Η Άγκυρα και η Δύση: Επιστροφή ή Αποστροφή;

Η Άγκυρα και η Δύση: Επιστροφή ή Αποστροφή;

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

γράφει η Ινώ Αφεντούλη*

Η εντυπωσιακή διοργάνωση της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα έδωσε αφορμή σε αναλύσεις σχετικά με την «επιστροφή» της Τουρκίας στο δυτικό στρατόπεδο και στην απομάκρυνσή της από την επιδίωξη ανάπτυξης ενός αυτόνομου ρόλου ως περιφερειακής δύναμης στην περιοχή.

Συστατικό στοιχείο του ισλαμικού κινήματος που δημιούργησε το AKP είναι η αποστροφή προς τη Δύση

Είναι, όμως, έτσι; Θα επιδιώξουμε να τεκμηριώσουμε πως όχι, με τη βοήθεια ενός σημαντικού εργαλείου, του βιβλίου «New Turkey and the Far Right» (Bloomsbury Publishing, 2025) του Selim Koru, ενός εξαίρετου τούρκου αναλυτή της νέας γενιάς. Σε αυτό ο συγγραφέας αναπτύσσει με πολύ εμπεριστατωμένη ανάλυση τη νέα Τουρκία του Ερντογάν και γιατί αυτή δεν μπορεί να είναι μια δυτική Τουρκία.

Περιγράφει τη γέννηση του κινήματος που έφερε το συγκεκριμένο ιδεολογικό ρεύμα στην εξουσία, την εδραίωσή του και τις δυνάμεις που συνέβαλαν σε αυτό καθώς και την καθοριστική για την παραμονή του στην εξουσία συμμαχία με το MHP, το «Εθνικιστικό Κίνημα» του Ντεβλέτ Μπαχτσελί.

Συστατικό στοιχείο του ισλαμικού κινήματος που δημιούργησε το AKP με τη στήριξη ενός ισχυρότατου κοινωνικού ρεύματος είναι η αποστροφή προς τη Δύση και ό,τι αυτή εκφράζει. Η έννοια της «ressentiment», ένα μείγμα οργής, εχθρότητας, αποστροφής προς το δυτικό πρότυπο είναι η κινητήρια δύναμη, κατά τον Koru, πίσω από την εντυπωσιακή κατίσχυση του κυβερνώντος κόμματος και της αντοχής του επί δύο και πλέον δεκαετίες. Δεν πρόκειται μόνο για την αρχική αντίδραση στο κεμαλικό παρελθόν και την καταπίεση που άσκησε στο ισλαμικό στρατόπεδο επί δεκαετίες.

Πρόκειται για ιδεολογία, πολύ συγκροτημένη, υποστηριζόμενη από πλειοψηφία κοινωνικών δυνάμεων, όπως δείχνουν οι αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις που δεν έχουν αμφισβητηθεί από την αντιπολίτευση. Εχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με μια νέα Τουρκία. Επαιξε ρόλο η προσωπικότητα του Ερντογάν; Ασφαλώς, και πιθανότατα αν δεν υπήρχε η ανθεκτικότητα του AKP θα είχε δοκιμασθεί. Θα επηρεασθεί μετά την αποχώρησή του από την εξουσία; Πολύ πιθανό, επίσης, αλλά θα ήταν αφελές να πιστέψουμε ότι η πολιτική του παρακαταθήκη θα σβήσει και ότι η Τουρκία θα επιστρέψει στην προηγούμενη κατάσταση.

ΗΠΑ και ΕΕ: Διαφορετικές προσεγγίσεις

Με αυτά τα δεδομένα η Δύση, η Ευρώπη, και φυσικά η Ελλάδα και η Κύπρος θα πρέπει να αναγνώσουν τη νέα Τουρκία. Δεν ταυτίζονται οι προσεγγίσεις τους. Αν θεωρήσουμε τις ΗΠΑ ως τη χώρα που εκφράζει τη Δύση με όλες τις ενστάσεις που λόγω Τραμπ έχουν διατυπωθεί, η στάση τους έχει υπάρξει διαχρονικά διαφορετική από αυτήν της ΕΕ.

Η Τουρκία ως χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ είχε πάντα πολύ αγαστές σχέσεις με τις ΗΠΑ, παρά τις κατά καιρούς διακυμάνσεις, ειδικά την τελευταία εικοσαετία, λόγω του εγγενούς αντι-δυτικισμού του κυβερνώντος κόμματος και της καχυποψίας που καλλιεργήθηκε ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016, την υποτιθέμενη ασυλία που προσέφεραν στον Γκιουλέν, και την υπόθεση των S-400. Ωστόσο, εντός ΝΑΤΟ η Τουρκία ήταν πάντοτε μια πολύ αξιόπιστη σύμμαχος λόγω της προσφοράς στις επιχειρήσεις και τις δραστηριότητες της Συμμαχίας, συμπεριφερόμενη ως ίση έναντι ίσων. Δεν υπάρχουν δείγματα πως αυτό θα αλλάξει, αντιθέτως, ενισχύεται και λόγω Τραμπ.

Στην ΕΕ υπήρχε πάντοτε μια δυσπιστία έναντι της Τουρκίας παρά τη συμφωνία σύνδεσης που χρονολογείται από το 1964! Δημιουργήθηκε ένα πραγματικό παράθυρο ευκαιρίας με την αναγνώριση της Τουρκίας ως υποψήφιας χώρας το 1999 με την απόφαση της Συνόδου Κορυφής του Ελσίνκι, αποτέλεσμα της στρατηγικής επιλογής της κυβέρνησης Σημίτη. Η Κύπρος στην ΕΕ, η Τουρκία υποψήφια χώρα. Οι επόμενες κυβερνήσεις, ως γνωστόν, σε Αθήνα και Λευκωσία, εγκατέλειψαν αυτή τη σοφή επιλογή πιστεύοντας ότι και λόγω του διδύμου Σαρκοζί-Μέρκελ που δεν ήθελε την Τουρκία να πλησιάσει την ΕΕ, ο χρόνος θα την ακύρωνε.

Το διεθνές περιβάλλον

Ο χρόνος, όμως, είναι τιμωρός. Σήμερα, 27 χρόνια μετά το Ελσίνκι, ποια χώρα βρίσκεται σε ενισχυμένη γεωπολιτική θέση, η Ελλάδα, η Κύπρος ή η Τουρκία; Επειδή η απάντηση είναι προφανής, ας αφήσουμε και ένα περιθώριο αμφιβολίας. Η αστάθεια του διεθνούς περιβάλλοντος μπορεί τα επόμενα χρόνια να ανατρέψει αυτή τη δυσμενή ισορροπία. Αλλά το συμφέρον της Ελλάδας και της Κύπρου εξυπηρετείται καλύτερα από μια προβλέψιμη ή απρόβλεπτη Τουρκία;

Το αμέσως επόμενο διάστημα η ελληνική και η κυπριακή εξωτερική πολιτική θα αντιμετωπίσουν ένα δίλημμα: η ΕΕ, με δεδομένη τη διάθεση της πλειονότητας των χωρών-μελών και με επίσης δεδομένη την απαράδεκτη σιωπή τους για όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της Τουρκίας, επιθυμεί να αναβαθμίσει τόσο τη συνεργασία μαζί της στον αμυντικό τομέα όσο και την τελωνειακή ένωση. Εάν Ελλάδα και Κύπρος μπορούν να συμπήξουν μέτωπο με άλλες χώρες-μέλη για να ανατρέψουν αυτή την προοπτική, πιθανώς η στείρα άρνησή τους να είχε κάποιο νόημα. Μπορούν, όμως; Και ακόμη και αν μπορούσαν, θα συνέφερε μεσο-μακροπρόθεσμα η αντίθεση σε μια έστω και περιορισμένη αναβάθμιση των σχέσεων της Τουρκίας με την ΕΕ;

Η Ευρωπαϊκή Ενωση κινείται πλέον στη λογική των ενισχυμένων συνεργασιών. Με εξαίρεση χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, όπως η Αλβανία και το Μαυροβούνιο, διεύρυνση με μεγάλες χώρες όπως η Ουκρανία και η Τουρκία, που είναι υποψήφιες, θα ήταν απίθανο να συμβεί τα επόμενα χρόνια ειδικά αν στη Γαλλία ή τη Γερμανία επικρατήσουν δυνάμεις αντι-ευρωπαϊκές. Ηδη, όμως, αναζητούνται θεσμικές λύσεις για σχέσεις μη πλήρους ένταξης που θα εξυπηρετούν τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα στην Ευρώπη και την περιφέρειά της.

Αυτές οι λύσεις θα παρακάμπτουν δυστυχώς τα πολύ αυστηρά κριτήρια της Κοπεγχάγης που καθιστούσαν αδύνατη την ένταξη χωρών με σοβαρές αδυναμίες στους τομείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αρχών. Θα εισάγουν μια θεσμική αρχιτεκτονική περισσότερο πραγματιστική και επικεντρωμένη στις προτεραιότητες ασφάλειας και άμυνας. Στη λογική αυτή, των ομόκεντρων κύκλων, χώρες μη μέλη της ΕΕ, όπως η Βρετανία και η Τουρκία, πολύ πιθανώς και η Ουκρανία, να βρουν τη θέση τους λόγω των αμυντικών τους δυνατοτήτων.

Παράθυρο ευκαιρίας;

Αυτή η προοπτική ανοίγει παράθυρο ευκαιρίας για μια «νέα σελίδα» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις; Ναι, αν υποστηριχθεί από μια επιχειρηματολογία που να μπορεί να βρει ευήκοα ώτα στους εταίρους μας στην ΕΕ. Οι τελευταίοι κατά πλειοψηφία προσλαμβάνουν τη διαφορά, κατ’ εμάς, τις διαφορές, κατά την Τουρκία, ως επιλύσιμες. Και δεν αποδίδουν την ευθύνη για τη μη επίλυση μόνο στην Αγκυρα. Επομένως, η ελληνική διπλωματία θα πρέπει να ανανεώσει το οπλοστάσιό της. Εάν η ΕΕ επιθυμεί την αναβάθμιση των σχέσεών της με την Τουρκία θα πρέπει να τη δεσμεύσει – όχι μόνο θεωρητικά όπως συμβαίνει με τις περιοδικές της εκθέσεις – να εγκαταλείψει τον αναθεωρητισμό της. Χρειάζεται με άλλα λόγια αυτό που αποκαλείται «grand bargain». Δεν θα είναι εύκολο ούτε απλό, αλλά αν υπάρξει ελληνική συναίνεση θα μπορούσε να καταστεί ρεαλιστικό.

Το προηγούμενο της Ρωσίας, καλώς ή κακώς, είναι πολύ διδακτικό. Η Τουρκία, όπως επισημαίνεται από τον Selim Koru, παρά την υποστήριξή της στην Ουκρανία, κατανοεί τη ρωσική επιχειρηματολογία. Ο Ιμπραήμ Καλίν, εκπρόσωπος της τουρκικής προεδρίας τότε και σήμερα επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών, σε σειρά συνεντεύξεών του είχε αναφέρει ότι αιτία της ρωσικής εισβολής ήταν η αδιαλλαξία της Δύσης να κατανοήσει την αλλαγή των συνθηκών για την οποία έκανε λόγο η Ρωσία.

Σε μία μάλιστα από αυτές είχε κάνει την παραλληλία μεταξύ των ρωσικών επιδιώξεων και των τουρκικών στην Ανατολική Μεσόγειο, λέγοντας χαρακτηριστικά πως η απόδοση των νησιών του Αιγαίου στην Ελλάδα έγινε μετά τη λήξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου όταν η Τουρκία ήταν αδύναμη, ενώ η χώρα μας υποστηρίχθηκε από τη Δύση. Είναι λογικό, προσέθετε, σήμερα που οι συνθήκες έχουν αλλάξει και αυτό το καθεστώς ν’ αλλάξει (Face to Face withMurat Cisek, 24TV, 11.10.2022).

Στην ελληνική δημόσια συζήτηση η βελόνα είναι δυστυχώς κολλημένη στο 1974, ενώ σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια υπαρξιακών διαστάσεων αλλαγή συνθηκών. Η έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία θα κρίνει και τις σχέσεις της Ευρώπης με τη Ρωσία, κυρίως αν θα συνεχίσουν να είναι πολεμικές, κάτι που δεν συμφέρει μακροπρόθεσμα την ΕΕ, ή αν θα μπορέσει να βρεθεί ένα πλαίσιο ειρηνικής συνύπαρξης. Χώρες αναθεωρητικές, όπως η Τουρκία, θα βγάλουν τα συμπεράσματά τους. Είναι για τον λόγο αυτό αναγκαία συνθήκη να μην αποκολληθεί από ένα πλαίσιο που να μπορεί να συγκρατεί τον δεδομένο αντι-δυτικισμό και τον αναθεωρητικό της χαρακτήρα (βλ. ένθετο).

Στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου, το 1947 επί προεδρίας Τρούμαν, η αμερικανική διπλωματία υιοθέτησε την εισήγηση του κορυφαίου λειτουργού της, George Kennan, για συγκράτηση (containment) αντί της σύγκρουσης με τη Σοβιετική Ενωση. Η πολιτική αυτή εξασφάλισε ειρήνη στην Ευρώπη επί δεκαετίες. Οι συγγραφείς της νέας ευρωπαϊκής μεγάλης στρατηγικής που βρίσκεται υπό επεξεργασία θα έπρεπε ίσως να αναζητήσουν το περίφημο άρθρο που με την υπογραφή «Χ» είχε δημοσιεύσει ο Kennan στην επιθεώρηση Foreign Affairs και να αντλήσουν διδάγματα.

* Η Ινώ Αφεντούλη είναι επικεφαλής του Παρατηρητηρίου Γεωπολιτικής και Διπλωματίας, ΕΛΙΑΜΕΠ

Premium έκδοση «Τα ΝΕΑ»

Πηγή: in.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ