Για πολλές δεκαετίες, η αποταμίευση σε δολάρια αποτελούσε σχεδόν αυτονόητη επιλογή στη Λατινική Αμερική. Οι υψηλοί πληθωρισμοί, οι επαναλαμβανόμενες υποτιμήσεις και οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις δίδαξαν στους πολίτες ότι η διατήρηση των οικονομιών τους σε εθνικό νόμισμα μπορούσε να οδηγήσει στην ταχύτατη εξαΰλωση μιας περιουσίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χώρες της περιοχής προχώρησαν ακόμη και σε πλήρη δολαριοποίηση, εγκαταλείποντας ουσιαστικά τη νομισματική τους κυριαρχία.
Η Ουρουγουάη, ωστόσο, κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η οικονομική και πολιτική σταθερότητα, η υποχώρηση του πληθωρισμού και η αυξανόμενη αξιοπιστία της κεντρικής τράπεζας ενισχύουν σταδιακά την εμπιστοσύνη των πολιτών στο πέσο. Το δολάριο εξακολουθεί να κυριαρχεί στις καταθέσεις, αλλά για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια η διατήρηση αποταμιεύσεων στο εθνικό νόμισμα αντιμετωπίζεται ως λογική και αποδοτική επιλογή.
Η χώρα έχει κερδίσει τον χαρακτηρισμό «Ελβετία της Λατινικής Αμερικής» χάρη στον σπάνιο για την περιοχή συνδυασμό σταθερών δημοκρατικών θεσμών, ασφάλειας δικαίου, ισχυρού κοινωνικού κράτους και σχετικής οικονομικής ευημερίας. Η έκφραση άρχισε να χρησιμοποιείται κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, όταν η Ουρουγουάη διέθετε ευρεία μεσαία τάξη, υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και ένα από τα πιο προηγμένα συστήματα κοινωνικής προστασίας στην ήπειρο.
Παρά τις κρίσεις, τη δικτατορία και τις υποτιμήσεις που γνώρισε, τις τελευταίες δεκαετίες η χώρα ανέκτησε μεγάλο μέρος της παλιάς της φήμης. Με κατά κεφαλήν εισόδημα περίπου 27.600 δολαρίων, βρίσκεται πλέον στην κορυφή της Λατινικής Αμερικής και πλησιάζει εισοδηματικά ευρωπαϊκές οικονομίες όπως η Πορτογαλία. Το ασφάλιστρο κινδύνου της διαμορφώνεται περίπου στις 70 μονάδες βάσης, έναντι σχεδόν 500 στην Αργεντινή.
Η αλλαγή αποτυπώνεται στις επενδύσεις και στις καταθέσεις. Οι τοποθετήσεις σε εγχώριους τίτλους εκφρασμένους σε πέσο τριπλασιάστηκαν μέσα σε δύο χρόνια και ξεπέρασαν τα 14 δισ. πέσο, περίπου 348 εκατ. δολάρια, στα τέλη Μαΐου. Παράλληλα, το ποσοστό των ιδιωτικών τραπεζικών καταθέσεων σε ξένο νόμισμα μειώθηκε από περίπου 73% τον Μάρτιο του 2025 σε 69% τον Ιούνιο του 2026.
Το ποσοστό παραμένει πολύ υψηλό και δείχνει πόσο ισχυρή είναι ακόμη η μνήμη των προηγούμενων κρίσεων. Η κατεύθυνση, όμως, έχει αρχίσει να αντιστρέφεται. Η Ουρουγουάη διατηρεί εδώ και τρία χρόνια τον πληθωρισμό εντός του στόχου της κεντρικής τράπεζας, μεταξύ 3% και 6%. Για το 2026, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ότι θα κινηθεί κοντά στο 4%.
Η σταθερότητα αυτή ενθαρρύνει τη δημιουργία νέων επενδυτικών προϊόντων σε πέσο. Το 2026 λειτουργούν τουλάχιστον επτά αμοιβαία κεφάλαια χρηματαγοράς στο εθνικό νόμισμα, σχεδόν διπλάσια σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Εταιρείες όπως οι Μπαλάνζ και Πουέντε, αλλά και χρηματοοικονομικές πλατφόρμες όπως οι Μερκάδο Λίμπρε και Πρεξ, προσφέρουν πλέον προϊόντα που απευθύνονται ακόμη και σε μικρούς αποταμιευτές.
Ορισμένοι ιδιώτες αρχίζουν να επενδύουν με μόλις 1.000 πέσο. Έτσι, η αποδολαριοποίηση παύει να αφορά αποκλειστικά μεγάλες περιουσίες και επαγγελματίες επενδυτές και φτάνει στα νοικοκυριά, τα οποία μπορούν να εξασφαλίζουν απόδοση χωρίς να αναλαμβάνουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο του δολαρίου.
Παράλληλα, σχεδόν το 57% του δημόσιου χρέους της Ουρουγουάης είναι πλέον εκφρασμένο σε πέσο. Περισσότερο από το μισό της εγχώριας έκδοσης χρέους ύψους 2,1 δισ. δολαρίων μέχρι τον Ιούλιο τοποθετήθηκε σε ομόλογα σταθερού επιτοκίου σε εθνικό νόμισμα. Πρόκειται για ισχυρή ένδειξη ότι οι επενδυτές εμπιστεύονται τη μελλοντική σταθερότητα των τιμών.
Η Ουρουγουάη απέχει πολύ από το να αποχαιρετήσει το δολάριο. Καταφέρνει, όμως, κάτι δυσκολότερο από τη νομισματική ενίσχυση: πείθει σταδιακά τους ίδιους τους πολίτες της ότι μπορούν να εμπιστευτούν ξανά το πέσο.
Πηγή: tanea.gr





