Πρόσφατα, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, απηύθυνε έκκληση στη Νότια Κορέα να βοηθήσει στην ενίσχυση της ουκρανικής αεράμυνας, καθώς την ίδια στιγμή η Βόρεια Κορέα συνδράμει τη Ρωσία. Η Σεούλ όμως βρίσκεται ίσως στην πλέον δύσκολη θέση των τελευταίων δεκαετιών, προσπαθώντας να διαχειριστεί τη Βόρεια Κορέα, της Ρωσία, αλλά και τις απρόβλεπτες πλέον ΗΠΑ.
Η Νότια Κορέα έχει πραγματικό συμφέρον ασφαλείας για όσα συμβαίνουν στο ουκρανικό πεδίο μάχης, όμως σύμφωνα με τον Ντονγκάκ Χο, μέλος της συμβουλευτικής ομάδας νέων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας της Νότιας Κορέας και πρώην σύμβουλο στην Εθνοσυνέλευση, το να ενεργήσει βάσει αυτού του συμφέροντος θα συνεπαγόταν πολιτικό και διπλωματικό κόστος.
Η κυβέρνηση του Νοτιοκορεάτη προέδρου Λι Τζε-μιουνγκ προσπαθεί να ανοίξει διάλογο με την Πιονγκγιάνγκ: ο πρόεδρος έχει ζητήσει συνομιλίες με στόχο τη μείωση των στρατιωτικών εντάσεων και, τελικά, την αντικατάσταση της ανακωχής του 1953 από ένα πιο ανθεκτικό καθεστώς ειρήνης, ενώ η κυβέρνησή του αντιμετωπίζει τον περιορισμό των πυρηνικών δυνατοτήτων της Βόρειας Κορέας ως μέρος μιας μακρύτερης διπλωματικής διαδικασίας.
Η στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία θα μπορούσε να περιπλέξει αυτή την προσπάθεια, αν και η Πιονγκγιάνγκ μέχρι στιγμής έχει δείξει ελάχιστο ενδιαφέρον για το άνοιγμα του Λι, αποκαλύπτοντας την περιορισμένη διπλωματική επιρροή της Σεούλ.
Η Νότια Κορέα πρέπει επίσης να λάβει υπόψη της τη Ρωσία, καθώς οι δύο χώρες πριν την εισβολή του 2022 στην Ουκρανία είχαν αναπτύξει σημαντική εμπορική σχέση.
Το διμερές εμπόριο έφτασε περίπου τα 27 δισεκ. δολ. το 2021, με τη Ρωσία να προμηθεύει ενέργεια και πρώτες ύλες, ενώ νοτιοκορεατικές εταιρείες είχαν αναπτύξει σημαντικές επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Ο πόλεμος, η συμμετοχή της Σεούλ στις οικονομικές κυρώσεις και στους ελέγχους εξαγωγών κατά της Ρωσίας, καθώς και η αυξανόμενη στρατιωτική ευθυγράμμιση της Ρωσίας με τη Βόρεια Κορέα έχουν διαβρώσει αυτούς τους δεσμούς.
Ωστόσο, όπως αναφέρει ο νοτιοκορεάτης αναλυτής σε ανάλυσή του στο Foreign Policy, η Σεούλ εξακολουθεί να έχει λόγους να αποφεύγει να θεωρεί ότι η καταστροφή τους είναι κατ’ ανάγκην μόνιμη, ιδιαίτερα αν ένας μελλοντικός πολιτικός διακανονισμός στην Ευρώπη δημιουργήσει περιθώριο για οικονομική εξομάλυνση.
Το αμερικανικό «μέτωπο»
Ενώ λοιπόν παροχή βοήθειας στον πόλεμο θα περιέπλεκε την φιλοειρηνική της αντζέντα, την ίδια στιγμή η αναθεωρημένη αμερικανική στρατηγική προκαλεί ανησυχίες στη Νότια Κορέα για την άμυνά της.
Σύμφωνα με αυτή, η Ουάσιγκτον θέλει οι σύμμαχοί της να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια στις δικές τους περιοχές, απελευθερώνοντας έτσι τις ΗΠΑ ώστε να επικεντρώσουν πόρους σε άλλες προτεραιότητες.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Ντονγκάκ Χο, Ρωσία και Βόρεια Κορέα καθιστούν αυτές τις περιοχές ολοένα δυσκολότερο να διαχωριστούν, αφήνοντας συμμάχους όπως η Νότια Κορέα να επωμίζονται μεγαλύτερο βάρος, την ίδια στιγμή που οι συγκρούσεις αλλού κάνουν τις απειλές που αντιμετωπίζουν δυσκολότερο να αποτραπούν. Η Ουάσιγκτον μπορεί να περιφερειοποιήσει την ευθύνη, αλλά δεν μπορεί να περιφερειοποιήσει τις απειλές.
Η στρατηγική καταμερισμού και μετατόπισης βαρών αποτελεί μέρος της απάντησης της κυβέρνησης Τραμπ σε αυτό που η Εθνική Αμυντική Στρατηγική αποκαλεί «πρόβλημα ταυτόχρονων κρίσεων»: το ενδεχόμενο οι αντίπαλοι των ΗΠΑ να ενεργήσουν από κοινού ή να εκμεταλλευτούν ευκαιριακά κρίσεις σε πολλά διαφορετικά θέατρα.
Το δίδαγμα από τη συνεργασία Ρωσίας-Βόρειας Κορέας, υπογραμμίζει ο Χο, είναι ότι ο καταμερισμός των βαρών δεν μπορεί να σημαίνει στρατηγικό κατακερματισμό και ότι η γεωγραφική μετατόπιση των βαρών δεν μπορεί, από μόνη της, να λύσει το πρόβλημα των ταυτόχρονων κρίσεων που έχει εντοπίσει η Ουάσιγκτον.
Η Ουάσιγκτον μπορεί να ζητά από την Ευρώπη να ηγηθεί στην αντιμετώπιση της Ρωσίας και από τη Νότια Κορέα να ηγηθεί στην αντιμετώπιση της Βόρειας Κορέας. Όταν όμως οι αντίπαλοί της συνδέουν αυτά τα θέατρα μεταξύ τους, οι ΗΠΑ θα πρέπει να συνδέουν και τους συμμάχους τους.
Η ενίσχυση της σχέσης Ρωσίας-Βόρειας Κορέας αποκαλύπτει ότι ένα θέατρο επιχειρήσεων μεταβάλλει την απειλή σε ένα άλλο. Η Βόρεια Κορέα έχει προμηθεύσει τη Ρωσία με μεγάλες ποσότητες πυρομαχικών πυροβολικού και βαλλιστικών πυραύλων, ενώ έχει στείλει περίπου 15.000 στρατιώτες στην περιοχή Κουρσκ της Ρωσίας.
Οι δυνάμεις της Βόρειας Κορέας έχουν αποκτήσει εμπειρία που δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν στο εσωτερικό της χώρας, επιχειρώντας σε ένα πεδίο μάχης διαμορφωμένο από drones, ηλεκτρονικό πόλεμο, πλήγματα ακριβείας και ταχεία τακτική προσαρμογή. Αναλυτές έχουν ήδη εντοπίσει ενδείξεις ότι οι βορειοκορεατικές δυνάμεις έχουν προσαρμόσει την τακτική τους και τη χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων βάσει των εμπειριών τους στην Ουκρανία.
Το ουκρανικό πεδίο μάχης προσφέρει στην Πιονγκγιάνγκ κάτι που δεν μπορεί να προσφέρει ένα πεδίο δοκιμών: επανειλημμένη, πραγματική ανατροφοδότηση σχετικά με τις επιδόσεις των πυραύλων της υπό συνθήκες μάχης, μεταξύ άλλων και απέναντι σε συστήματα αεράμυνας δυτικής προέλευσης.
Έτσι ενώ Ρωσία και Βόρεια Κορέα διασυνδέονται στο πεδίο της μάχης, Σεούλ και Ουάσιγκτον φαίνεται να μη συντονίζονται ανάλογα ώστε να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις που θα διαμορφώσουν τον μελλοντικό πόλεμο, σύμφωνα με την ανάλυση του Χο.
*Στην κύρια φωτογραφία: Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο ποζάρει για φωτογραφία με τον Νοτιοκορεάτη υπουργό Εξωτερικών Τσο Χιουν κατά τη διάρκεια τριμερούς συνάντησης, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής των ηγετών του ΝΑΤΟ, στην Άγκυρα της Τουρκίας, στις 7 Ιουλίου 2026. REUTERS/Yves Herman/Pool/Φωτογραφία αρχείου.
Πηγή: in.gr
