Της Ξανθής Γούναρη
Ένα δύσκολο φθινόπωρο και ένας ακόμη δυσκολότερος χειμώνας διαγράφονται για την αγορά, εάν η νέα ενεργειακή αναταραχή αποκτήσει διάρκεια. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, το περιβάλλον πάνω στο οποίο βιομηχανία και λιανεμπόριο είχαν στηρίξει τους σχεδιασμούς τους για το τελευταίο τετράμηνο του έτους έχει αλλάξει, ενώ η κατανάλωση δείχνει ήδη σημάδια κόπωσης από τη συνεχιζόμενη ακρίβεια.
Η επιστροφή του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι επαναφέρει το ενεργειακό κόστος στο επίκεντρο, με τις επιχειρήσεις να ξαναμετρούν τα περιθώρια απορρόφησης των επιβαρύνσεων και τον κίνδυνο νέων ανατιμήσεων να επιστρέφει. Το Brent έκλεισε την Πέμπτη στα 107,63 δολάρια το βαρέλι, ενώ την Παρασκευή, παρά την υποχώρησή του προς τα 104-105 δολάρια, παρέμενε σε τροχιά εβδομαδιαίας ανόδου άνω του 8%.
Για έναν ιδιαίτερα δύσκολο χειμώνα προειδοποιεί πλέον ανοιχτά και η κυβέρνηση. Ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος ανέφερε στην ΕΡΤ ότι, εάν συνεχιστούν οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία, ο χειμώνας “θα είναι εξαιρετικά δυσχερής”.
Μια περαιτέρω αύξηση των καυσίμων, όπως εξήγησε, θα έχει σοβαρές συνέπειες και στις τιμές των τροφίμων, καθώς το υψηλότερο κόστος μεταφέρεται μέσω της εφοδιαστικής αλυσίδας στα προϊόντα και στα βασικά είδη του νοικοκυριού.
Το εισαγόμενο κόστος στο +10%
Την ίδια στιγμή, τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι οι πιέσεις είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται πριν από τη νέα άνοδο του πετρελαίου. Ο δείκτης, που αποτυπώνει το κόστος των προϊόντων που εισάγονται για τις ανάγκες της βιομηχανίας, αυξήθηκε τον Ιούλιο κατά 10% σε ετήσια βάση και κατά 4,4% μέσα σε έναν μήνα, με την ενέργεια να καταγράφει άνοδο 30,5%.
Η μεγαλύτερη πίεση προέρχεται από την ενέργεια. Τον Ιούλιο, οι τιμές εισαγωγής των προϊόντων διύλισης πετρελαίου ήταν αυξημένες κατά 45% σε ετήσια βάση και του αργού πετρελαίου και του φυσικού αερίου κατά 27%.
Στη βιομηχανία τροφίμων, αντίθετα, οι τιμές εισαγωγής ήταν χαμηλότερες κατά 2,1% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα. Προς το παρόν, δηλαδή, δεν καταγράφεται αντίστοιχη γενικευμένη πίεση στις εισαγόμενες πρώτες ύλες τροφίμων. Το ερώτημα είναι τι θα συμβεί εάν οι υψηλές τιμές της ενέργειας αποκτήσουν διάρκεια, επιβαρύνοντας περισσότερο την παραγωγή, την ψύξη, τη συσκευασία και τις μεταφορές.
Από τα καύσιμα στα μεταφορικά
Στην αντλία, οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές. Η μέση τιμή της απλής αμόλυβδης έχει φθάσει στην περιοχή των 2,12 ευρώ το λίτρο, ενώ πάνω από τα 2 ευρώ κινείται και το diesel. Και αυτό ενώ τον Σεπτέμβριο παραμένουν σε ισχύ μέτρα συγκράτησης των τιμών στα καύσιμα, γεγονός που δείχνει το μέγεθος της πίεσης από τη νέα άνοδο του πετρελαίου.
Η παραμονή των καυσίμων σε υψηλά επίπεδα αυξάνει την ανησυχία για το μεταφορικό κόστος και τις επιβαρύνσεις που μπορεί σταδιακά να περάσουν στην εφοδιαστική αλυσίδα. Ήδη, άλλωστε, έχει ανοίξει η συζήτηση για νέες παρεμβάσεις. Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο πρόσθετων μέτρων εφόσον δεν υπάρξει αποκλιμάκωση, καθώς η κυβέρνηση παρακολουθεί την πορεία των καυσίμων αλλά και το κόστος θέρμανσης ενόψει του χειμώνα.
Ξαναμετρούν το λειτουργικό κόστος
Στη βιομηχανία και στο οργανωμένο λιανεμπόριο εντείνεται ο προβληματισμός για την αύξηση του λειτουργικού κόστους. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι όσο οι επιβαρύνσεις από ενέργεια και μεταφορές αυξάνονται, τόσο περιορίζεται η δυνατότητα των επιχειρήσεων να τις απορροφούν, επαναφέροντας στο τραπέζι την αναπροσαρμογή των τιμών προς τα πάνω. Το πότε και σε ποια έκταση θα γίνουν τέτοιες κινήσεις θα εξαρτηθεί από την πορεία της ενεργειακής κρίσης, αλλά και από τις αντοχές της κατανάλωσης.
Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, το 27,2% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων εκτιμά ότι θα προχωρήσει σε ανατιμήσεις στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, έναντι 5,5% που προβλέπει μειώσεις τιμών.
Ενδεικτική από την πλευρά της μεγάλης βιομηχανίας είναι η περίπτωση της Γρ. Σαράντης. Κατά την πρόσφατη ενημέρωση των αναλυτών, ο CFO του ομίλου Χρήστος Βάρσος αναφέρθηκε στις πιέσεις που εξακολουθούν να ασκούν οι πρώτες ύλες και τα μεταφορικά, με τις αυξήσεις τιμών του ομίλου να αναμένονται σε μεγάλο βαθμό από τα τέλη Σεπτεμβρίου και κυρίως κατά το τέταρτο τρίμηνο.
Μόνο που η δυνατότητα μετακύλισης του αυξημένου κόστους στις τιμές δεν είναι απεριόριστη. Η κατανάλωση δείχνει ήδη σημάδια κόπωσης και οι επιχειρήσεις γνωρίζουν ότι μια νέα ανατίμηση μπορεί να κοστίσει σε όγκους πωλήσεων.
Μικρότερο καλάθι
Στην ίδια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, το 41,1% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι η ζήτηση υποχώρησε στο πρώτο εξάμηνο, έναντι 22,8% που κατέγραψε αύξηση.
Ανάλογο μήνυμα έρχεται και από τους μεγάλους retailers. Ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Fourlis Γιάννης Βασιλάκος επισήμανε στην πρόσφατη ενημέρωση των αναλυτών ότι ένα από τα πιο καθαρά σημάδια της πίεσης είναι το μικρότερο καλάθι, με τους καταναλωτές να εμφανίζονται περισσότερο διστακτικοί στις αγορές υψηλότερης αξίας.
Τα σούπερ μάρκετ παραμένουν μέχρι στιγμής περισσότερο ανθεκτικά, καθώς οι βασικές αγορές τροφίμων δεν μπορούν να αναβληθούν. Αλλά και εκεί ο καταναλωτής προσαρμόζεται, αναζητώντας περισσότερο τις προσφορές, επιλέγοντας φθηνότερους κωδικούς και στρεφόμενος περισσότερο στην ιδιωτική ετικέτα.
Πληθωρισμός 3,8% πριν από το νέο ενεργειακό σοκ
Η νέα αναταραχή βρίσκει τον πληθωρισμό στην Ελλάδα ήδη στο 3,8% τον Αύγουστο, από 2,9% έναν χρόνο πριν, ενώ σε μηνιαία βάση ο γενικός δείκτης αυξήθηκε κατά 0,4%. Στα τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά η ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε στο 0,9%.
Πιο ενδεικτικές για τις τελευταίες πιέσεις είναι οι μηνιαίες μεταβολές. Τον Αύγουστο σε σχέση με τον Ιούλιο το γιαούρτι αυξήθηκε κατά 3,1%, τα ψάρια κατά 3%, τα πουλερικά κατά 2% και τα είδη άμεσης κατανάλωσης νοικοκυριού κατά 1,3%. Την ίδια περίοδο, το φυσικό αέριο αυξήθηκε κατά 13,5%, το πετρέλαιο κίνησης κατά 6,4%, η βενζίνη κατά 1,7% και το ηλεκτρικό ρεύμα κατά 1,5%.
Η επιδείνωση του πληθωριστικού περιβάλλοντος δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Η ΕΚΤ αύξησε την Πέμπτη τα βασικά επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης, αναγνωρίζοντας τις πληθωριστικές πιέσεις από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Προβλέπει πλέον πληθωρισμό 3% το 2026, 2,5% το 2027 και 2,1% το 2028, εκτιμώντας παράλληλα ότι οι υψηλότερες τιμές ενέργειας θα περάσουν σταδιακά στον δομικό πληθωρισμό και στα τρόφιμα.
Ο καιρός απειλεί τις τιμές στο ράφι
Ένας ακόμη κίνδυνος για τις τιμές των τροφίμων έρχεται από τις διεθνείς αγορές αγροτικών προϊόντων. Ο δείκτης διεθνών τιμών τροφίμων του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO) αυξήθηκε τον Αύγουστο κατά 1,9% μέσα σε έναν μήνα και κατά 2,5% σε σχέση με πέρυσι, με τις ανησυχίες για την προσφορά να ενισχύονται από τις υψηλές θερμοκρασίες και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
Στα δημητριακά οι διεθνείς τιμές αυξήθηκαν κατά 2,2% μέσα σε έναν μήνα, ενώ το σιτάρι ήταν 15% ακριβότερο από πέρυσι, με τη ζέστη και την ξηρασία να επιβαρύνουν τις προοπτικές της παραγωγής σε τμήματα της Ευρώπης. Παράλληλα, οι καιρικές διαταραχές που συνδέονται με το El Niño προσθέτουν αβεβαιότητα για τις επόμενες σοδειές, αυξάνοντας τον κίνδυνο νέων πιέσεων στις τιμές των τροφίμων τους επόμενους μήνες.
Πόσο θα αντέξουν οι μειώσεις στα σούπερ μάρκετ
Η νέα κατάσταση δοκιμάζει και τη συμφωνία κυβέρνησης, βιομηχανίας και λιανεμπορίου για μειώσεις τιμών στα σούπερ μάρκετ, η οποία έγινε υπό πολύ διαφορετικές συνθήκες.
Η πρωτοβουλία είχε συμφωνηθεί μετά τη συνάντηση του Ιουνίου υπό τον πρωθυπουργό, σε μια περίοδο προσωρινής ηρεμίας στη Μέση Ανατολή. Βιομηχανία και σούπερ μάρκετ είχαν τότε δεσμευθεί για σταθερότητα των τιμών κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και για μειώσεις από την 31η Αυγούστου σε όσο το δυνατόν περισσότερους κωδικούς.
Στην πρωτοβουλία έχουν ενταχθεί 1.740 κωδικοί βασικών τροφίμων και ειδών νοικοκυριού, με τη μεσοσταθμική μείωση να υπολογίζεται στο 9%-9,5%. Για μια μέση οικογένεια, το υπουργείο υπολογίζει ότι το όφελος μπορεί να φθάσει περίπου τα 40 ευρώ τον μήνα. Το ερώτημα πλέον είναι για πόσο μπορούν να διατηρηθούν αυτές οι μειώσεις εάν το κόστος ενέργειας, καυσίμων και μεταφορών συνεχίσει να ανεβαίνει.
“Θέλουμε να κρατήσει η πρωτοβουλία όσο γίνεται περισσότερο, αλλά είναι προφανές ότι αυτό δεν μπορούμε να το επιβάλουμε”, ανέφερε ο κ. Θεοδωρικάκος.
Εάν, πάντως, οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αυξηθούν περαιτέρω, ο ίδιος προειδοποίησε ότι “είναι προφανές ότι θα χρειαστούν έκτακτα μέτρα”, θέτοντας παράλληλα θέμα ευρωπαϊκής αντιμετώπισης και μεγαλύτερης ευελιξίας για τα κράτη-μέλη.
Πηγή: capital.gr





