Ελληνική οικονομία: Στη δίνη της διεθνούς αναταραχής με ανοιχτές τις παλιές πληγές –

Ελληνική οικονομία: Στη δίνη της διεθνούς αναταραχής με ανοιχτές τις παλιές πληγές - Οικονομικός Ταχυδρόμος

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Σε ένα ολοένα και πιο δύσκολο διεθνές περιβάλλον εισέρχεται η ελληνική οικονομία στον δεύτερο γύρο των αξιολογήσεων του 2026, καθώς οι γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, η ενεργειακή κρίση και η νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού δημιουργούν ένα πολύ πιο απαιτητικό σκηνικό. Και όλα αυτά ενώ το εξωτερικό «τείχος» κινδύνων συναντά τις πάγιες διαρθρωτικές αδυναμίες της χώρας που δεν είναι άλλες το ακόμη πολύ υψηλό δημόσιο χρέος, το επίμονο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, τις αδυναμίες της παραγωγικής βάσης και της εξωτερικής ανταγωνιστικότητας, αλλά και τις καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης.

Το νέο καμπανάκι ήρθε χθες από τη Eurostat. Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα έκανε άλμα στο 3,7% τον Αύγουστο, από 2,7% τον Ιούλιο, ενώ επιτάχυνση καταγράφηκε και στην Ευρωζώνη, στο 3,3% από 2,9%. Η νέα άνοδος των τιμών ενισχύει, μάλιστα, τα επιχειρήματα υπέρ μιας αύξησης των επιτοκίων από την ΕΚΤ στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου, προσθέτοντας έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας για τις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Η ενεργειακή αναταραχή συνδέεται άμεσα με τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κλειστά.

Το ζήτημα πλέον δεν αφορά μόνο το άμεσο κόστος της ενέργειας. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι διεθνείς εμπορικές εντάσεις, οι πληθωριστικές πιέσεις και η προοπτική υψηλότερων επιτοκίων δημιουργούν ένα μείγμα που μπορεί να περιορίσει την ανάπτυξη, τις επενδύσεις και τις κεφαλαιακές ροές.

Για μια μικρή και ανοικτή οικονομία όπως η ελληνική, οι εξελίξεις αυτές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Και για τους οίκους αξιολόγησης αποτελούν έναν επιπλέον λόγο προσεκτικότερων κινήσεων, ακόμη και όταν η δημοσιονομική εικόνα της χώρας συνεχίζει να βελτιώνεται.

Η επόμενη πίστα γίνεται δυσκολότερη

Η Ελλάδα έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, αλλά παραμένει κοντά στο χαμηλότερο τμήμα της. Η Fitch αξιολογεί τη χώρα με BBB και σταθερές προοπτικές, η Scope με BBB και θετικές προοπτικές, η Moody’s με Baa3 και σταθερές προοπτικές, ενώ DBRS και S&P βρίσκονται επίσης στο BBB.

Η επόμενη «πίστα» είναι σαφώς πιο δύσκολη: η σταδιακή μετάβαση προς την κατηγορία «Α». Κυβερνητικές εκτιμήσεις τοποθετούν την επίτευξη του «Α-» έως το τέλος της δεκαετίας και του «Α+» περίπου το 2034, όταν το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα έχει υποχωρήσει κοντά στο 100% του ΑΕΠ.

Μόνο που η απόσταση μέχρι εκεί δεν καλύπτεται αποκλειστικά με δημοσιονομικά πλεονάσματα και πρόωρες αποπληρωμές χρέους.

Τα τρία μεγάλα «αγκάθια»

Οι οίκοι αξιολόγησης εξακολουθούν να εστιάζουν σε τρία βασικά μέτωπα: το δημόσιο χρέος, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και τις καθυστερήσεις στο δικαστικό σύστημα.

Το χρέος αποκλιμακώνεται με ταχύ ρυθμό, αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Την ίδια στιγμή, το επίμονο εξωτερικό έλλειμμα αντανακλά βαθύτερες αδυναμίες της παραγωγικής βάσης και της εξωτερικής ανταγωνιστικότητας της χώρας, ενώ η ταχύτερη απονομή της Δικαιοσύνης παραμένει κρίσιμος παράγοντας για τη βελτίωση του επιχειρηματικού και επενδυτικού περιβάλλοντος.

Οι αδυναμίες αυτές αποκτούν μεγαλύτερο βάρος ακριβώς όταν το εξωτερικό περιβάλλον επιδεινώνεται. Μια οικονομία με ισχυρή παραγωγική βάση, υψηλή ανταγωνιστικότητα και μικρές εξωτερικές ανισορροπίες μπορεί να απορροφήσει ευκολότερα ένα ενεργειακό ή γεωπολιτικό σοκ. Για την Ελλάδα, αντίθετα, η νέα διεθνής κρίση λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η σημαντική δημοσιονομική πρόοδος των τελευταίων ετών δεν έχει εξαλείψει τις χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες.

Τα «χαρτιά» της Ελλάδας

Η εικόνα, πάντως, δεν είναι μονοσήμαντα αρνητική. Η ελληνική οικονομία έχει μέχρι στιγμής επιδείξει ανθεκτικότητα στις εξωτερικές πιέσεις. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2026, ενώ τα στοιχεία για το δεύτερο τρίμηνο αναμένονται από την ΕΛΣΤΑΤ στις 7 Σεπτεμβρίου.

Ακόμη ισχυρότερη είναι η δημοσιονομική εικόνα. Στο επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου καταγράφηκε πρωτογενές πλεόνασμα 5,77 δισ. ευρώ, υψηλότερο από τον στόχο. Παράλληλα, η εκτίμηση για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2026 έχει αναθεωρηθεί στο 3,2% του ΑΕΠ από 2,8%, εξέλιξη που λειτουργεί θετικά για την περαιτέρω αποκλιμάκωση του χρέους.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται η πολιτική των πρόωρων αποπληρωμών. Έχει ήδη προαναγγελθεί νέα πρόωρη αποπληρωμή χρέους ύψους 12,8 δισ. ευρώ, η οποία αναμένεται να επιταχύνει περαιτέρω την πτωτική πορεία του δείκτη.

Ο προϋπολογισμός προβλέπει υποχώρηση του χρέους στο 138,2% του ΑΕΠ στο τέλος του 2026, από 145,9% το 2025, στόχος που εκτιμάται ότι μπορεί να υπερκαλυφθεί. Εφόσον επιβεβαιωθεί αυτή η πορεία, η Ελλάδα αναμένεται να πάψει να είναι η χώρα με το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωζώνη, αφήνοντας στην πρώτη θέση την Ιταλία.

Ο Σεπτέμβριος των αξιολογήσεων

Όλα αυτά θα μπουν πλέον στη ζυγαριά των οίκων. Ο δεύτερος γύρος των αξιολογήσεων ανοίγει στις 4 Σεπτεμβρίου με την DBRS, ενώ στις 18 Σεπτεμβρίου ακολουθούν την ίδια ημέρα Moody’s και Scope. Στις 23 Οκτωβρίου έρχεται η Standard & Poor’s και ο κύκλος ολοκληρώνεται στις 6 Νοεμβρίου με τη Fitch.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον εάν η Ελλάδα έχει σημειώσει πρόοδο. Αυτή έχει ήδη καταγραφεί, ιδιαίτερα στο δημοσιονομικό μέτωπο και στην αποκλιμάκωση του χρέους. Το ζητούμενο είναι εάν η πρόοδος αυτή αρκεί για να οδηγήσει τη χώρα στην επόμενη βαθμίδα σε μια περίοδο κατά την οποία το διεθνές περιβάλλον γίνεται αισθητά λιγότερο φιλικό.

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα διπλό τεστ. Από τη μία, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, το ενεργειακό σοκ, η νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού και η γενικότερη γεωπολιτική αναταραχή. Από την άλλη, ένα παραγωγικό μοντέλο που εξακολουθεί να εμφανίζει εξωτερικές ανισορροπίες, ένα δημόσιο χρέος που παρά τη θεαματική αποκλιμάκωσή του παραμένει υψηλό και μεταρρυθμίσεις που δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί.

Και αυτή ίσως είναι η ουσία του νέου κύκλου αξιολογήσεων. Μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η επόμενη αναβάθμιση δεν θα κριθεί μόνο από το πόσο γρήγορα πέφτει το χρέος. Θα κριθεί και από το κατά πόσο η ελληνική οικονομία μπορεί να αποδείξει ότι αντέχει τις νέες εξωτερικές αναταράξεις.

Πηγή: ot.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ