Του Τάσου Δασόπουλου
Άμεση αλλά και έμμεση αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ θα έχουμε με την επέκταση της εθνικής ρήτρας διαφυγής και για την ενέργεια, με πρόσθετες δαπάνες 1 δισ. ευρώ σε επενδύσεις ενεργειακής ανθεκτικότητας μέχρι και το 2028.
Τα έργα αυτά θα χρηματοδοτηθούν από εθνικούς πόρους και εξαιρούνται από το όριο αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών του ευρωπαϊκού πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης, όπως άλλωστε και η αύξηση των αμυντικών δαπανών για το 2027, ενώ αποτελούν για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή απόκτηση κεφαλαίου και άρα αυξάνουν το ΑΕΠ.
Όπως είναι φυσικό, οι δαπάνες για ανθεκτικότητα από τις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών ενέργειας είναι δημόσιες δαπάνες οι οποίες γίνονται για το σχηματισμό κεφαλαίου. Έτσι εκτός από την ταχύτερη μετάβαση σε ένα πιο σταθερό ενεργειακό περιβάλλον, οι επενδύσεις αυτές θα είναι ωφέλιμες και δημοσιονομικά αυξάνοντας το ΑΕΠ και μειώνοντας το δημόσιο χρέος.
Παράλληλα, η ισόποση μείωση των πρωτογενών δαπανών θα δώσει ένα ακόμη περιθώριο για πρόσθετες θετικές παρεμβάσεις τα επόμενα δύο χρόνια, με τη μορφή της μείωσης φόρων ή εισοδηματικών ενισχύσεων, αν βέβαια υπάρχει και ο απαραίτητος δημοσιονομικός χώρος.
Νέες παρεμβάσεις
Αν οι δαπάνες που θα γίνουν τον επόμενο χρόνο για έργα ενεργειακής ανθεκτικότητας φτάσουν τα 550 – 600 εκατ. ευρώ -όπως αναμένεται- και οι αμυντικές δαπάνες αυξηθούν όπως είναι προγραμματισμένο κατά 600 εκατ. ευρώ, η Ελλάδα θα έχει ισόποση μείωση των πρωτογενών δαπανών για τον επόμενο χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι θα έχει πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο για νέες μόνιμες παρεμβάσεις, χωρίς να ανησυχεί για τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες, αφού το ξεκαθάρισμα του λογαριασμού -ο οποίος έχει ανοίξει από πέρυσι- αναμένεται να γίνει μετά το 2028.
Διπλή αξιοποίηση
Η Ελλάδα δείχνει να θέλει να εκμεταλλευτεί και τις δύο εκδοχές της ρήτρας διαφυγής.
Σε ό,τι αφορά τις αμυντικές δαπάνες, για την Ελλάδα η σχετική ρήτρα διαφυγής ήρθε την κατάλληλη στιγμή που η χώρα ξεδίπλωσε ένα τεράστιο εξοπλιστικό πρόγραμμα. Λίγο καιρό μετά τις αποφάσεις για επανεξοπλισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες είναι και μέλη του ΝΑΤΟ (πλην της Ισπανίας η οποία διαφώνησε και στη σύνοδο της Άγκυρας) συμφώνησαν να αυξήσουν τις ελάχιστες ετήσιες αμυντικές δαπάνες για τις ανάγκες της συμμαχίας από το 2% του ΑΕΠ, όπως ίσχυε μέχρι πέρσι το καλοκαίρι, στο 5% του ΑΕΠ. Ειδικότερα, η δέσμευση αφορά την αύξηση των δαπανών για αμυντικό εξοπλισμό και έρευνα από το 2% του ΑΕΠ στο 3,5% του ΑΕΠ και την επένδυση κάθε χρόνο σε υποδομές διττής χρήσης επιπλέον 1,5% του ΑΕΠ.
Οι επιπλέον αυτές δαπάνες θα γίνουν αφορμή να έχουν ακόμη μεγαλύτερη μείωση του χρέους (η τουλάχιστον επιβράδυνση της αύξησης του) για όσους πετύχουν αυτό το νέο όριο δαπανών, κάτι που προς το παρόν δεν συμβαίνει και είναι αμφίβολο αν θα συμβεί και στο μέλλον.
Τώρα, κατά τη δεύτερη φάση της ρήτρας διαφυγής η οποία αφορά τις ενεργειακές υποδομές, η Ελλάδα δείχνει ξανά να προηγείται στην ΕΕ, επιδιώκοντας διπλό κέρδος: την επιτάχυνση της ενεργειακής ενίσχυσης της χώρας η οποία εξαρτάται ακόμη σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, αλλά και τη μεγαλύτερη ευελιξία σε ότι αφορά πακέτα θετικών παρεμβάσεων τα οποία θα αφήσουν οριστικά στο παρελθόν τις υποχρεώσεις των προγραμμάτων διάσωσης.
Διαβάστε ακόμη:
Υποβλήθηκε το αίτημα για την ενεργοποίηση της ρήτρας διαφυγής για την ενεργειακή ανθεκτικότητα
Πηγή: capital.gr



