PISA: Νέα βουτιά στις μαθητικές επιδόσεις παγκοσμίως – Κάτω από τον μέσο όρο η Ελλάδα

PISA: Νέα βουτιά στις μαθητικές επιδόσεις παγκοσμίως – Κάτω από τον μέσο όρο η Ελλάδα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Κάθε τρία χρόνια ο ΟΟΣΑ, ένας οργανισμός που αποτελείται κυρίως από πλούσιες χώρες, δημοσιεύει τα αποτελέσματα των διεθνών σχολικών εξετάσεων στις οποίες συμμετέχουν 15χρονοι από όλο τον κόσμο.

Υπήρχαν λόγοι να ελπίζουμε ότι τα τελευταία στοιχεία, που δημοσιεύθηκαν στις 8 Σεπτεμβρίου, θα έφερναν θετικά νέα.

Οι βαθμολογίες στα μαθηματικά, την ανάγνωση και τις φυσικές επιστήμες είχαν καταρρεύσει στον προηγούμενο κύκλο εξετάσεων, ο οποίος διεξήχθη αμέσως μετά την πανδημία. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής τόλμησαν να ελπίζουν ότι, με την καταστροφή να αποτελεί πλέον παρελθόν, οι βαθμολογίες θα άρχιζαν να ανακάμπτουν.

Δεν συνέβη όμως αυτό.

Αντίθετα, στις πλούσιες χώρες οι βαθμολογίες και στα τρία μαθήματα έχουν πέσει ακόμη περισσότερο. Στην ικανότητα ανάγνωσης και γραφής, η πτώση μάλιστα επιταχύνεται.

Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν ότι υπάρχουν μακροχρόνιοι παράγοντες που πιέζουν προς τα κάτω τις επιδόσεις στα σχολεία και ότι, χωρίς άμεση διόρθωση, οι ικανότητες των μαθητών ενδέχεται να φτάσουν σε ακόμη χαμηλότερα επίπεδα.

Το Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών (PISA) του ΟΟΣΑ αξιολογεί μαθητές σε χώρες και εκπαιδευτικά συστήματα σε όλο τον κόσμο.

Η τελευταία αξιολόγηση καλύπτει και τα 38 κράτη μέλη του ΟΟΣΑ καθώς και 53 άλλα συμμετέχοντα εκπαιδευτικά συστήματα.

Από τη δημιουργία του το 2000, έχει εξελιχθεί στην πιο σημαντική παγκόσμια σύγκριση των γνώσεων και των δεξιοτήτων των εφήβων, σύμφωνα με το The Economist.

Η πτώση υπερβαίνει την πανδημία

Η πανδημία έχει σαφώς σημασία. Οι μαθητές που συμμετείχαν στις τελευταίες εξετάσεις ήταν περίπου δέκα ετών όταν ξέσπασε η πανδημία, και η διακοπή της σχολικής τους φοίτησης ενδέχεται να έχει πλήξει ιδιαίτερα σκληρά αυτή την ηλικιακή ομάδα.

Η απουσία παραμένει επίσης σημαντικά υψηλότερη από ό,τι πριν από την πανδημία: στις πλούσιες χώρες, περίπου το 15% των μαθητών χάνει τουλάχιστον μία ημέρα στο δημοτικό σχολείο κάθε δύο εβδομάδες, σε σύγκριση με περίπου 10% το 2019.

Όμως, η πανδημία δεν μπορεί να εξηγήσει τα πάντα.

Μεταξύ των 23 χωρών του ΟΟΣΑ που έχουν συμμετάσχει σε όλους τους κύκλους της PISA, τα μέσα αποτελέσματα έφτασαν στο αποκορύφωμά τους γύρω στο 2012 και έκτοτε παρουσιάζουν πτώση.

Στα μαθηματικά και την ανάγνωση, οι 15χρονοι επιτυγχάνουν πλέον επιδόσεις που, σε γενικές γραμμές, θα αναμενόταν κάποτε από 14χρονους.

Ακόμη και οι αναπτυσσόμενες χώρες, των οποίων τα αποτελέσματα είναι εξ αρχής χαμηλότερα, παρουσιάζουν πτώση σε ορισμένα μαθήματα.

Η επιδείνωση γίνεται επίσης όλο και πιο άνιση. Το χάσμα μεταξύ των μαθητών με τις υψηλότερες και τις χαμηλότερες επιδόσεις είναι πλέον το ευρύτερο που έχει καταγραφεί από την PISA και στα τρία εξεταζόμενα μαθήματα.

Περίπου το 29% των μαθητών του ΟΟΣΑ παρουσιάζει χαμηλές επιδόσεις ταυτόχρονα στα μαθηματικά, την ανάγνωση και τις φυσικές επιστήμες, σε σύγκριση με το 25% πριν από τέσσερα χρόνια.

Πρόκειται για παιδιά που ενδέχεται να δυσκολεύονται με εργασίες τόσο βασικές όσο η κατανόηση οτιδήποτε πέρα από ένα απλό κείμενο ή η ερμηνεία ενός λογαριασμού κοινής ωφέλειας.

Η Ασία εξακολουθεί να καθορίζει το ρυθμό

Μέσα σε αυτό το ζοφερό σκηνικό, οι πρωτοπόροι του πίνακα της PISA παραμένουν αξιοσημείωτα σταθεροί.

Τα ασιατικά εκπαιδευτικά συστήματα κυριαρχούν στις κορυφαίες θέσεις, με τους μαθητές των συμμετεχουσών επαρχιών της Κίνας να επιτυγχάνουν αποτελέσματα πολύ καλύτερα από τους περισσότερους ανταγωνιστές τους.

Η Κίνα επιστρέφει στην αξιολόγηση για πρώτη φορά από το 2018, αν και τα αποτελέσματά της βασίζονται μόνο σε τέσσερις σχετικά εύπορες επαρχίες και, ως εκ τούτου, πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη.

Στις φυσικές επιστήμες, οι μαθητές σε αυτές τις κινεζικές επαρχίες σημειώνουν περίπου 100 βαθμούς πάνω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

Η Σιγκαπούρη, το Μακάο, η Ταϊβάν και η Ιαπωνία βρίσκονται επίσης κοντά στην κορυφή.

Η Εσθονία παραμένει η χώρα με την καλύτερη επίδοση στον δυτικό κόσμο, ενώ η Τουρκία βελτιώνεται ραγδαία.

Η διαφορά είναι ιδιαίτερα εμφανής μεταξύ των καλύτερων μαθητών. Στα μαθηματικά, για παράδειγμα, το 54% των μαθητών στις συμμετέχουσες κινεζικές επαρχίες έφτασε στα δύο υψηλότερα επίπεδα επάρκειας, σε σύγκριση με μόλις το 8% σε ολόκληρο τον ΟΟΣΑ.

Η Σιγκαπούρη έφτασε το 37%, η Κινεζική Ταϊπέι το 32%, το Μακάο το 29%, η Νότια Κορέα το 23% και η Ιαπωνία το 22%.

Αυτά τα αποτελέσματα θέτουν ένα δυσάρεστο ερώτημα για τα δυτικά εκπαιδευτικά συστήματα: τι κάνουν διαφορετικά τα ασιατικά συστήματα με τις υψηλές επιδόσεις;

Η Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα του ευρύτερου προβλήματος

Η Ελλάδα αποτελεί ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι χώρες εκτός της ομάδας με τις υψηλότερες επιδόσεις. Οι μαθητές της σημείωσαν βαθμολογίες κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στα μαθηματικά, την ανάγνωση και τις φυσικές επιστήμες.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Υπουργείου Παιδείας, 40,9% των μαθητών στις Φυσικές Επιστήμες, 43,8% στην Κατανόηση Κειμένου και 49,5% στα Μαθηματικά ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να έχουν κατακτήσει το βασικό επίπεδο που απαιτείται για να ανταποκρίνονται σε στοιχειώδεις απαιτήσεις της καθημερινής ζωής.

Μόνο το 2% των Ελλήνων μαθητών ήταν κορυφαίοι στα μαθηματικά, ενώ μόλις το 1% έφτασε στα υψηλότερα επίπεδα στην ανάγνωση και τις φυσικές επιστήμες.

Η μακροπρόθεσμη εικόνα είναι χειρότερη: από το 2015, το ποσοστό των Ελλήνων μαθητών που βρίσκονται κάτω από το κατώτατο όριο επάρκειας έχει αυξηθεί κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες στα μαθηματικά, 17 μονάδες στην ανάγνωση και 8 μονάδες στις φυσικές επιστήμες.

Οι μέσοι όροι της Ελλάδας για τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες το 2025 παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητοι σε σχέση με το 2022, ενώ η ανάγνωση παρουσίασε πτώση —ωστόσο, ακόμη και τα μαθήματα που παρέμειναν σταθερά βρισκόταν κάτω από τα επίπεδα του 2018.

Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία, η έλλειψη προσωπικού επιδεινώνει το πρόβλημα: το 46% των Ελλήνων μαθητών φοιτούσε σε σχολεία των οποίων οι διευθυντές ανέφεραν ότι η έλλειψη διδακτικού προσωπικού παρεμπόδιζε τη διδασκαλία, ενώ το 78% αντιμετώπιζε έλλειψη βοηθητικού προσωπικού.

Τα κινητά, οι οθόνες και το πρόβλημα της ανάγνωσης

Η τεχνολογία μπορεί να αποτελεί ένα ακόμη κομμάτι του παζλ.

Οι νέοι έχουν άνευ προηγουμένου πρόσβαση στην πληροφορία, ωστόσο ενδέχεται να εξασκούνται λιγότερο στη διαρκή συγκέντρωση που απαιτείται για την κατανόηση δύσκολου υλικού.

Ο Αντρέα Σλάιχερ, επικεφαλής του τομέα εκπαίδευσης του ΟΟΣΑ, έχει επισημάνει την αύξηση των «βιαστικών αναγνωστών» — μαθητών που διαβάζουν τα κείμενα βιαστικά, αλλά απαντούν λανθασμένα σε πολλές ερωτήσεις.

Η μείωση της ανάγνωσης για αναψυχή είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή. Στις ΗΠΑ, το ποσοστό των εννιάχρονων που δηλώνουν ότι διαβάζουν βιβλία για αναψυχή έχει μειωθεί από σχεδόν 60% τη δεκαετία του 1990 στο 37% σήμερα.

Αν τα παιδιά αφιερώνουν λιγότερο χρόνο στην ενασχόληση με τα βιβλία, ενδέχεται επίσης να γίνουν λιγότερο ικανά να κατανοήσουν τη σύνθετη γλώσσα που χρησιμοποιείται στις φυσικές επιστήμες, τα μαθηματικά και άλλα μαθήματα.

Το ψηφιακό πρόβλημα δεν αφορά απλώς τα smartphone.

Στην Ελλάδα, οι μαθητές ανέφεραν ότι αφιερώνουν 1,1 ώρα την ημέρα στη χρήση ψηφιακών συσκευών για μάθηση στο σχολείο, αλλά 1,2 ώρα για αναψυχή.

Το ένα τρίτο δήλωσε ότι οι συμμαθητές τους συχνά αποσπώνται από τις συσκευές κατά τη διάρκεια των μαθημάτων φυσικών επιστημών.

Η τεχνητή νοημοσύνη προσθέτει μια επιπλέον διάσταση.

Σχεδόν οι μισοί μαθητές σε ολόκληρο τον ΟΟΣΑ χρησιμοποιούν πλέον chatbots τεχνητής νοημοσύνης για να βοηθηθούν στη μάθηση τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα· στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 34%.

Μήπως τα σχολεία ακολουθούν λάθος μεταρρυθμίσεις;

Τα αποτελέσματα αναζωπύρωσαν μια παλαιότερη συζήτηση σχετικά με τον τρόπο διδασκαλίας των παιδιών.

Η ίδια η PISA ενδέχεται να συνέβαλε στο να οδηγήσει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις.

Η νίκη της Φινλανδίας στην πρώτη αξιολόγηση το 2000 έκανε το εκπαιδευτικό της σύστημα διεθνή αίσθηση. Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής συρρεύσαν στο Ελσίνκι και υιοθέτησαν ιδέες που σχετίζονταν με λιγότερες εξετάσεις, μάθηση βασισμένη στο παιχνίδι και μεγαλύτερη ανεξαρτησία των μαθητών.

Ωστόσο, η Φινλανδία έχει υποστεί έκτοτε μία από τις πιο απότομες πτώσεις στις επιδόσεις της στο PISA.

Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η αρχική της επιτυχία μπορεί να οφειλόταν περισσότερο στις παραδοσιακές προσεγγίσεις που παρέμειναν σε ισχύ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 παρά στις προοδευτικές μεθόδους που αργότερα συνδέθηκαν με το φινλανδικό μοντέλο.

Ο Σλάιχερ εκφράζει την ανησυχία του ότι τα σχολεία έχουν γίνει «αυτοϊκανοποιημένα» και ότι τείνουν όλο και περισσότερο να λένε στους μαθητές και στους γονείς ότι «η μέτρια επίδοση είναι εξαιρετική».

Επικρίνει την υπερβολική και τυχαία χρήση εκπαιδευτικού λογισμικού στις αίθουσες διδασκαλίας, υποστηρίζοντας σε ένα άρθρο που έγραψε ως προσκεκλημένος συντάκτης για το The Economist ότι οι μαθητές έχουν γίνει πολύ συχνά «πειραματόζωα» για μη δοκιμασμένο εξοπλισμό.

Ορισμένα στοιχεία υποδηλώνουν ότι έχει επιτραπεί στα σχολεία να γίνουν πιο ατίθασα. Σε μια πρόσφατη έρευνα, εκπαιδευτικοί από τις πλούσιες χώρες ανέφεραν ότι ο χρόνος που αφιερώνουν απλώς για να διατηρήσουν ηρεμία την τάξη αυξάνεται σταδιακά.

Τα διδάγματα από τις χώρες με καλύτερες επιδόσεις

Τα ισχυρότερα εκπαιδευτικά συστήματα δεν προσφέρουν καμία μοναδική μαγική φόρμουλα.

Οι ασιατικές χώρες επωφελούνται από την έντονη δέσμευση των γονέων στην εκπαίδευση και την ευρεία διάδοση των ιδιωτικών μαθημάτων — πλεονεκτήματα που άλλες κοινωνίες δεν μπορούν απλά να δημιουργήσουν.

Ωστόσο, οι κυβερνήσεις τους έχουν επίσης κάνει διαφορετικές επιλογές.

Πολλά συστήματα της Ανατολικής Ασίας απασχολούν λιγότερους εκπαιδευτικούς, αλλά τους αμείβουν και τους εκπαιδεύουν εντατικότερα, αντί να αυξάνουν συνεχώς το προσωπικό.

Η Αγγλία, εν τω μεταξύ, έχει υιοθετήσει προγράμματα σπουδών πλούσια σε γνώσεις, αυστηρότερες εξετάσεις, λιγότερες εργασίες και πιο αυστηρούς σχολικούς ελέγχους.

Η απόδοσή της έχει διατηρηθεί συγκριτικά καλή, ενώ η Σκωτία, η οποία κάποτε ξεπερνούσε την Αγγλία, έχει μείνει πίσω παρά τις υψηλότερες δαπάνες ανά μαθητή.

Το δίδαγμα ίσως είναι ότι η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν έχει τόσο να κάνει με την ανακάλυψη μιας νέας, μοντέρνας θεωρίας, όσο με τη σωστή εφαρμογή των βασικών αρχών: καταρτισμένοι εκπαιδευτικοί, πειθαρχημένες τάξεις, ισχυρά προγράμματα σπουδών, σοβαρή ανάγνωση, αυστηρή αξιολόγηση και αρκετός χρόνος που αφιερώνεται στην πραγματική μάθηση.

Γιατί τα αποτελέσματα έχουν σημασία πέρα από το σχολείο

Τα αποτελέσματα των εξετάσεων δεν αποτελούν μέτρο αξιολόγησης ενός ατόμου, ούτε απόδειξη ότι προορίζεται για αποτυχία ή επιτυχία. Ωστόσο, οι καλοί βαθμοί αποτελούν ισχυρό προγνωστικό παράγοντα για υψηλότερα εισοδήματα, καλύτερη υγεία και μακρύτερη διάρκεια ζωής, μεταξύ πολλών άλλων οφελών.

Σε εθνικό επίπεδο, η βελτίωση του επιπέδου εκπαίδευσης μιας χώρας συσχετίζεται στενά με τη μετέπειτα οικονομική ανάπτυξη· μια ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αύξηση των αποτελεσμάτων στις εξετάσεις PISA κατά 25 μονάδες θα μπορούσε να ωθήσει την ετήσια αύξηση του ΑΕΠ στις πλούσιες χώρες κατά μισό εκατοστιαίο σημείο.

Δεν υπάρχουν ακόμη πολλά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μειώσει την απόδοση μιας εκπαίδευσης υψηλού επιπέδου, αλλά υπάρχουν πολλοί λόγοι να πιστεύουμε ότι η τεχνολογία αυτή θα επηρεάσει την αγορά εργασίας.

Ήρθε η ώρα οι υπεύθυνοι για τη σχολική μεταρρύθμιση να αρχίσουν το διάβασμα.



Πηγή: in.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ