Για την ευρωπαϊκή βιομηχανία και τους εργαζομένους της, η περίοδος των θεωρητικών διαγνώσεων έχει πλέον παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ευρώπη χρειάζεται μια ενεργή και δυναμική βιομηχανική πολιτική —μια ιδεολογική μάχη που έχει ήδη κερδηθεί— αλλά αν οι θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να μετουσιώσουν τη διακηρυγμένη φιλοδοξία σε απτά, μετρήσιμα αποτελέσματα, σημειώνει το Social Europe.
Τα τελευταία χρόνια, οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν επιτέλους αυτό που τα συνδικάτα γνωρίζουν εδώ και δεκαετίες: η Ευρώπη δεν μπορεί να επιτύχει την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση λειτουργώντας ως μια παθητική αγορά. Απαιτούνται τεράστιες επενδύσεις, στρατηγική κατεύθυνση και ουσιαστική δημόσια παρέμβαση για την οικοδόμηση των βιομηχανιών του αύριο.
Η νέα βιομηχανική πολιτική οφείλει να συνδέσει το δημόσιο χρήμα με ποιοτικές θέσεις εργασίας και κοινωνικές ρήτρες
Η προτεινόμενη Πράξη Επιτάχυνσης της Βιομηχανίας αποτελεί μια θετική ένδειξη αυτής της μεταστροφής.
Μέτρα που αποσκοπούν στη δημιουργία αγορών αναφοράς για προϊόντα χαμηλών εκπομπών άνθρακα και ευρωπαϊκής κατασκευής συνιστούν μια παραδοχή ότι η Ευρώπη δεν γίνεται να δαπανά δισεκατομμύρια για τον μετασχηματισμό της παραγωγής της, μόνο και μόνο για να καλυφθεί η ζήτηση από εισαγωγές.
Παράλληλα, η ενίσχυση των κοινωνικών κριτηρίων στις δημόσιες συμβάσεις κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, η αναγνώριση δεν αρκεί. Ο κόσμος της εργασίας ζητά επιτακτικά χειροπιαστά αποτελέσματα στην πράξη.
Το ενεργειακό αδιέξοδο και ο κίνδυνος των λουκέτων
Η θέσπιση στόχων και η δημιουργία πρωτοβουλιών δεν αρκούν εάν το κόστος κατασκευής και παραγωγής εντός της Ευρώπης παραμένει απαγορευτικό. Για τις ενεργειοβόρες βιομηχανίες, η κρίση παραμένει παρούσα, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Τομείς όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο, τα χημικά και το γυαλί αντιμετωπίζουν τιμές ενέργειας που υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα, αποθαρρύνουν τις επενδύσεις και απειλούν χιλιάδες θέσεις εργασίας. Η λύση δεν μπορεί να είναι άλλη μια έκθεση στρατηγικής.
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία δεν μπορεί να περιμένει δεκαετίες για φθηνή ενέργεια
Ένας βιομήχανος που καλείται σήμερα να αποφασίσει αν θα επενδύσει ή αν θα βάλει λουκέτο δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει δεκαετίες για λύσεις καθαρής ενέργειας. Κάθε εργοστάσιο που κλείνει αποδυναμώνει ανεπανόρθωτα το ευρωπαϊκό βιομηχανικό οικοσύστημα. Οι δεξιότητες χάνονται, οι εφοδιαστικές αλυσίδες κατακερματίζονται και οι τοπικές κοινωνίες καταστρέφονται.
Η Ευρώπη επιθυμεί περισσότερα προϊόντα κατασκευασμένα εντός των συνόρων της, αλλά το ενεργειακό κόστος διώχνει τη βιομηχανία. Η ταχύτατη στροφή σε καθαρή ενέργεια δεν πρέπει να βασιστεί σε μια νέα εξάρτηση από εισαγόμενο εξοπλισμό τρίτων χωρών, ανταλλάσσοντας απλώς τα ορυκτά καύσιμα με την τεχνολογική εξάρτηση.
Δημόσιο χρήμα με αυστηρές κοινωνικές υποχρεώσεις
Η βιομηχανική πολιτική δεν μπορεί να κρίνεται αποκλειστικά από τις ανακοινώσεις επενδύσεων ή τους δείκτες ανταγωνιστικότητας. Το αληθινό κριτήριο επιτυχίας είναι η διασφάλιση ασφαλών, ποιοτικών θέσεων εργασίας. Η ευρωπαϊκή μεταποιητική βιομηχανία βιώνει βαθιά αβεβαιότητα, με τις αναδιαρθρώσεις και τις περικοπές να πλήττουν κρίσιμους τομείς, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία. Συχνά, οι εξελίξεις αυτές αποδίδονται αποκλειστικά στις πιέσεις της αγοράς, παραγνωρίζοντας τις εταιρικές επιλογές.
Πολλές εταιρείες που διεκδικούν δημόσια στήριξη διανέμουν παράλληλα τεράστια μερίσματα στους μετόχους τους. Όταν οι δημόσιες αρχές καλούνται να απορροφήσουν τα επενδυτικά ρίσκα μέσω επιδοτήσεων και εγγυήσεων, είναι απολύτως θεμιτό οι επιχειρήσεις να δεσμεύονται ότι θα επενδύσουν στην παραγωγική ικανότητα, την καινοτομία, την κατάρτιση και την απασχόληση. Το δημόσιο χρήμα οφείλει να συνοδεύεται από δεσμευτικές δημόσιες υποχρεώσεις. Οι δικαιούχοι κρατικής στήριξης δεν μπορούν να επιδοτούνται τη μία ημέρα και να ανακοινώνουν απολύσεις την επομένη. Η μετάβαση απαιτεί πρόβλεψη, επένδυση στις δεξιότητες και ενεργό συμμετοχή των συνδικάτων.
Όπισθεν ολοταχώς για τα εργασιακά δικαιώματα;
Όπως επισημάνθηκε σε κομβικές ευρωπαϊκές εκθέσεις, δεν υπάρχει δρόμος προς την ανταγωνιστικότητα μέσω της μείωσης των μισθών ή της αποδυνάμωσης των εργασιακών δικαιωμάτων. Οποιαδήποτε προσπάθεια λύσης των προβλημάτων μέσω της αύξησης του χρόνου εργασίας ή της συρρίκνωσης της προστασίας κινείται σε εντελώς λανθασμένη κατεύθυνση. Τα δομικά προβλήματα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας πηγάζουν από τις χαμηλές επενδύσεις, τα ενεργειακά εμπόδια και τη βραχυπρόθεσμη επιχειρηματική συμπεριφορά, όχι από την προστασία των εργαζομένων.
Το ίδιο ισχύει και για την αυξανόμενη τάση της αποκαλούμενης «απλοποίησης». Η μείωση της γραφειοκρατίας είναι θεμιτή, αλλά δεν πρέπει να αποτελέσει πρόσχημα για απορρύθμιση και υποβάθμιση των ελάχιστων κοινωνικών προτύπων. Η Ευρώπη δεν θα ανταγωνιστεί τις παγκόσμιες δυνάμεις μπαίνοντας σε μια κούρσα προς τον πάτο όσον αφορά τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας. Η πραγματική της δύναμη έγκειται στην τεχνογνωσία, στην ποιότητα και στη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής.
Η ετικέτα «Made in Europe» απαιτεί ποιότητα
Οι νομοθετικές παρεμβάσεις θα κρίνουν αν η Πράξη Επιτάχυνσης της Βιομηχανίας θα αποτελέσει το σημείο καμπής που έχει ανάγκη η ήπειρος. Οι προβλέψεις περί ευρωπαϊκής κατασκευής πρέπει να είναι αρκετά ισχυρές ώστε να στηρίξουν πραγματικά τις εγχώριες αλυσίδες αξίας και θέσεις εργασίας. Η παροχή δημόσιας χρηματοδότησης οφείλει να συνοδεύεται από αυστηρές κοινωνικές ρήτρες, διασφαλίζοντας ότι οι ενισχυόμενες επιχειρήσεις σέβονται τις συλλογικές συμβάσεις και επενδύουν στο ανθρώπινο δυναμικό. Χωρίς αυτές τις δικλείδες, η βιομηχανική πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε απλή μεταφορά δημόσιων πόρων σε ιδιωτικά χέρια. Η ουσία παραμένει αμετάβλητη: μια γνήσια και ανθεκτική βιομηχανική στρατηγική δεν μπορεί να σταθεί όρθια χωρίς να θέτει τους εργαζομένους στο επίκεντρό της.
Πηγή: in.gr





