Μια ιστορική αλλά και πολιτικά φορτισμένη απόφαση έρχεται να φέρει στο προσκήνιο ένα από τα πιο βαθιά και αποσιωπημένα τραύματα της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας. Η ανέγερση ενός ειδικού μνημείου στη Λευκωσία, αφιερωμένου στις γυναίκες και τα κορίτσια που έπεσαν θύματα βιασμού και σεξουαλικής κακοποίησης από τα τουρκικά στρατεύματα κατά την εισβολή του 1974, αποτελεί πλέον γεγονός με ευρωπαϊκή σφραγίδα, προκαλώντας παράλληλα την οργισμένη αντίδραση της Τουρκίας.
Για δεκαετίες, το ζήτημα των μαζικών και ομαδικών βιασμών που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής αποτελούσε ένα «βουβό» συλλογικό τραύμα για την κυπριακή κοινωνία.
Το μνημείο αυτό, η κατασκευή του οποίου εγκρίθηκε αρχικά από το Υπουργικό Συμβούλιο της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν αποτελεί απλώς έναν χώρο μνήμης, αλλά μια πράξη καθυστερημένης δικαίωσης και ηθικής αποκατάστασης για εκατοντάδες γυναίκες που υπέστησαν τη θηριωδία του πολέμου και έζησαν για χρόνια στη σκιά του κοινωνικού στίγματος και του διαγενεακού τραύματος.
Η προσπάθεια αυτή απέκτησε διεθνή και θεσμική υπόσταση μετά την επίσημη αποστολή της Επιτροπής Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ισότητας των Φύλων (FEMM) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη Λευκωσία. Τον Ιούλιο του 2026, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε ένα ιστορικό ψήφισμα που κατέγραψε επίσημα αυτές τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως εγκλήματα πολέμου.
Η εξέλιξη αυτή κορυφώθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 2026, όταν η επιτροπή FEMM υπερψήφισε τροπολογία για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό του 2027, ζητώντας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συγχρηματοδοτήσει την ανέγερση του μνημείου. Με αυτόν τον τρόπο, η ΕΕ αναγνωρίζει έμπρακτα τη θυσία αυτών των γυναικών, εντάσσοντας την προστασία της μνήμης τους στο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η θεσμική αυτή δικαίωση, ωστόσο, πυροδότησε την άμεση και σφοδρή αντίδραση της Άγκυρας, η οποία βλέπει τη διεθνή καταγραφή των εγκλημάτων του στρατού της ως πλήγμα για την εξωτερική της εικόνα. Στις 3 Σεπτεμβρίου 2026, το Τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε την ανακοίνωση υπ’ αριθμ. 171, απορρίπτοντας πλήρως την πρωτοβουλία.
Στην ανακοίνωσή του, το τουρκικό ΥΠΕΞ κατηγορεί την επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για μεροληψία, υποστηρίζοντας ότι τα κονδύλια προορίζονται για ένα «υποτιθέμενο μνημείο» που στόχο έχει τη «συκοφάντηση των Τουρκικών Ένοπλων Δυνάμεων».
Η Άγκυρα επαναφέρει την πάγια ρητορική της, χαρακτηρίζοντας την εισβολή του 1974 ως «Ειρηνευτική Επιχείρηση» που απέτρεψε τον εκμηδενισμό των Τουρκοκυπρίων, ενώ κατηγορεί την ελληνοκυπριακή πλευρά για διαστρέβλωση των ιστορικών γεγονότων και προπαγάνδα. Η ανακοίνωση καταλήγει με μια αυστηρή προειδοποίηση προς τους αξιωματούχους της ΕΕ, καλώντας τους να μην μετατρέπονται σε εργαλεία εκείνων που επιδιώκουν να απομακρύνουν την Τουρκία από την ευρωπαϊκή της πορεία.
Η αντιπαράθεση αυτή αναδεικνύει ότι, ακόμη και μισό αιώνα μετά, οι πληγές του 1974 παραμένουν ανοιχτές, με το μνημείο των θυμάτων σεξουαλικής βίας να μετατρέπεται σε ένα νέο πεδίο διπλωματικής και ιστορικής σύγκρουσης μεταξύ της Ευρώπης και της Τουρκίας.
Τέλος, η απόφαση έρχεται να ενισχύσει ακόμα περισσότερο την οργή της Τουρκίας για την Κύπρο η οποία θωρακίζεται και αμυντικά με την συμβολή και του Ισραήλ.
Πηγή: tanea.gr





