Του Χάρη Φλουδόπουλου
Μια “τέλεια ενεργειακή καταιγίδα” βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη στην Ευρώπη, αποκαλύπτοντας με τον πλέον εμφατικό τρόπο ότι η ενεργειακή ασφάλεια της ηπείρου δεν εξαρτάται πλέον μόνο από τη γεωπολιτική και την επάρκεια καυσίμων. Καύσωνες, παρατεταμένη ξηρασία, χαμηλές στάθμες ποταμών, προβλήματα στην πυρηνική και υδροηλεκτρική παραγωγή και ασθενέστερη παραγωγή από αιολικά συμπίπτουν χρονικά με τις αναταράξεις στις διεθνείς αγορές φυσικού αερίου, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά δύσκολο μείγμα.
Το μήνυμα που εκπέμπουν πλέον παράγοντες της ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς είναι ότι η Ευρώπη έχει καθυστερήσει. Και ότι ο χρόνος για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του ηλεκτρικού συστήματος εξαντλείται.
Πίεση ταυτόχρονα σε ζήτηση και προσφορά
Το ιδιαίτερα ανησυχητικό χαρακτηριστικό της τρέχουσας συγκυρίας είναι ότι η ακραία ζέστη χτυπά ταυτόχρονα και τις δύο πλευρές της αγοράς. Από τη μία πλευρά αυξάνει κατακόρυφα τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για κλιματισμό. Από την άλλη περιορίζει τη διαθεσιμότητα παραγωγικών μονάδων ακριβώς τη στιγμή που το σύστημα τις χρειάζεται περισσότερο.
Η θερμική παραγωγή –πυρηνικά, άνθρακας και φυσικό αέριο– είναι ευάλωτη στις υψηλές θερμοκρασίες, καθώς το θερμότερο νερό ψύξης, οι χαμηλές στάθμες των ποταμών και η πτώση της απόδοσης των μονάδων περιορίζουν την παραγωγή.
Στη Γαλλία, οι περιορισμοί που συνδέονται με τον καύσωνα εκτιμάται ότι μπορούν να επηρεάσουν έως και 7,3 GW πυρηνικής ισχύος, δηλαδή περίπου το 12% του πυρηνικού στόλου της χώρας. Στην Πολωνία, περίπου 1,3 GW ανθρακικής παραγωγής έχουν τεθεί υπό πίεση εξαιτίας της χαμηλής στάθμης του Βιστούλα, που δυσχεραίνει την ψύξη των μονάδων.
Ταυτόχρονα, η ξηρασία μειώνει την υδροηλεκτρική παραγωγή, ενώ τα παρατεταμένα συστήματα υψηλών πιέσεων μπορούν να περιορίσουν δραματικά και την αιολική παραγωγή. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, η παραγωγή των αιολικών κατά τη διάρκεια του τρέχοντος καύσωνα προβλέπεται περίπου 60% χαμηλότερη από τα εποχικά φυσιολογικά επίπεδα.
Στο “κόκκινο” η Νοτιοανατολική Ευρώπη
Το πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, όπου η ενεργειακή κρίση βαθαίνει. Η Ρουμανία προχωρά πλέον σε πλήρη διακοπή του πυρηνικού σταθμού Cernavoda, καθώς τίθεται εκτός λειτουργίας και ο δεύτερος αντιδραστήρας, ισχύος περίπου 680 MW, λόγω της περαιτέρω υποχώρησης της στάθμης του Δούναβη και των υψηλών θερμοκρασιών του νερού ψύξης.
Η πρώτη μονάδα, ισχύος περίπου 650 MW, βρίσκεται ήδη εκτός λειτουργίας από τις 31 Ιουλίου. Έτσι, η Ρουμανία χάνει συνολικά περίπου 1,35 GW, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 20% της ηλεκτροπαραγωγής της.
Η εξέλιξη ανεβάζει στο 48% το ποσοστό της πυρηνικής ισχύος που βρίσκεται εκτός λειτουργίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, από περίπου 37% προηγουμένως, επιδεινώνοντας ακόμη περισσότερο το περιφερειακό ισοζύγιο.
Η πίεση είναι τέτοια ώστε η ρουμανική κυβέρνηση έδωσε εντολή για ενεργοποίηση ανθρακικής μονάδας 310 MW στο Oltenia Energy Complex, ενώ έχει ζητηθεί συνδρομή από την Κομισιόν και τον ENTSO-E.
Επιστροφή στο ακριβό φυσικό αέριο
Οι περιορισμοί σε πυρηνικά και υδροηλεκτρικά αναγκάζουν πολλές ευρωπαϊκές αγορές να στραφούν περισσότερο στο φυσικό αέριο. Πρόκειται όμως για μια εξαιρετικά δυσμενή χρονική συγκυρία, καθώς το καύσιμο παραμένει εκτεθειμένο στις γεωπολιτικές αναταράξεις και οι τιμές του έχουν κινηθεί ξανά πάνω από τα 60 ευρώ/MWh.
Στην Ιταλία και την Ισπανία η ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο έχει αυξηθεί κατά 28% σε σχέση με πέρυσι, στη Γαλλία κατά 89%, στη Βρετανία κατά 12% και στο Βέλγιο κατά 32%.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: η ζέστη αυξάνει τη ζήτηση, η ξηρασία περιορίζει υδροηλεκτρικά και πυρηνικά, οι άνεμοι υποχωρούν σε ορισμένες αγορές και το κενό καλύπτεται από ακριβότερες θερμικές μονάδες, την ώρα που το φυσικό αέριο βρίσκεται και πάλι αντιμέτωπο με γεωπολιτικό premium.
Το κόστος της ευρωπαϊκής καθυστέρησης
Η κρίση φέρνει ξανά στην επιφάνεια τις καθυστερήσεις της Ευρώπης στην ανάπτυξη των υποδομών που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ασπίδα απέναντι σε τέτοιες συνθήκες. Η ενεργειακή μετάβαση δεν αφορά πλέον μόνο τη μείωση των εκπομπών CO2. Αφορά ολοένα περισσότερο τη φυσική ανθεκτικότητα του ηλεκτρικού συστήματος.
Η συνταγή που προτάσσεται από την αγορά είναι σαφής: ταχύτερη ανάπτυξη φωτοβολταϊκών, τόσο σε επίπεδο αυτοπαραγωγής όσο και μεγάλης κλίμακας, επιτάχυνση των μεγάλων συστημάτων αποθήκευσης με μπαταρίες, περισσότερα χερσαία αιολικά στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και περισσότερες ΑΠΕ στα Δυτικά Βαλκάνια.
Κρίσιμη θεωρείται παράλληλα η ενίσχυση των δικτύων και των διασυνοριακών διασυνδέσεων, ώστε η φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια να μπορεί να μεταφέρεται εκεί όπου υπάρχει έλλειμμα, καθώς και η δημιουργία πρωτοκόλλων απόκρισης της ζήτησης για περιόδους κρίσης.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η αξιοποίηση των εσόδων του ETS για επενδύσεις στην ενεργειακή μετάβαση, στα δίκτυα, στην αποθήκευση, στις καθαρές τεχνολογίες και στην ανθεκτικότητα των υποδομών.
Η ταχύτητα υλοποίησης αυτών των επενδύσεων μετατρέπεται πλέον η ίδια σε παράμετρο ενεργειακής ασφάλειας.
Η ελληνική εξαίρεση
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η Ελλάδα εμφανίζει προς το παρόν σαφώς καλύτερη εικόνα από τη γειτονιά της. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραμένει ανεπηρέαστη: η μέση τιμή χονδρικής για τις πρώτες 13 ημέρες του Αυγούστου βρίσκεται περίπου στα 120 ευρώ/MWh, έναντι 109,95 ευρώ/MWh τον Ιούλιο, καταγράφοντας αύξηση περίπου 9%.
Ωστόσο, η απόσταση από τις υπόλοιπες αγορές της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης είναι μεγάλη. Στις πρώτες 13 ημέρες του Αυγούστου η Ιταλία βρίσκεται περίπου στα 182 ευρώ/MWh, Σλοβενία και Σλοβακία στα 152 ευρώ, Ουγγαρία στα 151 ευρώ, Ρουμανία στα 150 ευρώ, Αυστρία στα 144 ευρώ, Βουλγαρία στα 136 ευρώ και Τσεχία στα 134 ευρώ/MWh.
Η Ελλάδα, με περίπου 120 ευρώ/MWh, βρίσκεται χαμηλότερα από όλες τις παραπάνω αγορές.
Καθοριστικό ρόλο στην ελληνική εικόνα παίζει η υψηλή παραγωγή των ΑΠΕ. Με φωτοβολταϊκά και αιολικά να λειτουργούν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, η πράσινη παραγωγή φθάνει περίπου στο 65% του εγχώριου μείγματος και τις 148 GWh, επίδοση που αποτελεί τη δεύτερη υψηλότερη ιστορικά στην ελληνική αγορά μετά τις 154 GWh της 31ης Ιουλίου.
Το φυσικό αέριο περιορίζεται περίπου στις 59 GWh ή στο 25% του μείγματος, τα υδροηλεκτρικά στις 11,7 GWh ή περίπου 5% και οι λιγνίτες στις 9 GWh ή 3,8%.
Παράλληλα, η Ελλάδα εξάγει σημαντικές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας προς τη Βουλγαρία. Η διαφορά των περίπου 43 ευρώ/MWh μεταξύ των δύο αγορών γεμίζει τη διασύνδεση, με αποτέλεσμα να δημιουργείται συμφόρηση και οι υψηλότερες τιμές της βουλγαρικής και κατ’ επέκταση της ρουμανικής αγοράς να μη μεταφέρονται πλήρως στην Ελλάδα.
Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο μάθημα της τρέχουσας κρίσης. Η μεγάλη διείσδυση ΑΠΕ μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρή ασπίδα απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις. Δεν αρκεί όμως από μόνη της.
Η Ελλάδα χρειάζεται ταχύτερη ανάπτυξη αποθήκευσης, ισχυρότερα δίκτυα και νέες διασυνδέσεις, ώστε το σημερινό πλεονέκτημα να αποκτήσει μονιμότερα χαρακτηριστικά. Γιατί η “τέλεια καταιγίδα” που πλήττει σήμερα την Ευρώπη δείχνει τι μπορεί να ακολουθήσει τα επόμενα καλοκαίρια.
Και το βασικό μήνυμα για τις Βρυξέλλες είναι πλέον δύσκολο να αγνοηθεί: κλιματική ανθεκτικότητα, ενεργειακή ασφάλεια, εξηλεκτρισμός και βιομηχανική ανταγωνιστικότητα δεν αποτελούν τέσσερις διαφορετικές πολιτικές. Αποτελούν μία και την ίδια ατζέντα. Και σε αυτή την ατζέντα, η ταχύτητα έχει μετατραπεί σε κρίσιμο παράγοντα ενεργειακής ασφάλειας.
Πηγή: capital.gr





