Η Μαροκινή ματιά στην κρίση της Θέουτα: «Δεν αποδεικνύεται ότι το Ραμπάτ οργάνωσε τις μαζικές διελεύσεις»

Η Μαροκινή ματιά στην κρίση της Θέουτα: «Δεν αποδεικνύεται ότι το Ραμπάτ οργάνωσε τις μαζικές διελεύσεις»

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Η μαζική κίνηση δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων προς τη Θέουτα αιφνιδίασε τις αρχές, πυροδότησε σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση στην Ισπανία και επανέφερε τις κατηγορίες περί «εργαλειοποίησης» του Μεταναστευτικού από το Μαρόκο. Ο Ουισάμ Ελ Μπουζνταϊνί, διευθυντής σύνταξης του μαροκινού οικονομικού και ενημερωτικού μέσου Médias24, παρουσιάζει στο in τη μαροκινή ανάγνωση της κρίσης. Υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής αποδείξεις οργανωμένης επιχείρησης από το Ραμπάτ και στρέφει την προσοχή στη δύναμη των διαδικτυακών φημών, στα κυκλώματα διακινητών και στα μηνύματα που εξέπεμψε η ισπανική μεταναστευτική πολιτική.

«Η έκταση αποτέλεσε έκπληξη»

Από μαροκινή σκοπιά, η πρωτοφανής έκταση του μεταναστευτικού κύματος προς τη Θέουτα –ή Σεμπτά, όπως ονομάζεται στο Μαρόκο– αποτέλεσε έκπληξη, εξηγεί ο Ουισάμ Ελ Μπουζνταϊνί.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα πιο αυστηρά επιτηρούμενα σύνορα της Μεσογείου. Οι δύο πλευρές έχουν αναπτύξει τα τελευταία χρόνια στενή συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας, την οποία αναγνώρισαν δημοσίως τόσο η ισπανική κυβέρνηση όσο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει, υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια. Προγενέστερες αποφάσεις της ισπανικής Δικαιοσύνης είχαν κρίνει ότι όσοι φθάνουν στη Θέουτα από τη θάλασσα δεν μπορούν να υπάγονται αυτομάτως στο καθεστώς των άμεσων επαναπροωθήσεων που εφαρμόζεται στις περιπτώσεις παραβίασης των χερσαίων φραχτών. Παράλληλα, απόφαση του ισπανικού Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις 8 Ιουλίου 2026, ενίσχυσε τις εγγυήσεις προστασίας των ασυνόδευτων αλλοδαπών ανηλίκων.

Σύμφωνα με τον μαροκινό δημοσιογράφο, αυτές οι σύνθετες νομικές εξελίξεις απλουστεύθηκαν και παραποιήθηκαν στα κοινωνικά δίκτυα. Διαδόθηκε έτσι η εντύπωση ότι η είσοδος στη Θέουτα ισοδυναμούσε με αυτόματη εξασφάλιση παραμονής στην Ισπανία.

«Το νομικό περιεχόμενο μετατράπηκε στα κοινωνικά δίκτυα σε ένα πολύ απλούστερο και παραπλανητικό μήνυμα: ότι όποιος καταφέρει να μπει στη Θέουτα θα μπορέσει να παραμείνει στην Ισπανία», αναφέρει.

Ο Ελ Μπουζνταϊνί απορρίπτει την εκτίμηση ότι οι μαροκινές αρχές είχαν χαλαρώσει σκόπιμα την επιτήρηση των συνόρων. Επικαλείται τις εξηγήσεις Μαροκινών αξιωματούχων, σύμφωνα με τις οποίες περίπου 24.000 στελέχη των δυνάμεων ασφαλείας έχουν αναπτυχθεί κατά μήκος των βόρειων ακτών της χώρας, ενώ περισσότερες από 150.000 απόπειρες διέλευσης αποτράπηκαν τα τελευταία δύο χρόνια.

Όπως υποστηρίζει, οι δυνάμεις ασφαλείας κατάφερναν επί εβδομάδες να περιορίζουν τις κινήσεις, μέχρι τη στιγμή που δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κατευθύνθηκαν ταυτόχρονα προς τα σύνορα και τις ακτές.

«Καμία συνοριακή γραμμή δεν είναι εντελώς αδιαπέραστη όταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κινούνται ταυτόχρονα», σημειώνει, παραπέμποντας και στην ελληνική εμπειρία του 2015, όταν περισσότεροι από 800.000 πρόσφυγες και μετανάστες έφθασαν στα ελληνικά νησιά μέσω του Αιγαίου.

Κατά τον ίδιο, οι εμπειρίες της Λέσβου και του Έβρου αποδεικνύουν πόσο δύσκολο είναι να αντιμετωπιστούν σε πραγματικό χρόνο μαζικές μετακινήσεις που ενισχύονται από τα δίκτυα διακινητών, τις ψευδείς πληροφορίες και τις διαδικτυακές εκστρατείες.

Οι κατηγορίες περί εργαλειοποίησης

Η ισπανική αντιπολίτευση κατηγόρησε το Ραμπάτ ότι χρησιμοποίησε για μία ακόμη φορά τις μεταναστευτικές ροές ως μέσο πολιτικής πίεσης. Στο Μαρόκο, ωστόσο, αυτή η ανάγνωση αντιμετωπίζεται κυρίως ως μέρος της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ισπανία.

Ο διευθυντής σύνταξης του Médias24 αναγνωρίζει ότι η κρίση του 2021 δημιούργησε ένα προηγούμενο, το οποίο εξηγεί γιατί οι υποψίες στράφηκαν σχεδόν αυτομάτως προς το Ραμπάτ. Θεωρεί, όμως, ότι για τα γεγονότα του Ιουλίου του 2026 δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι μαζικές διελεύσεις οργανώθηκαν σκόπιμα από το μαροκινό κράτος.

«Οι δυνάμεις ασφαλείας προσπάθησαν να συγκρατήσουν το πλήθος, στάλθηκαν ενισχύσεις και η συντριπτική πλειονότητα όσων εισήλθαν στη Θέουτα επέστρεψε στη συνέχεια στο Μαρόκο», τονίζει.

Θέτει, παράλληλα, το ερώτημα ποιο πολιτικό όφελος θα μπορούσε να αποκομίσει το Ραμπάτ από μία τόσο σοβαρή κρίση. Το αποκορύφωμα των γεγονότων συνέπεσε με την 30ή Ιουλίου, την Ημέρα του Θρόνου, και ακολούθησε την ομιλία του βασιλιά Μοχάμεντ ΣΤ΄ για τη σταθερότητα, την ανάπτυξη και την εμπιστοσύνη στο μέλλον της χώρας.

Οι εικόνες χιλιάδων Μαροκινών που επιχειρούσαν να εγκαταλείψουν τη χώρα υπονόμευαν αυτό ακριβώς το μήνυμα. «Το πολιτικό όφελος για το Ραμπάτ δεν είναι καθόλου προφανές. Αντίθετα, οι εικόνες του χάους έπληξαν την εικόνα του Μαρόκου», επισημαίνει.

Η απόφαση της Ισπανίας για τις νομιμοποιήσεις

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει ο Ελ Μπουζνταϊνί και στην απόφαση της ισπανικής κυβέρνησης να προχωρήσει στη νομιμοποίηση περίπου μισού εκατομμυρίου μεταναστών.

Όπως διευκρινίζει, θα ήταν υπερβολικό να αποδοθεί αποκλειστικά σε αυτήν η κρίση της Θέουτα. Εκτιμά, ωστόσο, ότι η εξαγγελία άσκησε ισχυρή συμβολική έλξη και μπορούσε εύκολα να αξιοποιηθεί από διακινητές.

«Όταν μία χώρα ανακοινώνει ότι θα χορηγήσει άδεια διαμονής και εργασίας σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που εισήλθαν ή παρέμειναν παράτυπα στην επικράτειά της, το μήνυμα μπορεί να παραμορφωθεί. Αυτό που τελικά ακούγεται είναι: “Αν καταφέρετε να μπείτε στην Ισπανία, αργά ή γρήγορα θα νομιμοποιηθείτε”», εξηγεί.

Η ρύθμιση δεν αφορούσε, πάντως, τους νεοεισερχόμενους του Ιουλίου. Μεταξύ άλλων, απαιτούσε παρουσία στην Ισπανία πριν από την 1η Ιανουαρίου 2026 και τουλάχιστον πέντε μήνες συνεχούς παραμονής. Η ουσία του προβλήματος, κατά τον Μαροκινό δημοσιογράφο, δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενο του νόμου, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτός ερμηνεύτηκε και διαδόθηκε.

Η Μαδρίτη, προσθέτει, έχει το κυριαρχικό δικαίωμα να καθορίζει τη μεταναστευτική πολιτική της. Μια απόφαση τέτοιας κλίμακας, όμως, αναπόφευκτα επηρεάζει τις γειτονικές χώρες και, κατά την άποψή του, θα έπρεπε να είχε προηγηθεί στενότερη συνεννόηση με το Μαρόκο.

«Η Ευρώπη δεν μπορεί να αφήνει μόνους τους εταίρους της»

Σχετικά με τις αντιδράσεις ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και τις προτάσεις για περιορισμό ή αναστολή της συμμετοχής της Ισπανίας στη Ζώνη Σένγκεν, ο Ελ Μπουζνταϊνί εκτιμά ότι πρόκειται πρωτίστως για εσωτερική συζήτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Θεωρεί, ωστόσο, ότι η κρίση αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα: η προστασία των εξωτερικών συνόρων της Ευρώπης δεν μπορεί να βαρύνει αποκλειστικά το κράτος-μέλος που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή και τον γειτονικό του εταίρο στη νότια Μεσόγειο.

«Η Ελλάδα υπερασπίζεται εδώ και χρόνια αυτή την αρχή. Όταν ένα κράτος πρώτης γραμμής δέχεται εξαιρετική πίεση, η απάντηση πρέπει να είναι η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και όχι η άμεση αναζήτηση ενός ενόχου», παρατηρεί.

Κατά τον ίδιο, η ΕΕ δεν μπορεί να ζητά από τους μεσογειακούς εταίρους της να συμβάλλουν στην προστασία των ευρωπαϊκών συνόρων και να τους αφήνει μόνους όταν η πίεση γίνεται ακραία. Χρειάζεται ενίσχυση της επιτήρησης, καταπολέμηση των διακινητών και κυρίως επενδύσεις στην οικονομική ανάπτυξη των περιοχών προέλευσης.

Ανθεκτικές οι σχέσεις Μαρόκου–Ισπανίας

Παρά τη σφοδρότητα της κρίσης, ο Ελ Μπουζνταϊνί δεν πιστεύει ότι οι σχέσεις Μαρόκου και Ισπανίας θα υποστούν μόνιμη ρήξη. Οι δύο χώρες συνδέονται με ισχυρά γεωγραφικά, εμπορικά και κοινωνικά συμφέροντα, συνεργάζονται στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και της παράτυπης μετανάστευσης και πρόκειται να συνδιοργανώσουν –μαζί με την Πορτογαλία– το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου του 2030.

Η σχέση τους πέρασε μία περίοδο βαθιάς έντασης με επίκεντρο το ζήτημα της Δυτικής Σαχάρας, το οποίο κατέχει κεντρική θέση στη μαροκινή αντίληψη περί εθνικής κυριαρχίας. Μετά τη μεταβολή της ισπανικής στάσης το 2022, όμως, Μαδρίτη και Ραμπάτ οικοδόμησαν μια περισσότερο πραγματιστική συνεργασία.

«Η κρίση μπορεί να προκαλέσει εντάσεις, αλλά δεν πιστεύω ότι θα ανατρέψει μακροπρόθεσμα την προσέγγιση των δύο χωρών», καταλήγει ο διευθυντής σύνταξης του Médias24.

Κατά την άποψή του, εκείνο που απαιτείται είναι η διόρθωση των νομικών και επιχειρησιακών αδυναμιών, η δημιουργία αποτελεσματικότερων μηχανισμών έγκαιρης προειδοποίησης και ο στενότερος συντονισμός για αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν τις μεταναστευτικές διαδρομές.

«Χωρίς τον συνδυασμό μιας νομολογίας που παρερμηνεύτηκε, των διαδικτυακών φημών, των δικτύων διακινητών και μιας αιφνίδιας μαζικής κινητοποίησης, η κρίση πιθανότατα δεν θα είχε λάβει τέτοιες διαστάσεις. Η συνεργασία Μαρόκου και Ισπανίας δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί. Πρέπει να ενισχυθεί».

*Ο Ουισάμ Ελ Μπουζνταϊνί είναι διευθυντής σύνταξης του μαροκινού ενημερωτικού μέσου Médias24.

Πηγή: in.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ