«Δεν πρόκειται μόνο για τη Σαξονία-Άνχαλτ»: 3 + 1 λόγοι για την ακροδεξιά «επέλαση» του AfD στη Γερμανία

«Δεν πρόκειται μόνο για τη Σαξονία-Άνχαλτ»: 3 + 1 λόγοι για την ακροδεξιά «επέλαση» του AfD στη Γερμανία

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

«Από εδώ ξεκινάει, από εδώ συνεχίζεται και όλα είναι δυνατά», υποσχόταν προεκλογικά στη Σαξονία-Άνχαλτ και πλέον διακηρύττει μετεκλογικά σε πανεθνικό επίπεδο η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD).

Την επομένη κιόλας των εκλογών της Κυριακής στο ανατολικό κρατίδιο, που τώρα προκαλούν πολιτικούς κραδασμούς στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση συνασπισμού στο Βερολίνο και νέο κύμα ανησυχίας στην Ευρώπη, η συμπρόεδρος του AfD, Άλις Βάιντελ, είπε ότι βλέπει το αποτέλεσμα ως «εντολή σχηματισμού κυβέρνησης όχι μόνο για τη Σαξονία-Άνχαλτ».

Μίλησε για τον «επικείμενο προεκλογικό αγώνα των ομοσπονδιακών εκλογών, τις οποίες θα κερδίσουμε ως το ισχυρότερο κόμμα».

Προσώρας, το ακροδεξιό κόμμα (ταξινομημένο ως «αποδεδειγμένα δεξιό εξτρεμιστικό» στη Σαξονία-Άνχαλτ) θα πρέπει να λύσει το γρίφο του σχηματισμού κυβέρνησης.

Αν και στερείται αυτοδυναμίας (για μόλις τρεις έδρες), παραμένει μια σοβαρή πιθανότητα, για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας.

Καθώς το AfD μετατρέπεται, από κόμμα διαμαρτυρίας, σε επίδοξο πρωταγωνιστή της γερμανικής πολιτικής σκηνής, επιδιώκει ένα καίριο ρήγμα στο «τείχος προστασίας».

Στη σκιά της βαριάς ήττας των Χριστιανοδημοκρατών του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, επιχειρεί να πείσει μεμονωμένα μέλη άλλων κοινοβουλευτικών ομάδων όχι μόνο να ψηφίσουν τον Ούλριχ Ζίγκμουντ στη θέση του πρωθυπουργού της Σαξονίας-Άνχαλτ, αλλά να στηρίξουν μακροπρόθεσμα μια τοπική κυβέρνηση της γερμανικής ακροδεξιάς.

Οι πιέσεις πιθανόν να γίνουν ασφυκτικές μετά τις επόμενες κρατιδιακές εκλογές, στις 20 Σεπτεμβρίου.

Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, το AfD είναι σταθερά στην πρώτη θέση, μπροστά από τους Σοσιαλδημοκράτες, που σε ομοσπονδιακό επίπεδο συγκυβερνούν με τους Χριστιανοδημοκράτες.

Στην πόλη-κρατίδιο του Βερολίνου, η κατάσταση είναι εξαιρετικά αμφίρροπη, με τα ποσοστά του AfD να καταγράφουν σημαντική άνοδο σε σχέση με το παρελθόν και να πλησιάζουν επικίνδυνα αυτά της πρώτης δυάδας: των Χριστιανοδημοκρατών και της Αριστεράς (Die Linke).

Εάν, δε, διεξάγονταν ομοσπονδιακές εκλογές τώρα, η γερμανική ακροδεξιά -νυν αξιωματική αντιπολίτευση στην Μπούντεσταγκ- θα ήταν πρώτο κόμμα, όπως καταγράφει πλήθος δημοσκοπήσεων.

Όμως πώς έφτασε ως εδώ;

Κόσμος σε προεκλογική συγκέντρωση του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ (REUTERS/Fabrizio Bensch)

Δυσαρέσκεια με τα κόμματα εξουσίας στη Γερμανία

Η δυσαρέσκεια των Γερμανών με τον «μεγάλο συνασπισμό» μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς διαρκώς διογκώνεται.

Αποτελούμενη από δύο κόμματα διαφορετικής ιδεολογίας και με ετερόκλητες ατζέντες, η γερμανική κυβέρνηση δείχνει να σέρνει τα πόδια της, ενόσω η εθνική οικονομία εξελίσσεται σε «μεγάλο ασθενή».

Αντιμέτωποι με ταχεία πολιτική φθορά και εσωκομματικές έριδες, οι κυβερνητικοί εταίροι χρειάζονται μήνες και για να λάβουν αποφάσεις.

Κι όταν αυτό συμβαίνει, το αποτέλεσμα είναι συχνά απογοητευτικό.

Τα προβλήματα της καθημερινότητας των Γερμανών αυξάνονται, την ώρα που η Γερμανία δαπανά δισεκατομμύρια για τον επανεξοπλισμό της, καταγγέλλει δημόσια τη Μόσχα για «υβριδικό πόλεμο» και οι μυστικές υπηρεσίες της προειδοποιούν για το ενδεχόμενο ρωσικής επίθεσης κατά χώρας του ΝΑΤΟ έως το 2030.

Στο φόντο των υφιστάμενων πολέμων σε Ουκρανία και Ιράν και εν μέσω κρίσης κόστους ζωής, με επίμονο πληθωρισμό και παρατεταμένη ενεργειακή κρίση, εφαρμόζεται ένα εκτεταμένο πρόγραμμα λιτότητας και περικοπών κοινωνικών επιδομάτων, με στόχο τη μείωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού και την ενίσχυση των αμυντικών δαπανών.

Κυρίως στα ανατολικά, είναι διάχυτη η απογοήτευση και η αίσθηση πολιτών Β’ κατηγορίας.

Η μετατόπιση της κυβερνητικής ατζέντας σε θέματα όπως το μεταναστευτικό προς τα άκρα Δεξιά και οι κατά καιρούς επίμαχες δηλώσεις του Μερτς, με τις οποίες επιχειρεί να κερδίσει μέρος των ψηφοφόρων του AfD, λειτουργούν προς την κατεύθυνση μιας «κανονικοποίησης» της Ακροδεξιάς.

Όχι τυχαία, ο υπερδιπλασιασμός του ποσοστού του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ αποδίδεται σε σημαντικό βαθμό και στη διαρροή ψηφοφόρων από τους Χριστιανοδημοκράτες.

Χαμόγελα από τους συμπροέδρους της ακροδεξιάς «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD), Άλις Βάιντελ και Τίνο Χρουπάλα, την επομένη των κρατιδιακών εκλογών στη Σαξονία-Άνχαλτ (REUTERS/Liesa Johannssen)

Το AfD και το αφήγημα περί «ικανού»

Ο ρόλος του AfD ως αξιωματικής αντιπολίτευσης σε ομοσπονδιακό επίπεδο το έχει ενισχύσει.

Χωρίς να υφίσταται την πολιτική φθορά της διακυβέρνησης, ποντάρει στο αφήγημα ότι η Γερμανία πάει από κακό στο χειρότερο υπό την παρούσα κυβέρνησή της.

Με λαϊκισμό και επικοινωνιακή δεξιότητα, μοχλεύει τη λαϊκή δυσαρέσκεια έναντι των παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας.

Υποσχόμενο άμεσες και εύκολες «λύσεις» σε δύσκολα προβλήματα, αυτοπροβάλλεται ακριβώς ως αυτό που αναφέρει στην ονομασία του: η «Εναλλακτική για τη Γερμανία».

Παρά τη σκληροπυρηνική ατζέντα του, αυτή η ρητορική δείχνει πλέον να πείθει.

Σε πρόσφατη έρευνα του ινστιτούτου δημοσκοπήσεων Insa για λογαριασμό της εφημερίδας Bild, στο ερώτημα «Φοβάστε το AfD;», το 49% απάντησε «Όχι», το 42% απάντησε «Ναι» και το 9% δεν έδωσε απάντηση.

Πλέον, με ποσοστό περίπου 28% στην πρόθεση ψήφου, το AfD είναι σταθερά το πρώτο κόμμα σε δημοσκοπήσεις σε πανεθνικό επίπεδο.

Ο αριθμός των μελών του αυξάνεται ραγδαία.

Η κομματική αφοσίωση και η εμπιστοσύνη στην ικανότητα του AfD για λύσεις σε προβλήματα της καθημερινότητας αυξάνονται.

Δεν συμβαίνει μόνο στην ανατολική Γερμανία.

Στις κρατιδιακές εκλογές που είχαν προηγηθεί τον Μάρτιο στη Βάδη-Βυρτεμβέργη και στη Ρηνανία-Παλατινάτο, το AfD κατέγραψε ιστορικά υψηλά ποσοστά για κρατίδια της δυτικής Γερμανίας.

Διπλασίασε τη δύναμή του και εδραιώθηκε τοπικά ως τρίτη πολιτική δύναμη, και στις δύο αναμετρήσεις, με υψηλή απήχηση στους νέους, σε εργάτες και σε ψηφοφόρους που συνήθως απείχαν από την κάλπη.

Ακτιβιστές με μάσκες του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς, του Έλον Μασκ, του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν και της συμπροέδρου του AfD Άλις Βάιντελ, κατά τη διάρκεια παλαιότερης διαμαρτυρίας στο Βερολίνο (REUTERS/Lisi Niesner)

Ο παράγοντας «πόλεμοι» και το δίπολο Τραμπ-Πούτιν

Νυν και πρώην στελέχη της δεύτερης κυβέρνησης Τραμπ έχουν στηρίξει δημόσια το AfD.

Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς έχει επικρίνει τα γερμανικά κόμματα για το «τείχος προστασίας».

Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο καταδίκασε τον χαρακτηρισμό του AfD ως «ακροδεξιάς εξτρεμιστικής οργάνωσης».

Βουλευτές του κόμματος έχουν προσκληθεί στις ΗΠΑ από Ρεπουμπλικάνους πολιτικούς.

Η δε στήριξη του τεχνο-ολιγάρχη Έλον Μασκ είναι συνεχής.

Μετά τη νίκη του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ, ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανήρτησε στην πλατφόρμα Truth Social τα εκλογικά αποτελέσματα, χωρίς σχολιασμό.

Αν και υπάρχει ιδεολογική ευθυγράμμιση με το τραμπικό κίνημα MAGA, η ηγεσία του AfD κρατά κατά το δοκούν αποστάσεις, κυρίως λόγω της αρνητικής εικόνας που έχει η γερμανική κοινή γνώμη για τον Τραμπ.

Σε αυτό πλέον συμβάλλουν και οι πολύπλευρες οικονομικές επιπτώσεις από τον αδιέξοδο πόλεμο των ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν και την κρίση στα Στενά του Ορμούζ.

Μετά τις επιθέσεις στο Ιράν, ο συμπρόεδρος του AfD, Τίνο Χρουπάλα, κατηγόρησε τον πρόεδρο των ΗΠΑ ότι ενδεχομένως να πυροδότησε έναν «Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο», ενώ η έτερη συμπρόεδρος, Άλις Βάιντελ, χαρακτήρισε την αμερικανο-ισραηλινή στρατιωτική επέμβαση «άνευ νοήματος και απερίσκεπτη».

Στον αντίποδα, σταθερό στη φιλορωσική ατζέντα του, το AfD είναι κατά της στρατιωτικής και οικονομικής στήριξης της Ουκρανίας και υπέρ του τερματισμού του πολέμου με τους όρους του Ρώσου εισβολέα.

Ζητά άμεση αποκατάσταση των σχέσεων με τη Μόσχα, άρση των ευρωπαϊκών κυρώσεων -τις οποίες χαρακτηρίζει επιζήμιες για τη γερμανική οικονομία- και επανέναρξη των εισαγωγών φθηνής ρωσικής ενέργειας, με άμεση επισκευή και επαναλειτουργία των κατεστραμμένων αγωγών Nord Stream 1 και 2.

Θέση που έχει απήχηση σε ανατολικά γερμανικά κρατίδια, όπου φουντώνει η λεγόμενη «Οσταλγία» (Ostalgie): μια εξιδανικευμένη νοσταλγία για την εποχή προ της Πτώσης του Τείχους του Βερολίνου, ως πιο προβλέψιμης και σταθερής.

Συνοφρυωμένος, ο Γερμανός καγκελάριος και ηγέτης των Χριστιανοδημοκρατών, Φρίντριχ Μερτς, προσέρχεται σε συνέντευξη Τύπου στο Βερολίνο, την επομένη των κρατιδιακών εκλογών στη Σαξονία-Άνχαλτ (REUTERS/Axel Schmidt)

Ο αντιδημοφιλής Φρίντριχ Μερτς

Αναλαμβάνοντας καθήκοντα πέρυσι τον Μάιο, ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, είχε δεσμευτεί να ανακόψει την άνοδο του AfD, μειώνοντας στα μισά τα ποσοστά της Ακροδεξιάς.

Σήμερα, 16 μήνες μετά, έχουν εκτοξευθεί στα ύψη.

Βαθιά αντιδημοφιλής, ο Μερτς χρεώνεται τώρα μεγάλο μέρος της ευθύνης για τη βαριά ήττα του κόμματός του, των Χριστιανοδημοκρατών, στις κρατιδιακές εκλογές στη Σαξονία-Άνχαλτ.

Ακόμη και πρωθυπουργοί κρατιδίων στα ανατολικά είχαν αποστασιοποιηθεί από πολιτικές του.

Οι Χριστιανοδημοκράτες Μίχαελ Κρέτσμερ (Σαξονία), Σβεν Σούλτζε (Σαξονία-Άνχαλτ) και Μάριο Φόιγκτ (Θουριγγία) διαφώνησαν δημόσια με την προωθούμενη μεταρρύθμιση στο συνταξιοδοτικό.

Όχι τυχαία, η λεγόμενη εσωκομματική «εξέγερση της Ανατολής» κορυφώθηκε κατά την προεκλογική περίοδο στη Σαξονία-Άνχαλτ.

Μετά τη σαρωτική νίκη του AfD, το ζήτημα του μέλλοντος του Μερτς ως καγκελάριου τίθεται πιο έντονα από ποτέ, από τα μέσα ενημέρωσης, αλλά και μέσα στο ίδιο του το κόμμα.

Προϋπάρχουσες, οι φήμες για αντικατάστασή του στην ηγεσία των Χριστιανοδημοκρατών ή ακόμη και για εξώθηση σε παραίτηση έχουν ξανά φουντώσει.

Οι δύο πιθανοί υποψήφιοι αντικαταστάτες του στην καγκελαρία, Μάρκους Ζέντερ και Χέντρικ Βουστ, πρωθυπουργοί των κρατιδίων της Βαυαρίας και της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας αντιστοίχως, κρατούν κλειστά τα χαρτιά τους.

Ο ίδιος ο Μερτς, αν και δήλωσε «σοκαρισμένος» από το αποτέλεσμα της κάλπης στη Σαξονία-Άνχαλτ και από «την πιο σοβαρή εκλογική ήττα» που έχει υποστεί το κόμμα του «εδώ και δεκαετίες», απέκλεισε το ενδεχόμενο παραίτησης, τονίζοντας την ανάγκη για θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις.

Όμως η σημερινή εικόνα του παραπέμπει σε έναν καγκελάριο με δανεικό χρόνο, επικεφαλής μιας κυβέρνησης σε συνεχή φθορά.

Επιμύθιο

«Η ισχυρή υποστήριξη προς το AfD πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη και το εκλογικό αποτέλεσμα να αναλυθεί με διαφοροποιημένο τρόπο -όχι ως απλή διαμαρτυρία, αλλά ως έκφραση βαθιάς πολιτικής και κοινωνικής δυσαρέσκειας», τόνισε στο γερμανικό Καθολικό Πρακτορείο Ειδήσεων (KNA) ο σοσιαλδημοκράτης Μάικ Ράιχελ, διευθυντής της Κρατικής Υπηρεσίας Πολιτικής Εκπαίδευσης στο κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ.

Για τις δημοκρατικές δυνάμεις, δηλαδή τα άλλα κόμματα, υπογράμμισε, αυτό σημαίνει ότι πρέπει «να ακούσουν, να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη και ταυτόχρονα να υπερασπιστούν με σαφήνεια τις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας».

Πρέπει επίσης να παρουσιάζουν βιώσιμες και συμπεριληπτικές λύσεις στα διογκούμενα προβλήματα των πολιτών.

Κάτι που, προφανώς, δεν αφορά μόνο τη Γερμανία, σε μια Ευρώπη που θυμίζει όλο και πιο έντονα την περίοδο του Μεσοπολέμου, με απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς, πόλωση και «κανονικοποίηση» των άκρων, εν μέσω οικονομικής και γεωπολιτικής ανασφάλειας σε έναν κόσμο σε αταξία.

Πηγή: in.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ