Ακριβότερη γίνεται η εξαγορά πλασματικών ετών μετά την αύξηση του κατώτατου μισθού, όμως για χιλιάδες ασφαλισμένους μπορεί να αποτελέσει τον δρόμο προς την έξοδο στη σύνταξη πριν από τα 67 – Τι ισχύει για 40ετία, 3.600 ένσημα και επικουρική
Η εξαγορά πλασματικών ετών εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα «εργαλεία» συνταξιοδοτικού σχεδιασμού για τους ασφαλισμένους που θέλουν να επισπεύσουν την έξοδό τους από την εργασία ή να αυξήσουν τον χρόνο ασφάλισης που θα υπολογιστεί στη σύνταξή τους.
Για αρκετούς ασφαλισμένους, η αναγνώριση πλασματικού χρόνου μπορεί να κάνει τη διαφορά ανάμεσα στη συνταξιοδότηση στα 62 και την αναμονή μέχρι τα 67, υπό την προϋπόθεση ότι συμπληρώνεται ο απαιτούμενος χρόνος ασφάλισης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, η αξιοποίηση των σχετικών διατάξεων μπορεί να μετακινήσει το όριο συνταξιοδότησης έως και επτά χρόνια νωρίτερα.
Ποιοι «κερδίζουν» με τα πλασματικά χρόνια
Η αναγνώριση πλασματικού χρόνου αφορά διαφορετικές κατηγορίες ασφαλισμένων και μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος είτε για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου ασφάλισης.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δυνατότητα για όσους βρίσκονται κοντά στη συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης. Ασφαλισμένοι που έχουν ήδη 33 ή 34 πραγματικά έτη μπορούν, ανάλογα με την περίπτωση, να αξιοποιήσουν πλασματικό χρόνο ώστε να φτάσουν στην απαιτούμενη 40ετία και να διεκδικήσουν έξοδο στα 62.
Σημαντικό ρόλο έχουν επίσης τα πλασματικά έτη για παλαιούς ασφαλισμένους, δηλαδή όσους είχαν ασφαλιστεί πριν από το 1993, καθώς οι προϋποθέσεις που ίσχυαν κατά περίπτωση μπορεί να διαφοροποιούν σημαντικά το πότε κατοχυρώνεται το συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
Πόσο κοστίζει η εξαγορά
Η εξαγορά, ωστόσο, δεν είναι χωρίς κόστος. Το ποσό υπολογίζεται κατά κανόνα με βάση το 20% των μεικτών αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τον μήνα υποβολής της αίτησης.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ από την 1η Απριλίου 2026 συμπαρασύρει και το κατώτατο κόστος εξαγοράς. Έτσι, για ασφαλισμένο που βρίσκεται στη βάση υπολογισμού του κατώτατου μισθού, η επιβάρυνση ανέρχεται σε 184 ευρώ τον μήνα, δηλαδή 2.208 ευρώ για κάθε έτος που αναγνωρίζεται.
Για τρία χρόνια, το ποσό φτάνει τα 6.624 ευρώ, ενώ για τέσσερα χρόνια ανέρχεται σε 8.832 ευρώ, με το πραγματικό ποσό να διαφοροποιείται ανάλογα με τις αποδοχές και την περίπτωση του ασφαλισμένου.
Γι’ αυτό και η εξαγορά δεν πρέπει να γίνεται αυτόματα. Το κρίσιμο είναι να εξετάζεται εάν τα χρήματα που θα καταβληθούν οδηγούν σε πραγματικό συνταξιοδοτικό όφελος.
Η παγίδα των 3.600 ημερών
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι τελευταίες διευκρινίσεις σχετικά με την προϋπόθεση των 3.600 ημερών πραγματικής ή προαιρετικής ασφάλισης.
Η συγκεκριμένη προϋπόθεση δεν εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ασφαλισμένους που επιθυμούν να αναγνωρίσουν πλασματικό χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι ασφαλισμένοι των οποίων προηγούμενες αιτήσεις είχαν απορριφθεί αποκλειστικά λόγω έλλειψης των 3.600 ημερών ενδέχεται, εφόσον καλύπτονται από τις σχετικές διατάξεις, να μπορούν να ζητήσουν επανεξέταση της υπόθεσής τους από τον ΕΦΚΑ.
Το ασφαλιστικό ιστορικό, το Ταμείο στο οποίο υπάγεται ο ασφαλισμένος και η ειδική διάταξη συνταξιοδότησης που εφαρμόζεται είναι καθοριστικά.
Ποιοι μπορούν να αναγνωρίσουν χρόνο
Το πλαίσιο αφορά πολλές κατηγορίες ασφαλισμένων. Μεταξύ άλλων, δυνατότητα αναγνώρισης πλασματικού χρόνου έχουν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις: γονείς ανηλίκων και τρίτεκνοι στο Δημόσιο, μητέρες ανηλίκων στο πρώην ΙΚΑ, ασφαλισμένοι σε ΔΕΚΟ και τράπεζες, δημόσιοι υπάλληλοι που χρειάζονται χρόνο για τη συμπλήρωση 35ετίας, 36ετίας ή 37ετίας,
ασφαλισμένοι των πρώην ΕΤΑΑ και ΟΑΕΕ, εργαζόμενοι σε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα,
ασφαλισμένοι που χρειάζονται πρόσθετο χρόνο για να συμπληρώσουν 40 έτη και να αποχωρήσουν στα 62.
Οι δυνατότητες, πάντως, δεν είναι ίδιες για όλους. Υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, ενώ διαφορετικοί κανόνες ισχύουν ανάλογα με το πότε ξεκίνησε η ασφάλιση και ποια κατηγορία ασφαλισμένου αφορά κάθε περίπτωση.
Νέα συζήτηση για πλασματικά χρόνια στην επικουρική
Στο μεταξύ, στο τραπέζι βρίσκεται και μια πιθανή αλλαγή που αφορά την επικουρική ασφάλιση.
Το σενάριο που εξετάζεται προβλέπει τη δυνατότητα αναγνώρισης περίπου τριών έως πέντε πλασματικών ετών για ασφαλισμένους που έχουν 10, 11 ή 12 χρόνια επικουρικής ασφάλισης και δεν μπορούν σήμερα να συμπληρώσουν την απαιτούμενη 15ετία.
Στόχος θα ήταν να μπορούν να φτάσουν τα 15 έτη ή 4.500 ημέρες ασφάλισης, που αποτελούν το απαιτούμενο όριο για τη χορήγηση επικουρικής σύνταξης.
Πρόκειται για κατηγορία ασφαλισμένων που μπορεί να έχει σημαντικό όφελος, καθώς υπάρχουν εργαζόμενοι με διακεκομμένη ασφαλιστική πορεία ή περιόδους κατά τις οποίες δεν υπάγονταν σε επικουρική ασφάλιση.
Στην κατηγορία αυτή μπορούν να βρεθούν, για παράδειγμα, πρώην ελεύθεροι επαγγελματίες που στη συνέχεια έγιναν μισθωτοί, γιατροί που εντάχθηκαν αργότερα στο ΕΣΥ, εκπαιδευτικοί με διαφορετικές μορφές ασφάλισης κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου, αλλά και εργαζόμενοι που είχαν απασχόληση χωρίς υποχρέωση καταβολής επικουρικών εισφορών.
Εφόσον προχωρήσει η συγκεκριμένη ρύθμιση, το κόστος θα μπορούσε να συνδεθεί με την εισφορά επικουρικής ασφάλισης, η οποία ανέρχεται συνολικά σε 6% των αποδοχών, με το 3% να βαρύνει τον εργαζόμενο και το υπόλοιπο 3% τον εργοδότη.
Δεν συμφέρει όλους η εξαγορά
Το βασικό μήνυμα για τους ασφαλισμένους είναι ότι τα πλασματικά χρόνια δεν αποτελούν από μόνα τους «εισιτήριο» για πρόωρη σύνταξη.
Πριν από οποιαδήποτε αίτηση εξαγοράς χρειάζεται να υπολογιστεί με ακρίβεια ο χρόνος που λείπει, η ηλικία συνταξιοδότησης που προκύπτει χωρίς την εξαγορά, το κόστος της αναγνώρισης και η επίδραση που θα έχει στο τελικό ποσό της σύνταξης.
Ιδιαίτερα για όσους βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση, ένας σωστός υπολογισμός μπορεί να δείξει εάν η καταβολή αρκετών χιλιάδων ευρώ για πλασματικά έτη οδηγεί πράγματι σε ουσιαστικό κέρδος.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς πόσα χρόνια μπορεί να εξαγοράσει ένας ασφαλισμένος, αλλά αν η εξαγορά αλλάζει πραγματικά την ημερομηνία εξόδου ή βελτιώνει ουσιαστικά τη σύνταξή του.





