Πρωτογενές πλεόνασμα που θα ξεπεράσει τα 10 δισ. ευρώ αναμένεται να καταγράψει φέτος η ελληνική οικονομία. Αρμόδιο στέλεχος του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης ανέφερε στον ΟΤ πως «φέτος θα ξεπεράσουμε ξανά τα 10 δισ. ευρώ, όπως δείχνει η εικόνα του προϋπολογισμού και θα υπάρχει απόθεμα και για του χρόνου». Εφόσον πραγματοποιηθεί το παραπάνω, θα πρόκειται για τρίτη διαδοχική επίδοση άνω του 4% του ΑΕΠ σε σχέση με το πρωτογενές πλεόνασμα, κάτι που οφείλεται σε έναν βαθμό στην ακρίβεια και τον υψηλό πληθωρισμό. Η κυβέρνηση προβάλλει την εξέλιξη ως απόδειξη της επιτυχημένης δημοσιονομικής της πολιτικής.
Ωστόσο, πίσω από τους εντυπωσιακούς αριθμούς κρύβεται μια λιγότερο ευχάριστη πραγματικότητα: σημαντικό μέρος της υπεραπόδοσης προέρχεται από την ακρίβεια, η οποία εξακολουθεί να διαβρώνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και να αυξάνει τις εισπράξεις του Δημοσίου μέσω του ΦΠΑ.
Ελληνική οικονομία: Η εικόνα
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται ήδη στα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού για το πρώτο εξάμηνο του 2026. Το πρωτογενές πλεόνασμα ανήλθε στα 4,491 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας κατά 2,538 δισ. ευρώ τον στόχο των 1,953 δισ. ευρώ, γεγονός που ουσιαστικά προδιαγράφει ακόμη ένα έτος ισχυρής δημοσιονομικής υπεραπόδοσης.
Κεντρικός μοχλός αυτής της εξέλιξης παραμένουν τα φορολογικά έσοδα. Στο εξάμηνο ανήλθαν στα 33,824 δισ. ευρώ, ενώ χωρίς τα έκτακτα έσοδα διαμορφώθηκαν στα 33,383 δισ. ευρώ, ξεπερνώντας τον στόχο κατά 584 εκατ. ευρώ ή 1,8%.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η πορεία του ΦΠΑ. Τα έσοδα διαμορφώθηκαν στα 14,577 δισ. ευρώ και, εξαιρουμένης της επίδρασης από την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού, ήταν αυξημένα κατά 573 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου. Με άλλα λόγια, όσο οι τιμές παραμένουν υψηλές, τόσο αυξάνονται και οι εισπράξεις του Δημοσίου από την κατανάλωση.
Την ίδια στιγμή, οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης εμφανίζουν διαφορετική εικόνα. Οι εισπράξεις περιορίστηκαν στα 3,223 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας υστέρηση 233 εκατ. ευρώ, εξέλιξη που αποδίδεται στη μειωμένη κατανάλωση καυσίμων, καθώς τα υψηλά ενεργειακά κόστη οδηγούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε περιορισμό των δαπανών τους.
Η ίδια τάση καταγράφηκε και τον Ιούνιο. Τα φορολογικά έσοδα ανήλθαν στα 5,793 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας τον στόχο κατά 413 εκατ. ευρώ ή 7,7%. Από αυτά, ο ΦΠΑ απέφερε 2,237 δισ. ευρώ, υψηλότερα κατά 229 εκατ. ευρώ από τις προβλέψεις, ενώ οι εισπράξεις από ΕΦΚ διαμορφώθηκαν στα 638 εκατ. ευρώ, υπολειπόμενες κατά 9 εκατ. ευρώ του στόχου.
Η ταυτόχρονη πτώση στο χρέος
Από εκεί και πέρα, σε καθοδική πορεία βρίσκεται και το χρέος. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τους τριμηνιαίους μη χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς της γενικής κυβέρνησης ενισχύουν περαιτέρω την εικόνα δημοσιονομικής βελτίωσης. Το χρέος της γενικής κυβέρνησης μειώθηκε στα 360 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 366,3 δισ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα. Παράλληλα, το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα προβλέπει ότι ο λόγος δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ θα περιοριστεί στο 136,8% στο τέλος του έτους, από 146,1% το 2025.
Η κυβέρνηση αναμένεται να αξιοποιήσει τα στοιχεία αυτά ως επιχείρημα για τη δημοσιονομική της αξιοπιστία. Ωστόσο, η εικόνα έχει και μια δεύτερη ανάγνωση. Τα υπερπλεονάσματα δεν προκύπτουν μόνο από την ανάπτυξη ή την αποτελεσματικότερη είσπραξη των φόρων, αλλά και από το αυξημένο κόστος ζωής που καλούνται να πληρώσουν καθημερινά οι πολίτες. Όσο η ακρίβεια επιμένει, τόσο ενισχύονται τα δημόσια έσοδα, με αποτέλεσμα η επιτυχία του προϋπολογισμού να συμβαδίζει με τη συνεχιζόμενη πίεση στα ελληνικά νοικοκυριά.
Πηγή: ot.gr




