Του Κώστα Κατίκου
Μέτρα για την αύξηση της απασχόλησης θα περιλαμβάνει το πακέτο των ενισχύσεων και φοροελαφρύνσεων που θα ανακοινωθεί από τον πρωθυπουργό στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, με τις παρεμβάσεις να επικεντρώνονται σε τρεις άξονες:
1. Στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους με περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών ίσως και κατά 1 μονάδα, ισομερώς κατανεμημένη (0,5% και 0,5%) σε εργοδότες και εργαζομένους.
2. Στην αύξηση του αφορολόγητου ορίου λόγω τέκνων, πιθανώς με έμφαση στα εισοδήματα έως 35.000 ευρώ.
3. Στην αύξηση του στεγαστικού αποθέματος για νέα ζευγάρια με ένα νέο πρόγραμμα, το “Σπίτι μου 3”, στο οποίο θα προβλέπεται επιδότηση επιτοκίου για την αγορά σπιτιού με έμφαση σε νέους αλλά και σε οικογένειες μεγαλύτερης ηλικίας (σ.σ.: στο “Σπίτι μου 2” οι δικαιούχοι μπορούσαν να είναι έως 50 ετών).
Παράλληλα όμως εξετάζεται και μια γενναία αύξηση στον κατώτατο μισθό για το 2027 που, εκτός από προεκλογική, θα είναι και η τελευταία χρονιά που ο κατώτατος μισθός θα καθοριστεί με απόφαση της κυβέρνησης, καθώς από το 2028 το ύψος του μισθού θα καθορίζεται με νέο μηχανισμό που θα λαμβάνει υπόψη την αγοραστική δύναμη των φτωχότερων εργαζομένων, την ακρίβεια και τους μέσους μισθούς στην οικονομία. Ενόψει της τελευταίας απόφασης που θα πάρει η κυβέρνηση για τον κατώτατο μισθό δεν αποκλείεται το σενάριο να αγγίξει και τα 1.000 ευρώ από τα 920 ευρώ που είναι τώρα.
Τα παραπάνω μέτρα έχουν έναν διττό στόχο: αφενός να δώσουν κίνητρα στις επιχειρήσεις για να αυξήσουν τις προσλήψεις και τους μισθούς των εργαζομένων και αφετέρου να βγάλουν από την αδράνεια ένα μεγάλο τμήμα του εργατικού δυναμικού, κυρίως νέους, οι οποίοι έχει παρατηρηθεί να μην σπουδάζουν αλλά και να μην συμμετέχουν στην απασχόληση.
Τα στοιχεία του συστήματος Εργάνη δείχνουν ότι οι νέοι έως 29 ετών αποτελούν ατμομηχανή της απασχόλησης, καθώς είναι η ηλικιακή ομάδα που μπορεί να δώσει μακροχρόνια ανάσα στο εργατικό δυναμικό και να καθυστερήσει ή ακόμη και να περιορίσει τις επιπτώσεις του δημογραφικού στα επόμενα χρόνια.
Τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ για την περίοδο 2023-2026 δείχνουν ότι οι ηλικίες 15-24 και 25-29 ετών διατηρούν σταθερά υψηλή συμβολή στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, επιβεβαιώνοντας ότι η ανανέωση του εργατικού δυναμικού αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς εργασίας.
Τον Μάιο του 2026 το συνολικό θετικό ισοζύγιο διαμορφώθηκε στις 132.730 νέες θέσεις εργασίας. Από αυτές, οι 34.205 προήλθαν από εργαζομένους ηλικίας 15-24 ετών και άλλες 18.879 από την ομάδα 25-29 ετών. Συνολικά, δηλαδή, οι νέοι έως 29 ετών συνέβαλαν με 53.084 νέες θέσεις εργασίας, δηλαδή με ποσοστό περίπου 40% στο σύνολο του θετικού ισοζυγίου.
Το 2023 οι δύο νεότερες ηλικιακές ομάδες είχαν δημιουργήσει συνολικά 34.837 καθαρές θέσεις εργασίας. Το 2024 η επίδοση αυξήθηκε στις 43.117 θέσεις, ενώ το 2025 καταγράφηκε νέο υψηλό με 50.688 καθαρές νέες θέσεις εργασίας.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η πορεία της ηλικιακής ομάδας 15-24 ετών. Το θετικό ισοζύγιο αυξήθηκε από 21.825 θέσεις τον Μάιο του 2023 σε 25.693 το 2024, στις 31.036 το 2025 και στις 34.205 το 2026. Πρόκειται για αύξηση μεγαλύτερη του 56% μέσα σε τέσσερα χρόνια.
Ανάλογη είναι η εικόνα και για την ηλικιακή ομάδα 25-29 ετών. Το ισοζύγιο διαμορφώθηκε στις 13.012 θέσεις το 2023, αυξήθηκε στις 17.424 το 2024, κορυφώθηκε στις 19.652 το 2025 και παρέμεινε σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα το 2026 με 18.879 νέες θέσεις εργασίας.
Οι εργαζόμενοι ηλικίας 30-44 ετών εμφάνισαν θετικό ισοζύγιο 38.312 θέσεων τον Μάιο του 2026, ενώ οι ηλικίες 45-64 ετών κατέγραψαν 38.335 νέες θέσεις. Ωστόσο, η ταχύτερη βελτίωση καταγράφεται στους νεότερους εργαζόμενους, γεγονός που δείχνει ότι οι επιχειρήσεις στρέφονται ολοένα περισσότερο στην πρόσληψη προσωπικού μικρότερων ηλικιών.
Η περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης στους νέους αποτελεί μεγάλο στοίχημα για την κυβέρνηση και για τον λόγο αυτόν θα ανακοινωθούν επιπλέον κίνητρα για την αύξηση της απασχόλησης κυρίως από τη δεξαμενή του εργατικού δυναμικού των νέων ηλικιών που βρίσκονται σε κατάσταση “εργασιακής αδράνειας”.
Τα οφέλη από τη μείωση εισφορών
Εάν επιλεγεί η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή μονάδα, αυτή θα εφαρμοστεί εξολοκλήρου στις εισφορές των εργοδοτών κατεβάζοντας το μη μισθολογικό τους κόστος. Αν όμως η μείωση φτάσει στη 1 μονάδα, σύμφωνα με σχετικές εισηγήσεις, αυτή θα μοιραστεί κατά 0,5% στις εργοδοτικές εισφορές και 0,5% στις εισφορές εργαζομένων. Με τον τρόπο αυτόν το όφελος θα είναι αμοιβαίο καθώς οι εργοδότες θα έχουν μείωση του μισθολογικού κόστους και οι εργαζόμενοι μια μικρή έμμεση αύξηση στις αποδοχές τους.
Για παράδειγμα, με τα σημερινά ποσοστά εργοδοτικών εισφορών (21,31%):
1. Εργαζόμενος των 1.200 ευρώ στοιχίζει στον εργοδότη του 1.455,72 ευρώ μαζί με τις εισφορές (1.200 ευρώ μισθός και 255,72 ευρώ οι εισφορές που καταβάλλει ο εργοδότης).
2. Εργαζόμενος των 1.500 ευρώ στοιχίζει στον εργοδότη του 1.819,65 ευρώ μαζί με τις εισφορές (1.500 ευρώ μισθός και 319,65 ευρώ οι εισφορές που καταβάλλει ο εργοδότης).
Με μείωση των εργοδοτικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα ο εργοδότης θα ωφεληθεί πληρώνοντας λιγότερες εισφορές κατά 6 ευρώ τον μήνα ανά εργαζόμενο με μισθό 1.200 ευρώ, κατά 7,5 ευρώ τον μήνα ανά εργαζόμενο με μισθό 1.500 ευρώ.
Τα ίδια οφέλη με έμμεσες αυξήσεις λόγω μείωσης των δικών τους ασφαλιστικών κρατήσεων θα έχουν και οι εργαζόμενοι στην περίπτωση που αποφασιστεί η μείωση των εισφορών να είναι κατά 1 ποσοστιαία μονάδα και να μοιραστεί σε εργοδότες και εργαζομένους κατά 0,5% και 0,5%.
Πηγή: capital.gr




