είναι η παρέμβαση στη φορολογία των καυσίμων, ώστε η μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων να περάσει απευθείας στην τελική τιμή. Η άλλη είναι η επιλογή των επιδοτήσεων, όπως έχει εφαρμοστεί και κατά το παρελθόν, ώστε να συγκρατηθεί η επιβάρυνση για τον καταναλωτή χωρίς μεταβολή των φορολογικών συντελεστών.

Ο εκτελεστικός πρόεδρος του ΙΕΝΕ υπογράμμισε ότι πρόκειται ουσιαστικά για διαφορετικά εργαλεία οικονομικής πολιτικής που μπορούν να οδηγήσουν σε αντίστοιχο αποτέλεσμα για τον καταναλωτή. Η τελική επιλογή, όμως, εξαρτάται και από τις πληθωριστικές επιπτώσεις, την εξέλιξη των διεθνών τιμών και την επιθυμία ή όχι να περιοριστεί η κατανάλωση μέσω του μηχανισμού των υψηλότερων τιμών.

Όπως εκτίμησε, οι αποφάσεις θα εξαρτηθούν σε σημαντικό βαθμό από την πορεία των διεθνών τιμών τις επόμενες εβδομάδες. Εάν καταγραφεί νέα έντονη άνοδος, η κυβέρνηση θα βρεθεί μπροστά στην ανάγκη να επιλέξει εάν θα παρέμβει με επιδοτήσεις ή με αλλαγές στη φορολογική επιβάρυνση.

Μπίσκας: Η καθυστέρηση στις μπαταρίες είναι πολιτική επιλογή

Στη δεύτερη μεγάλη πρόκληση για την ελληνική ενεργειακή αγορά, αυτή της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, επικεντρώθηκε ο πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του ΙΕΝΕ, Παντελής Μπίσκας.

Όπως είπε η ταχύτητα διείσδυσης των μπαταριών στην Ελλάδα αποτελεί σήμερα σε μεγάλο βαθμό πολιτική επιλογή, καθώς δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το επενδυτικό ενδιαφέρον αλλά από το διοικητικό πλαίσιο και από το πόση ισχύ αποθήκευσης επιλέγει κάθε φορά η Πολιτεία να επιτρέψει να προχωρήσει.

Όπως ανέφερε, αιτήσεις για μπαταρίες υποβάλλονται ήδη από το 2021, ενώ το επενδυτικό ενδιαφέρον ήταν πολύ μεγάλο. Ωστόσο, η διαδικασία δεν εξελίχθηκε με έναν απλό μηχανισμό χρονικής προτεραιότητας, με αποτέλεσμα σημαντικός αριθμός επενδυτικών σχεδίων να περιμένει επί χρόνια απάντηση.

Κατά τον κ. Μπίσκα, αυτή η επιλογή έχει δύο όψεις. Από τη μία, μπορεί να περιορίσει τον κίνδυνο υπερβολικής ανάπτυξης έργων και “κανιβαλισμού” των εσόδων τους. Από την άλλη, όμως, μεταφέρει στην Πολιτεία μια απόφαση που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να αποτελεί επενδυτικό ρίσκο του ίδιου του επενδυτή.

Το διπλό όφελος: arbitrage και εξισορρόπηση

Η επιτάχυνση των επενδύσεων αποθήκευσης μπορεί, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Επιστημονικής Επιτροπής του ΙΕΝΕ, να προσφέρει διπλό όφελος στον καταναλωτή.

Το πρώτο προέρχεται από το arbitrage μεταξύ των φθηνών και ακριβών ωρών της ημέρας. Οι μπαταρίες φορτίζουν τις ώρες κατά τις οποίες υπάρχει μεγάλη παραγωγή από ΑΠΕ και χαμηλές τιμές — κατά κανόνα το μεσημέρι — και εκφορτίζουν όταν η ζήτηση και οι τιμές ανεβαίνουν, κυρίως τις βραδινές ώρες.

Με τον τρόπο αυτό μεταφέρουν ουσιαστικά φθηνή ενέργεια από τις ώρες πλεονάσματος στις ώρες κατά τις οποίες διαφορετικά το σύστημα θα χρειαζόταν ακριβότερη παραγωγή. Αυξάνεται έτσι η προσφορά στις ακριβές ώρες και δημιουργούνται συνθήκες για χαμηλότερη χονδρεμπορική τιμή.

Ως παράδειγμα αναφέρθηκε η Βουλγαρία, όπου, σύμφωνα με τον κ. Μπίσκα, η ταχεία ανάπτυξη της αποθήκευσης έχει ήδη οδηγήσει σε σημαντική αποκλιμάκωση των βραδινών τιμών. Λόγω του market coupling, μέρος αυτής της επίδρασης περνά και στην ελληνική αγορά, κάτι που σημαίνει ότι η Ελλάδα σήμερα ωφελείται εμμέσως από επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν ταχύτερα στη γειτονική χώρα.

Το δεύτερο και εξίσου σημαντικό όφελος αφορά την αγορά εξισορρόπησης.

Σύμφωνα με τον κ. Μπίσκα, σήμερα ο αριθμός των ουσιαστικά ενεργών παικτών στην αγορά αυτή παραμένει περιορισμένος, γεγονός που δεν επιτρέπει την ανάπτυξη επαρκούς ανταγωνισμού. Όπως ανέφερε, το κόστος για τους καταναλωτές κινείται περίπου στα 20-25 ευρώ/MWh, όταν σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές συναντώνται επίπεδα της τάξης των 5-10 ευρώ/MWh.

Η είσοδος των μπαταριών μπορεί να αλλάξει αυτή τη δομή, αυξάνοντας σημαντικά τον αριθμό των παικτών που μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες εξισορρόπησης. Κατά τον ίδιο, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στην τεχνολογική ευελιξία του ελληνικού ηλεκτρικού συστήματος, την οποία χαρακτήρισε ιδιαίτερα υψηλή, αλλά στον συνδυασμό του ρυθμιστικού πλαισίου και του περιορισμένου αριθμού συμμετεχόντων.

“Όλα ξεκινούν από τον ανταγωνισμό”, ήταν ουσιαστικά το συμπέρασμα της τοποθέτησής του, καθώς ακόμη και η καλύτερη ρυθμιστική παρέμβαση έχει περιορισμένο αποτέλεσμα εάν η αγορά εξακολουθεί να λειτουργεί με ελάχιστους ουσιαστικούς παίκτες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη επιστημονική ανάλυση που επιχειρεί να ποσοτικοποιήσει το όφελος για τον Έλληνα καταναλωτή από κάθε 1.000 MW αποθήκευσης που εισέρχονται στο σύστημα.

Η μείωση αυτή αναμένεται να προκύψει από περισσότερα του ενός κανάλια: από τη μεταφορά φθηνής μεσημεριανής ενέργειας στις ακριβές βραδινές ώρες, από τον περιορισμό των ακραίων τιμών στη χονδρεμπορική αγορά, αλλά και από την ενίσχυση του ανταγωνισμού και τη μείωση του κόστους στην αγορά εξισορρόπησης.

Παράλληλα, οι μπαταρίες μπορούν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση προβλημάτων τάσης και συμφόρησης του συστήματος, να απορροφούν την περίσσεια παραγωγής τις μεσημεριανές ώρες και να περιορίζουν τις περικοπές ΑΠΕ.

Στο ερώτημα κατά πόσο είναι εφικτή μια γρήγορη επιτάχυνση της αποθήκευσης, ο κ. Μπίσκας εμφανίστηκε θετικός ως προς τις τεχνικές και επενδυτικές δυνατότητες, συνδέοντας όμως την ταχύτητα ανάπτυξης με τις αποφάσεις για τους όρους σύνδεσης.

Όπως τόνισε, το ενδιαφέρον υπάρχει ήδη και είναι μεγάλο, ενώ εκτίμησε ότι επενδυτές που περιμένουν επί χρόνια να αποκτήσουν όρους σύνδεσης δύσκολα θα εγκαταλείψουν τα έργα όταν τελικά τους εξασφαλίσουν.

Παράλληλα αμφισβήτησε την αντίληψη ότι οι μπαταρίες δεσμεύουν απλώς πρόσθετο ηλεκτρικό χώρο. Αντίθετα, όπως εξήγησε, μπορούν να απελευθερώνουν ηλεκτρικό χώρο, καθώς απορροφούν ενέργεια όταν υπάρχει περίσσεια, αποσυμφορούν τις γραμμές και επανεισάγουν ενέργεια στο σύστημα όταν αυτή είναι περισσότερο αναγκαία. Με τον τρόπο αυτό δημιουργούν παράλληλα περιθώριο για μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ.

Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, το ενεργειακό χαρτοφυλάκιο που χρειάζεται η χώρα στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες: περισσότερες ΑΠΕ, περισσότερη αποθήκευση και ευέλικτες μονάδες φυσικού αερίου για τις περιόδους κατά τις οποίες η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές δεν επαρκεί.

Ο ρόλος του ΙΕΝΕ και οι επόμενες μελέτες

Το Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης λειτουργεί ως ανεξάρτητο ενεργειακό think tank με επίκεντρο την Ελλάδα και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Βασικός σκοπός του είναι να αποτελεί μόνιμο forum ανάλυσης και συζήτησης ενεργειακών θεμάτων, φέρνοντας κοντά επιστημονική κοινότητα, επιχειρήσεις, φορείς της αγοράς και θεσμικούς παράγοντες και παρέχοντας τεκμηριωμένη πληροφόρηση για την ενέργεια, το περιβάλλον και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Το ερευνητικό έργο του Ινστιτούτου έχει πλέον οργανωθεί γύρω από 12 ερευνητικά και μελετητικά προγράμματα, που καλύπτουν μεταξύ άλλων την ενεργειακή πολιτική, την ασφάλεια εφοδιασμού, τις αγορές ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, τις ΑΠΕ και την αποθήκευση, την ενεργειακή απόδοση, την ενεργειακή φτώχεια, τις νέες τεχνολογίες, το υδρογόνο και τα εναλλακτικά καύσιμα, την πυρηνική ενέργεια και τις κρίσιμες πρώτες ύλες.

Μετά την ολοκλήρωση του “SE Europe Energy Outlook 2025/2026”, μιας εκτεταμένης χαρτογράφησης των ενεργειακών εξελίξεων και προοπτικών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου έως το 2050, το ΙΕΝΕ έχει προχωρήσει σε αναδιάρθρωση του ερευνητικού του έργου. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται η εκπόνηση επιμέρους country profiles και κλαδικών αναλύσεων για τις ενεργειακές αγορές της περιοχής, ενώ ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην ασφάλεια εφοδιασμού, στη λειτουργία των αγορών ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, στην αποθήκευση και στις τεχνολογίες που θα καθορίσουν την επόμενη φάση της ενεργειακής μετάβασης.

Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον και η προσπάθεια να μεταφραστούν οι μεγάλες αλλαγές του ενεργειακού συστήματος σε συγκεκριμένα, μετρήσιμα αποτελέσματα για την οικονομία και τον καταναλωτή. Και η αποθήκευση αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα: το ερώτημα δεν είναι πλέον εάν οι μπαταρίες μπορούν να βοηθήσουν το σύστημα, αλλά πόσο γρήγορα μπορούν να αναπτυχθούν και πόσο από το όφελός τους θα περάσει τελικά στις τιμές που πληρώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Πηγή: capital.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ