Το βράδυ της Τρίτης 4 Αυγούστου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι τα Στενά του Ορμούζ θα ανοίξουν «πολύ σύντομα», ειδάλλως το Ιράν θα υποστεί «πολύ δυνατά» πλήγματα. Οι εξελίξεις φαίνεται να οδηγούν προς έναν προσωρινό διακανονισμό, μεταξύ Ομάν και Ιράν. Άραγε, αυτή τη φορά η Ουάσιγκτον θα επιδείξει σρατηγική εγκράτεια όπως έκανε το 1956 ατην περίπτωση του Σουέζ;
Σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, προτείνεται μια φόρμουλα που θα κατανείμει τις ευθύνες για τις θαλάσσιες οδούς. Τα πλοία που εισέρχονται στον Περσικό Κόλπο θα διέρχονται από ύδατα που διαχειρίζεται το Ιράν, ενώ η εξερχόμενη κυκλοφορία θα ακολουθεί διαδρομή που θα διαχειρίζεται το Ομάν.
Το Ιράν θα ενημερώνεται για τα πλοία που αναχωρούν και, αν και αυτό δεν έχει ακόμη συζητηθεί, η Τεχεράνη φαίνεται επίσης ανοιχτή στο να διασφαλίσει ότι και το Ομάν θα ενημερώνεται για τα πλοία που εισέρχονται.
Η Τεχεράνη και η Μουσκάτ ενδέχεται να εισπράττουν και να μοιράζονται τέλη για συγκεκριμένες υπηρεσίες ασφάλειας και προστασίας του περιβάλλοντος, αν και αυτό το ευαίσθητο ζήτημα δεν έχει ακόμη διευθετηθεί. Βέβαια, όλα αυτά προϋποθέτουν την άρση του αμερικανικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών.
Εδώ εντοπίζει τα πρόβλημα ο Τρίτα Πάρσι, ειδικό σε θέματα Ιράν, και συνιδρυτή της δεξαμενής σκέψης Quincy Institute, στην εμμονή της Ουάσιγκτον να θέλει να ελέγχει τα Στενά.
«Ωστόσο, το βασικό αμερικανικό συμφέρον στις στρατηγικές θαλάσσιες οδούς ιστορικά δεν αφορά τόσο το ποιος τις διαχειρίζεται όσο το αν τα πλοία μπορούν να τις διασχίζουν ελεύθερα, προβλέψιμα και χωρίς διακρίσεις» σημειώνει ο ίδιος σε ανάλυσή του στο tritaparsi substack.
Γι’ αυτό και ο ίδιος θυμίζει τη σοφία με την οποία διαχειρίστηκε ο πρόεδρος Ντουάιτ Αίζενχάουερ μια άλλη παρόμοια κρίση ελέγχου ζωτικής θαλάσσιας οδού.
Τι έκανε ο Αϊζενχάουερ το 1956
Το 1956, ο πρόεδρος της Αιγύπτου, Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, εθνικοποίησε την Εταιρεία της Διώρυγας του Σουέζ, εκτοπίζοντας τη βρετανογαλλική εταιρεία που διαχειριζόταν μία από τις σημαντικότερες εμπορικές αρτηρίες του κόσμου.
Η Βρετανία και η Γαλλία αντιμετώπισαν την εθνικοποίηση όχι μόνο ως οικονομική ζημία αλλά και ως στρατηγική ταπείνωση και, μαζί με το Ισραήλ, εισέβαλαν στην Αίγυπτο, χαρακτηρίζοντας τον Νάσερ «Χίτλερ».
Ωστόσο, οι τρείς δυνάμεις «αδειάστηκαν» από την Ουάσιγκτον, καθώς ο τότε Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ αρνήθηκε να τους υποστηρίξει, παρά το γεγονός ότι οι σχέσεις Καϊρου-Ουάσιγκτον ήταν στο «κόκκινο»
Αφού ο Αμερικανός ηγέτης απέρριψε την αγγλογαλλική εισβολή, η κυβέρνησή του δεν έθεσε ως προϋπόθεση για την αποδοχή της συνέχισης της αιγυπτιακής διαχείρισης της διώρυγας την αποκατάσταση της βρετανικής ή διεθνούς ιδιοκτησίας. Αντίθετα, η Ουάσιγκτον αντιτάχθηκε στην εισβολή και πίεσε για μια διπλωματική διευθέτηση που θα διασφάλιζε τη διεθνή πρόσβαση.
Το ισχύον νομικό καθεστώς τόνιζε την ελεύθερη χρήση της διώρυγας από πλοία όλων των χωρών με ίσους όρους, ενώ άφηνε την Αίγυπτο υπεύθυνη για τη διαχείριση και την άμυνα της υδάτινης οδού.
Ο αιγυπτιακός έλεγχος δεν ισοδυναμούσε με απεριόριστη αιγυπτιακή διακριτική ευχέρεια. Η διάκριση αυτή ήταν καθοριστική. Η Ουάσιγκτον μπορούσε να αποδεχθεί την αιγυπτιακή κυριαρχία επί της διώρυγας, επιμένοντας ταυτόχρονα ότι η κυριαρχία αυτή θα ασκείται στο πλαίσιο κανόνων που εγγυώνται τη διέλευση χωρίς διακρίσεις. Το υπέρτατο αμερικανικό συμφέρον δεν ήταν ποια σημαία κυμάτιζε πάνω από την αρχή διαχείρισης της διώρυγας, αλλά το αν η διώρυγα παρέμενε ανοικτή βάσει διεθνώς αποδεκτών κανόνων.
Επαναλαμβάνεται ότι η Αίγυπτος εκείνη την εποχή δεν ήταν σύμμαχος των ΗΠΑ, ενώ η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία ήταν.
Μάλιστα, η Αίγυπτος ήταν τότε στενά ευθυγραμμισμένη με την ΕΣΣΔ, αν και όχι επίσημα σύμμαχός της. Παρ’ όλα αυτά, η Ουάσιγκτον αποδέχθηκε τη συνέχιση της αιγυπτιακής διαχείρισης της διώρυγας αντί να επιδιώξει την ανατροπή της εθνικοποίησης, υπό την προϋπόθεση ότι θα διατηρούνταν η ελευθερία της ναυσιπλοΐας.
Καλό προηγούμενο
Η περίπτωση του Σουεζ, αποτελεί ένα καλό προηγούμενο για τις ΗΠΑ, σύμφωνα με τον Πάρσι , απορρίπτοντας την εμμονή των ΗΠΑ να ελέγχουν τα Στενά με τη βία, καθώς δεν οδηγεί πουθενά.
«Αν η επαναλειτουργία των Στενών απαιτεί την αναγνώριση ότι το Ιράν διαθέτει κάποια δυνατότητα να ρυθμίζει την κυκλοφορία στα ύδατα κατά μήκος των ακτών του, η Ουάσιγκτον δεν θα πρέπει να απορρίψει μια συμφωνία μόνο και μόνο επειδή δεν διατηρεί την εικόνα της απόλυτης αμερικανικής κυριαρχίας» λέει ο Πάρσι.
Δεν παραλείπει, βέβαια, να αναφέρει ότι πολλοί Αμερικανοί αξιωματούχοι δεν θα αισθάνονται άνετα αφήνοντας την Τεχεράνη ελεύθερη να κλείνει τα Στενά του Ορμούζ όποτε το επιθυμεί, ωστόε. Γι. αυτό και πιστεύει πως συμφωνία θα πρέπει να περιλαμβάνει αξιόπιστες εγγυήσεις: η διέλευση πρέπει να γίνεται χωρίς διακρίσεις, οι διαδικασίες κοινοποίησης δεν πρέπει να μετατραπούν σε σύστημα διακριτικής αδειοδότησης, οι χρεώσεις πρέπει να περιορίζονται σε εύλογα τέλη για υπηρεσίες που πράγματι παρέχονται και να μην λειτουργούν ως πολιτικά διόδια και οι διαφορές πρέπει να υπάγονται σε συμφωνημένο διεθνή μηχανισμό.
Οι ΗΠΑ πρέπει να καταλάβουν
Ο ειδικός υπογραμμίζει πως η Ουάσιγκτον πρέπει να αναγνωρίσει την στρατηγική πραγματικότητα, ότι δηλαδή το Ιράν μπορεί να κλείσει τα Στενά. Έτσι, για τον ίδιο, μια διπλωματική συμφωνία που αναγνωρίζει αυτή την πραγματικότητα δεν θα ενίσχυε τη στρατιωτική ισχύ του Ιράν.
«Αντιθέτως, θα επιδίωκε να περιορίσει αυτή τη δυνατότητα μέσω μιας νομικά και πολιτικά δεσμευτικής συμφωνίας, η οποία μπορεί να διατηρηθεί ακριβώς επειδή εξυπηρετεί τα θεμελιώδη συμφέροντα όλων των εμπλεκόμενων μερών».
Η εναλλακτική, καταλήγει ο Πάρσι είναι να επιμείνει κανείς ότι ακόμη και ο συμβολισμός του ιρανικού ελέγχου είναι απαράδεκτος. «Όμως, αν οι ΗΠΑ δεν μπορούν να εξαλείψουν αξιόπιστα την ικανότητα του Ιράν να απειλεί τη ναυσιπλοΐα -στόχος που μέχρι σήμερα δεν έχουν επιτύχει και φαίνεται να καθίσταται ολοένα δυσκολότερος- τότε αυτή η θέση δεν προσφέρει καμία πρακτική οδό για την επαναλειτουργία των Στενών. Αντίθετα, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για έναν ατελείωτο πόλεμο: έναν στρατιωτικά ανέφικτο στόχο σε συνδυασμό με μια πολιτική δυναμική που καθιστά πιο αποδεκτή την επ’ αόριστον επιδίωξή του παρά την εγκατάλειψή του».
Πηγή: in.gr



