Μια οικονομία που αναπτύσσεται, μειώνει γρήγορα το δημόσιο χρέος και έχει αποκαταστήσει τη διεθνή αξιοπιστία της περιέγραψε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη σημερινή συνέντευξη Τύπου της 90ής ΔΕΘ. Την ίδια στιγμή, όμως, μέσα από τις ίδιες τις απαντήσεις του πρωθυπουργού αναδείχθηκε η άλλη πλευρά του νομίσματος που δεν είναι άλλη από την ακρίβεια που παραμένει στην κορυφή των προβλημάτων, το στεγαστικό που απαιτεί περισσότερες και ταχύτερες παρεμβάσεις, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που εξακολουθούν να δυσκολεύονται να χρηματοδοτηθούν και ένα μέρος της οικονομικής μεγέθυνσης δεν έχει περάσει ακόμη στην κοινωνία.
Η πιο χαρακτηριστική παραδοχή ήρθε από τον ίδιο: «Ένα μέρος της ανάπτυξης δεν έχει φτάσει στους πολίτες και προσπαθώ να το θεραπεύσω». Μια φράση που έρχεται σε αντίστιξη με το κυβερνητικό αφήγημα για τις επιδόσεις της οικονομίας και επαναφέρει το ερώτημα της πραγματικής διάχυσης της ανάπτυξης στα νοικοκυριά.
«Όχι» στη μείωση του ΦΠΑ
Στο μέτωπο της ακρίβειας, ο πρωθυπουργός επέμεινε στην άρνηση της κυβέρνησης να μειώσει τους συντελεστές ΦΠΑ, επικαλούμενος έρευνα της Τράπεζας της Ελλάδος σύμφωνα με την οποία «μόνο το 20% της μείωσης του ΦΠΑ καταλήγει στη μείωση των τιμών».
Υποστήριξε ακόμη ότι πρόκειται για οριζόντιο μέτρο που θα ωφελούσε ανεξαρτήτως εισοδήματος ακόμη και τους τουρίστες, προκρίνοντας αντί αυτού την αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων και τη μείωση της φορολογίας.
Έτσι, παρά το γεγονός ότι χαρακτήρισε την ακρίβεια «πρώτη προτεραιότητα», απέκλεισε ένα από τα βασικά μέτρα που ζητούν κόμματα της αντιπολίτευσης και φορείς της αγοράς για την αποκλιμάκωση των τιμών.
Τεκμήρια
Ανάλογη ήταν η στάση του απέναντι στην τεκμαρτή φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών. Παρά τα άλματα ψηφιοποίησης της ΑΑΔΕ και τη δυνατότητα της φορολογικής διοίκησης να έχει πολύ πληρέστερη εικόνα για συναλλαγές, τζίρους και εισοδήματα, ο πρωθυπουργός υπερασπίστηκε τον βασικό μηχανισμό του τεκμαρτού εισοδήματος.
«Δεν θεωρώ λογικό ένας ελεύθερος επαγγελματίας να δηλώνει εισόδημα κάτω από τον κατώτατο μισθό», είπε.
Αναγνώρισε, πάντως, ότι η ψηφιοποίηση επιτρέπει πλέον στην κυβέρνηση να εγκαταλείψει τις «αυθαίρετες προσαυξήσεις», χωρίς όμως να κάνει το επόμενο βήμα της κατάργησης της τεκμαρτής φορολόγησης.
Χρέη και «μπαταχτσήδες»
Στο ιδιωτικό χρέος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρόβαλε τα αποτελέσματα του εξωδικαστικού μηχανισμού, αναφέροντας ότι περισσότεροι από 60.000 οφειλέτες έχουν ενταχθεί σε αυτόν με σημαντικές διαγραφές χρέους.
Έστειλε, ωστόσο, αυστηρό μήνυμα προς τους στρατηγικούς κακοπληρωτές: «Δεν πρόκειται ποτέ αυτή η κυβέρνηση να δώσει κίνητρα σε μπαταχτσήδες».

Η κυβέρνηση επιμένει έτσι στη διάκριση ανάμεσα σε όσους πραγματικά αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και σε όσους έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν αλλά δεν το κάνουν, χωρίς να προαναγγέλλεται κάποια νέα συνολική παρέμβαση για το τεράστιο απόθεμα ιδιωτικού χρέους.
Στέγαση: «Πρέπει να κινηθούμε πιο γρήγορα»
Ακόμη πιο σαφής ήταν η παραδοχή στο στεγαστικό. «Το πρόβλημα είναι υπαρκτό», ανέφερε ο πρωθυπουργός, αναγνωρίζοντας ότι απαιτείται αύξηση της προσφοράς κατοικιών.
«Πρέπει να κινηθούμε πιο γρήγορα», είπε, απορρίπτοντας όμως τη λύση της απευθείας κατασκευής κατοικιών από το Δημόσιο. «Αν πιστεύει κάποιος ότι το πρόβλημα της στέγης θα το λύσει το Δημόσιο φτιάχνοντας σπίτια, λυπάμαι, αλλά αυτή η συνταγή έχει αποτύχει παντού».
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει πιεστικό. Έπειτα από χρόνια συνεχούς ανόδου των ενοικίων και των τιμών των ακινήτων, η κυβέρνηση εξακολουθεί να αναζητεί τρόπους για να αυξήσει την προσφορά, την ώρα που το κόστος στέγασης έχει εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες επιβαρύνσεις των νοικοκυριών.
Τράπεζες: Παραδοχή για «καταχρηστικές συμπεριφορές»
Αιχμηρή ήταν η αναφορά του και στις τράπεζες, καθώς αναγνώρισε ότι «υπήρχαν καταχρηστικές συμπεριφορές» στις χρεώσεις και τις προμήθειες.
«Εάν εξακολουθούμε να παρατηρούμε ότι συνεχίζονται τέτοιες συμπεριφορές, να μην έχετε καμία αμφιβολία ότι δεν θα διστάσουμε να παρέμβουμε», προειδοποίησε.
Παράλληλα, ζήτησε περισσότερα στεγαστικά δάνεια και μεγαλύτερη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Πρόκειται, όμως, και εδώ για έμμεση παραδοχή ενός προβλήματος που η αγορά επισημαίνει εδώ και χρόνια και δεν είναι άλλο από το ότι σημαντικό κομμάτι των ΜμΕ παραμένει εκτός ουσιαστικής τραπεζικής χρηματοδότησης.
Στον αναβαλλόμενο φόρο, αντίθετα, ο πρωθυπουργός δεν άνοιξε συζήτηση για ταχύτερη απόσβεσή του, παραπέμποντας στην Τράπεζα της Ελλάδος για το κόστος μιας τέτοιας επιλογής και υπογραμμίζοντας την ανάγκη διατήρησης ενός «σταθερού και ασφαλούς τραπεζικού συστήματος».
Το στοίχημα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα για την επόμενη ημέρα της οικονομίας αφορά το κενό που αφήνει πίσω του το Ταμείο Ανάκαμψης.
Ο πρωθυπουργός παρέπεμψε στο νέο ΕΣΠΑ, στη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική και στα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία. Κεντρικό ρόλο αναμένεται να έχει και η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, προς την οποία κατευθύνονται 1,5 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης για τη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Το γεγονός, ωστόσο, ότι απαιτείται ένα νέο ειδικό χρηματοδοτικό όχημα για τις ΜμΕ αναδεικνύει και το πρόβλημα: ένα μεγάλο τμήμα της πραγματικής οικονομίας εξακολουθεί να μην έχει επαρκή πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα.
Ρεύμα και βιομηχανία
Στο ενεργειακό κόστος, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε ως στόχο τη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας κατά 30% μέσα στην επόμενη τριετία, ενώ δεσμεύθηκε για συνέχιση της στήριξης της ενεργοβόρου βιομηχανίας «στο μέτρο των δυνατοτήτων μας».


Ως μόνιμη λύση παρουσίασε την περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ, τις διασυνδέσεις και τη δημιουργία πραγματικά ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόκειται, όμως, για λύσεις μεσοπρόθεσμου χαρακτήρα, την ώρα που η ελληνική βιομηχανία ζητά εδώ και τώρα ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος απέναντι στους Ευρωπαίους ανταγωνιστές της.
«Ούτε ευρώ» έξω από τους δημοσιονομικούς κανόνες
Εκεί όπου ο πρωθυπουργός δεν άφησε κανένα περιθώριο αμφιβολίας ήταν η δημοσιονομική πολιτική. Χαρακτήρισε τη δημοσιονομική σταθερότητα «στόχο μη διαπραγματεύσιμο» και ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να ξεφύγει «ούτε ευρώ» από τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.
Υπερασπίστηκε παράλληλα την ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και τις πρόωρες αποπληρωμές, θέτοντας το ερώτημα: «Δεν πρέπει να ξεπληρώνουμε τα χρέη μας; Θα πρέπει να τα περνάμε στην επόμενη γενιά;».
Πηγή: ot.gr





