Του Κώστα Κατίκου
Προς νέο ρεκόρ οδεύουν οι συνταξιοδοτήσεις για το 2026, καθώς μέχρι τον Αύγουστο οι αιτήσεις που υποβλήθηκαν στον ΕΦΚΑ ξεπέρασαν τις 140.000. Την κούρσα της εξόδου οδηγούν δύο κατηγορίες ασφαλισμένων: οι ελεύθεροι επαγγελματίες, και οι γυναίκες.
Τα στοιχεία των προηγούμενων ετών δείχνουν ότι το κύμα συνταξιοδοτήσεων δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο. Το 2021 καταγράφηκαν 212.151 νέες αιτήσεις και το 2022 άλλες 211.133, ενώ το 2023 οι αιτήσεις υποχώρησαν στις 190.368. Το 2024 ανήλθαν εκ νέου στις 197.228, και το 2025, έφτασαν τις 225.803. Για το 2026, η εικόνα του 8μήνου δείχνει ότι οι αιτήσεις συνταξιοδότησης ίσως ξεπεράσουν και τις 200.000.
Πρώτοι στην έξοδο εμφανίζονται οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι οποίοι έχουν έναν επιπλέον λόγο να επισπεύσουν την αποχώρησή τους: τις ετήσιες αυξήσεις των ασφαλιστικών εισφορών.
Η συντριπτική πλειονότητα των μη μισθωτών επιλέγει τη χαμηλότερη ασφαλιστική κατηγορία, ώστε να περιορίσει την επιβάρυνση, η οποία είναι της τάξης των 10 ως 20 ευρώ τον μήνα. Ωστόσο, ακόμη και για όσους έχουν επιλέξει την πρώτη κατηγορία οι ετήσιες αυξήσεις ανεβάζουν το κόστος ασφάλισης και η διέξοδος αποφυγής της επιβάρυνσης είναι η συνταξιοδότηση. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες επιλέγουν την έξοδο στη σύνταξη αξιοποιώντας και τη δυνατότητα συνέχισης της απασχόλησής τους, ώστε να μετριάσουν το κόστος ασφάλισης.
Ισχυρή είναι και η παρουσία των γυναικών στις αιτήσεις συνταξιοδότησης, καθώς μεγάλο μέρος των ασφαλισμένων που έχουν κατοχυρώσει ή συμπληρώνουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις επιλέγει να αποχωρήσει πριν μεταβληθούν οι όροι συνταξιοδότησης ή οι αποδοχές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης.
Οι γυναίκες μισθωτές του ιδιωτικού και κυρίως του δημόσιου τομέα, επιλέγουν την έξοδο, αξιοποιώντας τα μεταβατικά όρια ηλικίας που είναι κάτω των 62 ετών με διατάξεις ανήλικου τέκνου, και μειωμένης σύνταξης.
Κρίσιμος παράγοντας στην αύξηση των αιτήσεων είναι και η σύνδεση των ορίων ηλικίας με το προσδόκιμο ζωής μετά τα 65 έτη. Η νομοθεσία προβλέπει επανεξέταση ανά τριετία. Ωστόσο, το υπουργείο Εργασίας έχει διευκρινίσει ότι, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, δεν προβλέπεται αύξηση των ορίων το 2027. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει αποκλειστεί η συζήτηση για τα επόμενα χρόνια, γεγονός που διατηρεί την αβεβαιότητα μεταξύ όσων βρίσκονται κοντά στην έξοδο.
Ένας ακόμη λόγος που ωθεί ορισμένους ασφαλισμένους στην άμεση συνταξιοδότηση είναι ο νέος τρόπος υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης. Οι συντάξιμες αποδοχές βασίζονται στις αποδοχές του ασφαλιστικού βίου από το 2002 και μετά. Έτσι, περίοδοι μειωμένων μισθών, όπως αυτές που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, μπορούν να μειώσουν τον μέσο όρο των αποδοχών που χρησιμοποιείται στον υπολογισμό.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ασφαλισμένου με 40 έτη ασφάλισης: εάν ο μέσος όρος των αποδοχών του διαμορφώνεται στα 2.500 ευρώ, η συνολική σύνταξη μπορεί να ανέλθει περίπου στα 1.696 ευρώ, ενώ με μέσο όρο 2.300 ευρώ περιορίζεται περίπου στα 1.596 ευρώ, δηλαδή κατά 100 ευρώ χαμηλότερα. Έτσι, όσοι έχουν σήμερα υψηλότερες αποδοχές και έχουν ήδη θεμελιώσει δικαίωμα εξετάζουν την αποχώρηση πριν από ενδεχόμενες νέες μισθολογικές απώλειες.
Η δυνατότητα συνδυασμού σύνταξης και εργασίας έχει προσθέσει ένα σημαντικό κίνητρο για όσους θέλουν να αποχωρήσουν για σύνταξη, αλλά δεν επιθυμούν να εγκαταλείψουν την αγορά εργασίας. Από την 1η Ιανουαρίου 2024 η σύνταξη δεν μειώνεται λόγω ασφαλιστέας εργασίας, ενώ ο χρόνος απασχόλησης μπορεί, μετά τη διακοπή της, να αξιοποιηθεί για προσαύξηση της σύνταξης.
Με αυτά τα δεδομένα, το 2026 εξελίσσεται σε ακόμη μία χρονιά αθρόων συνταξιοδοτήσεων, με τους ασφαλισμένους που βρίσκονται κοντά στη θεμελίωση να σταθμίζουν όχι μόνο το πότε μπορούν να συνταξιοδοτηθούν, αλλά και το κόστος παραμονής στην εργασία καθώς και το ύψος της σύνταξης που θα εξασφαλίσουν.
Πηγή: capital.gr





