Θα μπορούσε να ήταν σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Ανασφαλείς σύζυγοι και άνδρες που δεν μπορούν να δεχτούν τον χωρισμό, να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή πού βρίσκεται η πρώην τους, χάρη στα όπλα που τους προσφέρει το επάγγελμά τους. Και όμως, αυτό ισχύει σήμερα στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με τη Washington Post, στις ΗΠΑ κατηγορούνται 50 αστυνομικοί ότι χρησιμοποίησαν συστήματα αναγνώρισης πινακίδων για μη εξουσιοδοτημένους σκοπούς, μεταξύ άλλων για να παρακολουθούν γυναίκες χωρίς τη γνώση ή τη συναίνεσή τους.
Οι αστυνομικοί φέρονται να αξιοποίησαν το εκτεταμένο δίκτυο καμερών τεχνητής νοημοσύνης της Flock, μιας εταιρείας που χρηματοδοτείται από ορισμένους από τους σημαντικότερους επενδυτές της Silicon Valley.
Οι κάμερες, που βρίσκονται κατά μήκος των δρόμων, καταγράφουν τις διερχόμενες πινακίδες κυκλοφορίας σε μια βάση δεδομένων που απεικονίζεται σε χάρτη και στην οποία οι αστυνομικοί μπορούν να πραγματοποιούν αναζητήσεις κατά τη διερεύνηση εγκλημάτων.
Η Flock, ως μία από τις κορυφαίες εταιρείες στον ταχέως αναπτυσσόμενο κλάδο των συστημάτων αναγνώρισης πινακίδων κυκλοφορίας, διαθέτει περισσότερες από 120.000 κάμερες που παρακολουθούν τους δρόμους σε περισσότερες από 6.000 κοινότητες και καταγράφουν 20 δισεκ. σαρώσεις πινακίδων κάθε μήνα.
Στις 26 από τις 50 υποθέσεις έγινε κατάχρηση από ένστολους για να κατασκοπεύουν τις συζύγους τους, τις συντρόφους τους, τις πρώην συντρόφους τους, τους νέους συντρόφους των πρώην τους ή γυναίκες που ήθελαν να γνωρίσουν.
Στις υπόλοιπες υποθέσεις, η αστυνομία ή οι εισαγγελείς δεν διευκρίνισαν ποιοι ήταν οι φερόμενοι στόχοι της παρακολούθησης.
Σύμφωνα με την εφημερίδα, η Flock άφηνε στα αστυνομικά τμήματα ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς το αν θα ενεργοποιούσαν λειτουργίες που. Ωστόσο, πολλά τμήματα ασκούσαν περιορισμένο έλεγχο στις αναζητήσεις των αστυνομικών τους και έτσι κάποιοι επίορκοι μπορούσαν να παρακολουθούν τις μετακινήσεις των στόχων τους με ακρίβεια και μυστικότητα.
Τι έχει κάνει η αστυνομία
Οι αναζητήσεις των αστυνομικών καταγράφονται στα αρχεία των υπηρεσιών, όμως μόνο ένα μέρος αυτών των αρχείων έχει καταστεί διαθέσιμο μέσω αιτημάτων πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα, γεγονός που δυσκολεύει τους πολίτες να διαπιστώσουν αν τα οχήματά τους παρακολουθούνται.
Ορισμένες από τις γυναίκες είπαν ότι έμαθαν για την παρακολούθηση μόνο αφού δέχθηκαν τηλεφωνήματα από αρμόδιους των υπηρεσιών εσωτερικών υποθέσεων ή αφού εισήγαγαν τους αριθμούς κυκλοφορίας των οχημάτων τους σε εργαλεία, όπως το Have I Been Flocked. Πρόκειται για ιστότοπο που συγκεντρώνει δημόσια διαθέσιμα αρχεία αναζητήσεων των αστυνομικών υπηρεσιών, τα οποία έχουν δημοσιοποιηθεί μέσω αιτημάτων πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα.
Ωστόσο, ορισμένα θύματα δυσκολεύτηκαν να πείσουν τις αρχές να λάβουν σοβαρά υπόψη τις καταγγελίες τους, επειδή οι δράστες ήταν αστυνομικοί, στους οποίους έχει ανατεθεί ευρεία εξουσία για τη διεξαγωγή ερευνών με επιχειρησιακή μυστικότητα και οι εργάζονταν στις ίδιες υπηρεσίες στις οποίες τα θύματα καλούνταν να ζητήσουν βοήθεια.
Όταν η 50χρονη Μάρσι Μπέικλι από την Τζόρτζια έμαθε ότι ο πρώην σύντροφός της, αρχηγός της τοπικής αστυνομίας, χρησιμοποιούσε το σύστημα για να παρακολουθεί τις μετακινήσεις της, κατέθεσε αίτηση για περιοριστικά μέτρα. Ωστόσο, ο δικαστής την απέρριψε, κρίνοντας ότι δεν υπήρχαν επαρκείς αποδείξεις συνεχιζόμενης κακοποιητικής συμπεριφοράς. «Παρακολουθούσε κάθε μου κίνηση», είπε εκείνη. «Αλλά σε ποιον καταγγέλλεις τον ίδιο τον αρχηγό της αστυνομίας;». Ωστόσο, ο πρώην της τελικά αντιμετώπισε κατηγορίες και αυτοκτόνησε τον Απρίλιο του 2026 πριν οδηγηθεί σε δίκη.
Η Εύα Γκάλπεριν, διευθύντρια κυβερνοασφάλειας του οργανισμού Electronic Frontier Foundation, δήλωσε ότι η κατάχρηση του εργαλείου είναι «αναπόφευκτη» και ότι η μέχρι σήμερα προσέγγιση της εταιρείας, σε συνδυασμό με την ανεπαρκή εποπτεία από την ηγεσία της αστυνομίας, έχει κάνει ελάχιστα για να προστατεύσει τις γυναίκες από κακοποιητικούς αστυνομικούς.
«Η Flock έχει ήδη ισχυριστεί ότι διαθέτει εποπτεία και δικλίδες ασφαλείας, κι όμως εξακολουθούμε να βλέπουμε τέτοιου είδους καταχρήσεις», είπε.
Τι απαντά η εταιρεία
Μιλώντας στην Washington Post, ο διευθύνων σύμβουλος της Flock, Γκάρετ Λάνγκλεϊ, δήλωσε ότι η κατάχρηση των συστημάτων της είναι αναπόφευκτη και ότι η εταιρεία επικεντρώνεται στην παροχή εργαλείων που επιτρέπουν τον εντοπισμό των δραστών εκ των υστέρων. Στις συμβάσεις που υπογράφουν με τη Flock, τα αστυνομικά τμήματα συμφωνούν να χρησιμοποιούν το εργαλείο αποκλειστικά για «γνήσιες ποινικές έρευνες».
«Δεν πρόκειται να αλλάξουμε τους ανθρώπους, και οι άνθρωποι παίρνουν κακές αποφάσεις», είπε ο Λάνγκλεϊ. «Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να διασφαλίσουμε ότι γνωρίζουν πως, αν χρησιμοποιήσουν αυτό το εργαλείο καταχρηστικά, θα λογοδοτήσουν.»
Μέσω των αυτοματοποιημένων συστημάτων αναγνώρισης πινακίδων κυκλοφορίας (ALPR), οι αστυνομικοί μπορούσαν να χαρτογραφήσουν τις καθημερινές συνήθειες και τις μετακινήσεις των στόχων τους, γεγονός που, σε ορισμένες περιπτώσεις, οδήγησε σε βίαιες αντιπαραθέσεις, ψυχολογική χειραγώγηση και απειλές εξαναγκασμού και ελέγχου, σύμφωνα με την ανάλυση.
Στο Ουισκόνσιν, ένας αστυνομικός φέρεται να χρησιμοποίησε το Flock για να διαπιστώσει αν η πρώην σύντροφός του είχε επισκεφθεί κλινική αμβλώσεων, σύμφωνα με ένορκη κατάθεση της αστυνομίας σε υπόθεση που έχει προγραμματιστεί να εκδικαστεί αυτόν τον μήνα.
Στο Κάνσας, ένας αρχηγός αστυνομίας που παρακολουθούσε την πρώην σύντροφό του μέσω του Flock την αιφνιδίασε ενώ βρισκόταν σε ερωτική συνεύρεση με άλλον άνδρα, σύμφωνα με ισχυρισμούς του κρατικού φορέα πιστοποίησης αστυνομικών, γεγονός που οδήγησε στην απόλυσή του.
Οι υποστηρικτές της Flock υποστηρίζουν ότι οι διώξεις επίορκων αστυνομικών αποδεικνύουν πως οι δικλίδες ασφαλείας της λειτουργούν ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρχαν απολύσεις, διώξεις και ποινές φυλάκισης. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, αστυνομικοί συνέχισαν να πραγματοποιούν αναζητήσεις στα δεδομένα της Flock ακόμη και αφού είχαν κατηγορηθεί για κατάχρηση.
Στην κομητεία Τζερόμ του Άινταχο, ο σερίφης Γκάρι Τέιλορ δήλωσε στην Washington Post ότι ο προκάτοχός του, Τζορτζ Όπεντικ, αναζητούσε το αυτοκίνητο της συζύγου του αρκετές φορές την ημέρα, ακόμη και τις εβδομάδες που ακολούθησαν την υποβολή καταγγελίας εναντίον του από εισαγγελέα στο γραφείο του γενικού εισαγγελέα του Άινταχο.
«Δεν είναι δουλειά μας να αστυνομεύουμε την αστυνομία»
Ο Λάνγκλεϊ, έχει απορρίψει τις πιέσεις ακτιβιστών που ζητούν από την εταιρεία να περιορίσει περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο οι αστυνομικοί χρησιμοποιούν το προϊόν της.
«Κανείς δεν με εξέλεξε αρχηγό της αστυνομίας της Αμερικής», είχε δηλώσει πέρυσι στο Forbes, προσθέτοντας: «Δεν θεωρώ ότι είναι δική μας δουλειά να αστυνομεύουμε την αστυνομία.»
Τα περισσότερα σώματα επιβολής του νόμου απαγορεύουν στους αστυνομικούς να έχουν πρόσβαση σε οποιαδήποτε αστυνομική βάση δεδομένων για προσωπικούς σκοπούς και, σε πολλές υπηρεσίες, μια τέτοια κατάχρηση αποτελεί λόγο απόλυσης, σύμφωνα με τον Μαξ Άιζακς, διευθυντή Νομικής και Πολιτικής στο Policing Project της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης.
Ωστόσο, εξαιτίας του αποσπασματικού πλαισίου κανόνων και κανονισμών, ο βαθμός στον οποίο τιμωρούνται οι αστυνομικοί που προβαίνουν σε τέτοιες πράξεις διαφέρει σημαντικά ανάλογα με την υπηρεσία και την πολιτεία στην οποία υπηρετούν.
Ο Άνταμ Ντοντζ, πρώην δικηγόρος οικογενειακού δικαίου και ιδρυτής της ομάδας εκπαίδευσης στην κυβερνοασφάλεια EndTAB, δήλωσε ότι το εργαλείο είναι υπερβολικά εύκολο να χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά από αστυνομικούς στο πλαίσιο περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας. Το γεγονός ότι οι δράστες διαθέτουν όπλα, αστυνομική ιδιότητα και πρόσβαση σε τεχνολογία παρακολούθησης καθιστά ακόμη δυσκολότερο για τα θύματα να καταγγείλουν τις υποψίες τους, επειδή φοβούνται ότι δεν θα γίνουν πιστευτά και ότι ενδέχεται να υποστούν αντίποινα.
«Κάθε φορά που δίνεις σε έναν κακοποιητικό άνθρωπο πρόσβαση σε ένα από αυτά τα συστήματα, είναι πολύ πιθανό να το χρησιμοποιήσει καταχρηστικά», είπε. «Και πού απευθύνεται συνήθως ένα θύμα κακοποίησης; Στην αστυνομία, σωστά;».
Πηγή: in.gr