Λίγες ημέρες πριν από τη ΔΕΘ, το οικονομικό επιτελείο έχει πλέον στα χέρια του μία από τις τελευταίες καθαρές ενδείξεις για το πόσο μπορεί να ανοίξει το πακέτο των εξαγγελιών χωρίς να διακινδυνεύσει τη δημοσιονομική εικόνα, κάτι που η κυβέρνηση έχει αναγάγει σε βασικό πλεονέκτημα της οικονομικής της πολιτικής.
Η εικόνα που δίνει ο προϋπολογισμός είναι περισσότερο σύνθετη από όσο υποδηλώνει το πρωτογενές πλεόνασμα των 5,77 δισ. ευρώ στο επτάμηνο. Τα στοιχεία δείχνουν οτι υπάρχει δημοσιονομικό μαξιλάρι, υπάρχει σταθερή υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων, ωστόσο δεν υπάρχει όμως ένας απεριόριστος «κουμπαράς» που μπορεί να μετατραπεί σε παροχές στη Θεσσαλονίκη.
Αυτό είναι και το βασικό μήνυμα των τελευταίων στοιχείων, την ώρα που στο κυβερνητικό επιτελείο κλείνουν οι τελευταίες εκκρεμότητες για το πακέτο του 2027.
Από τα 1,35 δισ. στα 302 εκατ. ευρώ
Το πρωτογενές πλεόνασμα της Κεντρικής Διοίκησης διαμορφώθηκε στα 5,77 δισ. ευρώ, έναντι στόχου 4,417 δισ. ευρώ. Φαινομενικά δημιουργείται πρόσθετος χώρος 1,353 δισ. ευρώ. Όμως ο ίδιος ο προϋπολογισμός βάζει φρένο σε αυτή την ανάγνωση. Όταν αφαιρεθούν οι ετεροχρονισμένες πληρωμές του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και των μεταβιβάσεων προς φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, καθώς και τα έκτακτα έσοδα από το Ελληνικό, η υπέρβαση περιορίζεται στα 302 εκατ. ευρώ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο προϋπολογισμός βρίσκεται υπό πίεση, ωστόσο φαίνεται πως τα δημοσιονομικά περιθώρια παραμένουν περιορισμένα και το στήριγμα για τη ΔΕΘ πρέπει να αναζητηθεί αλλού.
Οι φόροι, ακόμη και μετά την αφαίρεση έκτακτων ποσών, βρίσκονται 990 εκατ. ευρώ ή 2,4% πάνω από τον στόχο. Ιδιαίτερα ισχυρή παραμένει η πορεία του ΦΠΑ, με υπέρβαση 739 εκατ. ευρώ, ενώ οι φόροι εισοδήματος βρίσκονται 294 εκατ. ευρώ πάνω από τις προβλέψεις. Αυτή η υπεραπόδοση έχει μεγαλύτερη σημασία για τον σχεδιασμό της Θεσσαλονίκης από το ίδιο το ύψος του ταμειακού πρωτογενούς πλεονάσματος.
Τι μπορεί τελικά να «μοιράσει» η ΔΕΘ
Το οικονομικό επιτελείο καλείται να εκτιμήσει ποιο μέρος της καλύτερης πορείας των εσόδων είναι μόνιμο και μπορεί επομένως να χρηματοδοτήσει μόνιμες παρεμβάσεις από το 2027. Μια έκτακτη ενίσχυση μπορεί να χρηματοδοτηθεί από έναν προσωρινό δημοσιονομικό χώρο. Μια μόνιμη μείωση φόρου ή μια μόνιμη εισοδηματική παρέμβαση δημιουργεί κόστος όχι μόνο για μία χρονιά αλλά για κάθε επόμενο προϋπολογισμό. Γι’ αυτό και η ισχυρή πορεία των φορολογικών εσόδων αποτελεί ταυτόχρονα πλεονέκτημα και παγίδα για τον σχεδιασμό της ΔΕΘ.
Από τη μία πλευρά, σχεδόν 1 δισ. ευρώ καθαρής υπέρβασης στους φόρους δημιουργεί μεγαλύτερη ασφάλεια ότι υπάρχει χώρος για πρόσθετες κινήσεις. Από την άλλη, σημαντικό μέρος της υπεραπόδοσης προέρχεται από τον ΦΠΑ, του οποίου οι εισπράξεις ενισχύονται και από το υψηλότερο επίπεδο τιμών. Με απλά λόγια, δεν μπορεί ολόκληρη η υπεραπόδοση του ΦΠΑ να θεωρηθεί μόνιμος δημοσιονομικός χώρος.
Και εδώ εμφανίζεται ένα, πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό παράδοξο, καθώς η ακρίβεια που αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα για τα νοικοκυριά και μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές πιέσεις για την κυβέρνηση, εξακολουθεί ταυτόχρονα να τροφοδοτεί μέρος της υπεραπόδοσης των κρατικών εσόδων.
Η μάχη για τις τελευταίες προσθήκες
Ο βασικός κορμός των μέτρων μπορεί να έχει σε μεγάλο βαθμό διαμορφωθεί, όμως η καλύτερη εκτέλεση του προϋπολογισμού δημιουργεί χώρο για τη συζήτηση γύρω από πρόσθετες παρεμβάσεις, διεύρυνση δικαιούχων ή ταχύτερη εφαρμογή μέτρων. Ταυτόχρονα, όμως, το υπουργείο Οικονομικών έχει ισχυρούς λόγους να κρατήσει εφεδρείες.
Η ενεργειακή κρίση έχει ήδη αρχίσει να δημιουργεί πρόσθετες δαπάνες. Στο επτάμηνο έχουν περάσει στον προϋπολογισμό 131 εκατ. ευρώ για το Fuel Pass, 110 εκατ. ευρώ για την επιδότηση του diesel κίνησης και 220 εκατ. ευρώ για την έκτακτη ενίσχυση οικογενειών με παιδιά. Εάν οι τιμές ενέργειας παραμείνουν υψηλές, το κόστος μπορεί να αυξηθεί. Και οποιαδήποτε νέα παρέμβαση μέσα στο 2026 θα ανταγωνιστεί για τον ίδιο δημοσιονομικό χώρο με τις εξαγγελίες που σχεδιάζονται για το 2027.
Υπάρχει επιπλέον ένας ακόμη περιορισμός. Η κυβέρνηση δεν αξιολογείται μόνο με βάση το πρωτογενές αποτέλεσμα. Πρέπει να παραμείνει εντός της επιτρεπόμενης πορείας των καθαρών πρωτογενών δαπανών, ενώ οι οίκοι αξιολόγησης μπαίνουν από τον Σεπτέμβριο σε νέο κύκλο κρίσεων για την ελληνική οικονομία. Επομένως, η δημοσιονομική υπεραπόδοση μπορεί να δώσει στην κυβέρνηση ευελιξία, όχι λευκή επιταγή.
Η συζήτηση μετατοπίζεται έτσι από το «πόσα υπάρχουν» στο πού θα χρησιμοποιηθούν. Η κυβέρνηση μπορεί να αξιοποιήσει το πρόσθετο περιθώριο για στοχευμένες μεταβιβάσεις και ενισχύσεις, οι οποίες έχουν μικρότερο μόνιμο δημοσιονομικό αποτύπωμα. Μπορεί όμως να επιλέξει να μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος του χώρου σε φορολογικές ελαφρύνσεις, επιχειρώντας να ενισχύσει μονιμότερα το διαθέσιμο εισόδημα.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη πολιτική επιλογή που θα πρέπει να κάνει η κυβέρνηση στη φετινής ΔΕΘ. Γιατί τα τελευταία στοιχεία δεν δείχνουν έναν προϋπολογισμό που μπορεί να χρηματοδοτήσει τα πάντα. Δείχνουν έναν προϋπολογισμό που έχει περιθώριο επιλογών, αλλά απαιτεί ιεράρχηση.
Πηγή: ot.gr




