Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, παρά τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, τα πρωτογενή πλεονάσματα και τη συνεχή κυβερνητική αναφορά στον «μετασχηματισμό» του παραγωγικού μοντέλου. Η εικόνα των τελευταίων ετών δείχνει ότι η χώρα εξακολουθεί να καταναλώνει και να επενδύει περισσότερα από όσα παράγει, διατηρώντας μια έντονη εξάρτηση από τις εισαγωγές και τη χρηματοδότηση από το εξωτερικό. Παράλληλα και η εικόνα των τελευταίων μηνών είναι αποκαρδιωτική.
Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών: Η εικόνα των τελευταίων ετών
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν με σαφήνεια αυτή τη διαχρονική αδυναμία. Το 2021 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαμορφώθηκε περίπου στα 12,2 δισ. ευρώ. Το 2022, υπό το βάρος της ενεργειακής κρίσης, εκτινάχθηκε στα 20,1 δισ. ευρώ, για να αποκλιμακωθεί το 2023 στα 14,1 δισ. ευρώ. Η βελτίωση, ωστόσο, αποδείχθηκε προσωρινή, καθώς το 2024 το έλλειμμα αυξήθηκε εκ νέου στα 16,9 δισ. ευρώ (7,2% του ΑΕΠ), ενώ το 2025 περιορίστηκε στα 14,1 δισ. ευρώ ή στο 5,7% του ΑΕΠ.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, παρά τη βελτίωση σε σχέση με το 2022, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ένα από τα μεγαλύτερα εξωτερικά ελλείμματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα των πολιτικών που εφαρμόζονται για την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και της εξωστρέφειας.

Στα 8,9 δισ. ευρώ εκτινάχθηκε το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026, επιβεβαιώνοντας ότι η εξωτερική θέση της ελληνικής οικονομίας συνεχίζει να επιδεινώνεται, παρά τις καλές επιδόσεις του τουρισμού και την αύξηση των εξαγωγών. Τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Τράπεζα της Ελλάδος στις 21 Ιουλίου δείχνουν ότι το έλλειμμα αυξήθηκε κατά 1,6 δισ. ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, εξέλιξη που αναδεικνύει τις διαρθρωτικές αδυναμίες του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την κυβερνητική ρητορική περί αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου. Παρά την αξιοποίηση δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ από ευρωπαϊκά προγράμματα και το Ταμείο Ανάκαμψης, η χώρα εξακολουθεί να καταναλώνει και να επενδύει με πολλές εισαγωγές αντί ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής.
Η μεγάλη επιδείνωση του Μαΐου
Μόνο τον Μάιο του 2026, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ανήλθε σε 960,2 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας επιδείνωση κατά 956,6 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η αρνητική εξέλιξη οφείλεται κυρίως στην επιδείνωση του ισοζυγίου δευτερογενών εισοδημάτων και, σε μικρότερο βαθμό, του ισοζυγίου πρωτογενών εισοδημάτων. Μέρος της επιδείνωσης αντισταθμίστηκε από τη βελτίωση των ισοζυγίων αγαθών και υπηρεσιών.
Στο σύνολο του πρώτου πενταμήνου, το έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών περιορίστηκε, καθώς η αύξηση της αξίας των εξαγωγών ήταν μεγαλύτερη από εκείνη των εισαγωγών. Σε τρέχουσες τιμές, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 13,9% και οι εισαγωγές κατά 3,9%.
Η εικόνα είναι, ωστόσο, λιγότερο εντυπωσιακή όταν αφαιρεθεί η επίδραση των τιμών. Σε σταθερές τιμές, οι εξαγωγές αυξήθηκαν μόλις κατά 4%, ενώ οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 0,6%.
Ούτε ο τουρισμός αρκεί
Το πλεόνασμα των υπηρεσιών και οι αυξημένες ταξιδιωτικές εισπράξεις εξακολουθούν να λειτουργούν ως βασικό ανάχωμα απέναντι στο εμπορικό έλλειμμα. Ωστόσο, ακόμη και η ισχυρή τουριστική επίδοση δεν αποδεικνύεται αρκετή για να καλύψει τις συνολικές ανάγκες της οικονομίας σε εισαγόμενα αγαθά, καύσιμα, εξοπλισμό και πρώτες ύλες.


Την περίοδο Ιανουαρίου-Μαΐου 2026, το ταξιδιωτικό ισοζύγιο εμφάνισε πλεόνασμα 3,812 δισ. ευρώ, έναντι 2,885 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Παρά τη βελτίωση κατά περίπου 927 εκατ. ευρώ, το συνολικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών συνέχισε να διευρύνεται.
Αυτό είναι ίσως το πλέον ανησυχητικό στοιχείο, καθώς ακόμη και σε μια περίοδο κατά την οποία οι τουριστικές εισπράξεις αυξάνονται σημαντικά και οι εξαγωγές εμφανίζουν θετική πορεία, η εξωτερική θέση της οικονομίας επιδεινώνεται.
Τι γίνεται με το εξωτερικό έλλειμμα;
Η κυβέρνηση προβάλλει συστηματικά τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, την αύξηση των φορολογικών εσόδων και τη μείωση του δημόσιου χρέους ως απόδειξη της ισχυρής πορείας της οικονομίας. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, όμως, περιγράφει μια πολύ λιγότερο ευνοϊκή πραγματικότητα.
Τα δημοσιονομικά πλεονάσματα επιτυγχάνονται σε μεγάλο βαθμό μέσα από υψηλή φορολογία και συγκράτηση δαπανών. Δεν σημαίνουν αυτομάτως ότι η οικονομία έγινε παραγωγικότερη ή ότι απέκτησε ισχυρότερη εξαγωγική βάση. Αντίθετα, η χώρα εξακολουθεί να χρειάζεται σημαντική χρηματοδότηση από το εξωτερικό για να καλύπτει τη διαφορά μεταξύ όσων παράγει και όσων καταναλώνει ή επενδύει.


Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος αναμένει ότι το έλλειμμα θα επιδεινωθεί το 2026 και θα φθάσει στο 6,2% του ΑΕΠ, από 5,7% το 2025. Ως βασικές αιτίες επισημαίνει την αύξηση των τιμών των καυσίμων και την ενίσχυση των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών που συνδέονται με τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η συγκεκριμένη διαπίστωση εκθέτει και ένα βασικό πρόβλημα της κυβερνητικής επενδυτικής πολιτικής, το οποίο δεν είναι άλλο από το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της αύξησης των επενδύσεων μετατρέπεται σε εισαγωγές μηχανημάτων, τεχνολογικού εξοπλισμού και μεταφορικών μέσων, αντί να δημιουργεί επαρκή εγχώρια προστιθέμενη αξία.
Η ανάπτυξη με εισαγωγές έχει όρια
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι η αντιμετώπιση του ελλείμματος απαιτεί ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και διεύρυνση της εξαγωγικής βάσης με προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Ωστόσο, έπειτα από χρόνια κυβερνητικών εξαγγελιών για «παραγωγική ανασυγκρότηση», η ελληνική οικονομία παραμένει εξαρτημένη από τον τουρισμό, τα καύσιμα και τις εισαγωγές. Η μεταποίηση δεν έχει αποκτήσει το βάρος που απαιτείται, η αγροτική παραγωγή βρίσκεται υπό πίεση και οι επενδύσεις δεν έχουν ακόμη οδηγήσει σε θεαματική αύξηση της παραγωγικότητας και των εξαγωγών.
Η διεύρυνση του ελλείμματος στα 8,9 δισ. ευρώ μέσα σε μόλις πέντε μήνες αποτελεί σαφή προειδοποίηση. Χωρίς ουσιαστική αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, η ανάπτυξη θα εξακολουθήσει να τροφοδοτεί τις εισαγωγές και το εξωτερικό έλλειμμα, αφήνοντας την οικονομία εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις των τιμών της ενέργειας, στις γεωπολιτικές κρίσεις και στις μεταβολές της διεθνούς χρηματοδότησης.
Πηγή: ot.gr





