Η πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή κατοικία παραμένει σημαντικό εμπόδιο για την οικονομική ανεξαρτησία πολλών νέων στην Ελλάδα, σημειώνει ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) σε έκθεση που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα για την Ελλάδα.
Στην ανάλυση του ο Οργανισμός εντοπίζει έναν συνδυασμό μακροχρόνιων διαρθρωτικών παραγόντων στην ελληνική αγορά κατοικίας που περιορίζουν την οικονομικά προσιτή κατοικία. Αυτοί περιλαμβάνουν την απότομη μείωση της οικιστικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της κρίσης, την ανεπαρκή προσφορά οικονομικά προσιτών κατοικιών σε αστικές περιοχές υψηλής ζήτησης, τη γήρανση του κτιριακού αποθέματος και την περιορισμένη πρόσβαση σε στεγαστικά δάνεια.
Σημειώνει ταυτόχρονα ότι πιο πρόσφατα, οι πιέσεις που σχετίζονται με τον τουρισμό, η αυξανόμενη ζήτηση καθώς και οι αυξήσεις στα ενοίκια και τις τιμές των κατοικιών έχουν περιορίσει περαιτέρω τη δυνατότητα απόκτησης κατοικίας με προσιτό κόστος, ιδίως για τα νεότερα νοικοκυριά και στα αστικά κέντρα υψηλής ζήτησης.
Ως απάντηση, η κυβέρνηση έχει λάβει σημαντικά μέτρα τα τελευταία χρόνια για την ενίσχυση της αντιμετώπισης αυτών των προκλήσεων, προσθέτει ο Οργανισμός.
Όπως επισημαίνει, η στεγαστική πολιτική έχει εξελιχθεί από ένα σχετικά περιορισμένο και κατακερματισμένο σύνολο παρεμβάσεων σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που συνδυάζει τη στήριξη της ιδιοκατοίκησης, μέτρα για την αύξηση της προσφοράς οικονομικά προσιτών κατοικιών και προσπάθειες αξιοποίησης κενών ή υποαξιοποιούμενων κατοικιών. Επισημαίνει ταυτόχρονα τις βασικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες όπως το πρόγραμμα “Το Σπίτι μου” (My Home) και το “Το Σπίτι μου ΙΙ” (My Home II), καθώς και το πλαίσιο της “Κοινωνικής Αντιπαροχής”.
Συνολικά, ο Οργανισμός σημειώνει ότι η περαιτέρω αύξηση της προσφοράς οικονομικά προσιτών κατοικιών και κατοικιών κοινωνικής μίσθωσης, η βελτίωση της οικονομικής προσιτότητας και της ποιότητας στον ιδιωτικό τομέα ενοικίασης, καθώς και η στενή παρακολούθηση του αντικτύπου των υφιστάμενων μέτρων στήριξης της στέγασης (από την πλευρά της ζήτησης), θα ωφελούσαν τους νέους που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην αγορά κατοικίας.
Σημαντική βελτίωση μετά την κρίση
Συνολικά, ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική βελτίωση όσον αφορά την κατάσταση των νέων την τελευταία δεκαετία, μετά τη σοβαρή και παρατεταμένη ύφεση της δεκαετίας του 2010. Ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης της χώρας (2,1% το 2025) υπερβαίνει σταθερά τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (1,3%) τα τελευταία χρόνια, ενώ οι συνθήκες στην αγορά εργασίας έχουν βελτιωθεί σταδιακά. Το ποσοστό απασχόλησης των νέων (ηλικιακή ομάδα 15-29 ετών) αυξήθηκε από το χαμηλό επίπεδο του 26% το 2013 στο 36% το 2025, ενώ το ποσοστό ανεργίας των νέων μειώθηκε από το μέγιστο επίπεδο του 48,7% το 2013 στο 16,5% το 2025.
Το χάσμα μεταξύ των φύλων στην ανεργία των νέων, το οποίο κάποτε έφθανε τις εννέα ποσοστιαίες μονάδες, έχει περιοριστεί σημαντικά. Οι νέοι επιδεικνύουν έντονο ενδιαφέρον για την επιχειρηματικότητα, με το ποσοστό αυτοαπασχόλησης για τις ηλικίες 20-29 ετών να διαμορφώνεται στο 11% το 2025, ποσοστό που συγκαταλέγεται στα υψηλότερα εντός του ΟΟΣΑ.
Οι προκλήσεις
Για τους νέους στην Ελλάδα, η επίτευξη οικονομικής ανεξαρτησίας αποτελεί κεντρικό στοιχείο της μετάβασής τους στην ενήλικη ζωή. Ωστόσο, οι νέοι στην Ελλάδα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν διάφορες διαρθρωτικές προκλήσεις στην πορεία τους προς την οικονομική ανεξαρτησία, με τα αποτελέσματα να υπολείπονται ακόμη εκείνων των περισσότερων χωρών του ΟΟΣΑ. Τα ποσοστά απασχόλησης και ανεργίας των νέων παραμένουν συγκριτικά χαμηλά και οι μισθοί υπολείπονται των επιπέδων της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, καθώς μεγάλο μέρος των νέων εργαζομένων απασχολείται σε εποχιακές θέσεις εργασίας στον τουριστικό τομέα και αντιμετωπίζει το πρόβλημα της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων και αναγκών της αγοράς εργασίας.
Η επιχειρηματικότητα των νέων είναι διαδεδομένη, αλλά συχνά υπαγορεύεται από τις περιορισμένες ευκαιρίες απασχόλησης και όχι από ευκαιρίες που προσφέρει η αγορά. Οι πιέσεις αυτές στην αγορά εργασίας εντείνονται από ευρύτερες οικογενειακές και στεγαστικές συνθήκες: η γονιμότητα συνεχίζει να μειώνεται, η συμμετοχή στην προσχολική εκπαίδευση βελτιώνεται αλλά υπάρχουν περιθώρια σύγκλισης με τα επίπεδα του ΟΟΣΑ, ενώ η οικονομική προσιτότητα της κατοικίας παραμένει μείζον ζήτημα, καθώς οι περισσότεροι νέοι ενήλικες εξακολουθούν να διαμένουν με τους γονείς τους μέχρι τα τέλη της δεκαετίας των είκοσι, ερχόμενοι αντιμέτωποι με μια στενή αγορά ενοικίων και περιορισμένες δυνατότητες απόκτησης ιδιόκτητης κατοικίας.
Μεταρρυθμίσεις
Τα τελευταία χρόνια, η κυβέρνηση έχει λάβει σημαντικά μέτρα σε καθέναν από αυτούς τους τομείς πολιτικής για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των νέων. Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται μεταρρυθμίσεις για τον εκσυγχρονισμό των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης και την ενίσχυση της παροχής κατάρτισης, τη βελτίωση της ποιότητας και της συνάφειας της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, την ενίσχυση του οικοσυστήματος υποστήριξης νέων επιχειρηματιών, τη διεύρυνση της γονικής άδειας και της στήριξης για τη φροντίδα των παιδιών, την επέκταση της εισοδηματικής ενίσχυσης των οικογενειών, καθώς και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την αύξηση της προσφοράς οικονομικά προσιτών κατοικιών και κατοικιών κοινωνικής μίσθωσης.
Οι προσπάθειες αυτές αντικατοπτρίζουν την αυξανόμενη αναγνώριση της σημασίας της στήριξης της μετάβασης των νέων προς την οικονομική ανεξαρτησία και παρέχουν μια ισχυρή βάση για περαιτέρω δράση.
Η διατήρηση και η περαιτέρω ανάπτυξη αυτής της προόδου θα απαιτήσουν συντονισμένη δράση σε διάφορους τομείς πολιτικής, τονίζει ο ΟΟΣΑ και σημειώνει τα εξής:
-Η μείωση της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων προϋποθέτει συνεχιζόμενες επενδύσεις στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, ευρύτερη πρόσβαση στον επαγγελματικό προσανατολισμό και περισσότερες ευκαιρίες για τους νέους να συνδυάζουν σπουδές και εργασία.
-Η ενίσχυση της συμβουλευτικής ικανότητας της δημόσιας υπηρεσίας απασχόλησης και η αυστηρή αξιολόγηση των προγραμμάτων κατάρτισης και επιδότησης μισθού θα συμβάλουν ώστε η στήριξη να φτάνει σε εκείνους που τη χρειάζονται περισσότερο.
-Για τους νέους επιχειρηματίες, ο στενότερος συνδυασμός χρηματοδοτικής και μη χρηματοδοτικής στήριξης, σε συνδυασμό με την καλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση αρχικού σταδίου και σε πρότυπα επιχειρηματικότητας, θα βοηθούσε να μετατραπεί το ευρύ ενδιαφέρον για την επιχειρηματικότητα σε πιο βιώσιμες επιχειρήσεις με ουσιαστικό αντίκτυπο.
-Η οικογενειακή πολιτική θα επωφελούνταν από τη συνέχιση των προσπαθειών για τη βελτίωση της οικονομικής προσιτότητας και της ποιότητας της εκπαίδευσης και φροντίδας στην πρώιμη παιδική ηλικία, καθώς και από μέτρα που διασφαλίζουν ότι η εισοδηματική ενίσχυση συμβαδίζει με τις ανάγκες των οικογενειών με παιδιά.
Πηγή: capital.gr




